Legislator Case Law & Legislation
1292/2017 AI generated

1292/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1292/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1292/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1292 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1292/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαφείριο Τσολακίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ε. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αντωνίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-12-2008 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1933/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 5-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και τέταρτος λόγοι και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο μόνο του ΝΔ 2726/1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του άρθρου 59 του από 17-7/16-8-1923 ΝΔ "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" (Α. 325) ορίστηκαν τα εξής: "Ο κατά το άρθρο 59 παρ. 1 και του από 17-7/16-8-1923 ΝΔ "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών" κανονισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων εφαρμόζεται δι’ όλας τας ειδικότητας των μηχανικών μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, καθώς και διά τους επί τη βάσει ειδικών διατάξεων νόμων ασκούντας τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω και εν μέρει (παρ. 1).

Τα ως άνω ελάχιστα όρια αμοιβών αποτελούν κατωτέραν διατίμησιν υποχρεωτικήν δι’ αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, καταργουμένης, κατά τα λοιπά της παρ. 2 του ως άνω άρθρου (παρ. 2). Ο κανονισμός ούτος των αμοιβών εκτείνεται εις την μελέτην, εφαρμογήν, επίβλεψιν, εποπτείαν ή έλεγχον και παραλαβήν πάσης φύσεως έργων ή εγκαταστάσεων καθώς και εις πάσης φύσεως τεχνικάς εν γένει εργασίας και υπηρεσίας, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνας κλπ.

ή αμοιβάς καταβαλλομένας εις τους μετέχοντας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και τους κριτάς τούτων (παρ. 3). Ο κανονισμός των αμοιβών διά μελέτας κλπ. έργων του Δημοσίου και ΝΠΔΔ γίνεται δι’ αποφάσεων, εκδιδομένων υπό των Υπουργών Δημοσίων Έργων, δυναμένων να ορίσωσι αμοιβήν κατωτέραν, πάντως όμως ουχί ανωτέραν των ισχυουσών δι’ ιδιωτικά έργα (παρ. 4).

Εκ της ως άνω αμοιβής μελέτης παρακρατείται υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ποσοστόν 8% όπερ διατίθεται διά την εθελουσίαν έξοδον εκ του επαγγέλματος των μη διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών και βάσει ειδικών διατάξεων νόμου αποδεδειγμένως ασκούντων ως άνω το τεχνικόν επάγγελμα και εγγεγραμμένων εις τα οικεία μητρώα, κατά τα οριζόμενα διά Β.

Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνώμην του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και πρότασιν του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Ποσοστόν μέχρι 2 % κρατείται επίσης υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος διά τας πάσης φύσεως σχετικάς δαπάνας αυτού. Το υπόλοιπον της αμοιβής της μελέτης καταβάλλεται εν όλω ή τμηματικώς προς τον δικαιούχον υπό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου, μετά την υπό της Αρχής έγκρισιν της μελέτης κατά τα ορισθησόμενα διά Β.

Δ/τος, ομοίως εκδιδομένου". Κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης της ως άνω παρ. 4, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ), εισπράττοντας την οφειλόμενη σε μηχανικό αμοιβή από την εκπόνηση μελέτης, παρακρατεί τα υπέρ αυτού ποσοστά και καταβάλλει το υπόλοιπο στο δικαιούχο μελετητή, παρέχεται δε νομοθετική εξουσιοδότηση για να οριστούν περαιτέρω με κανονιστικό διάταγμα τα σχετικά με την παρακράτηση από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος των νόμιμων υπέρ αυτού ποσοστών και τα της απόδοσης του υπολοίπου στο δικαιούχο.

Με το ως άνω διάταγμα δεν δύναται όμως το Τεχνικό Επιμελητήριο, αφού δεν παρέχεται σχετική εξουσιοδότηση, να καταστεί το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται για δικαστική επιδίωξη της οφειλόμενης αμοιβής ως υποκατάστατο του δικαιούχου αυτής, κατά παρέκκλιση από το γενικό δικονομικό κανόνα, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της απαίτησης είναι και ο δικαιούμενος (νομιμοποιούμενος) να προσφύγει στη δικαιοσύνη με την άσκηση των προσηκόντων ένδικων μέσων προς προστασία των δικαιωμάτων του.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 2 του Β. Δ/τος 30/31-5-1956, ως εκδοθείσες καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε με τον ως άνω νόμο, ήταν ανίσχυρες στην έκταση που προέβλεπαν υποκατάσταση του ΤΕΕ στο δικαίωμα του δικαιούχου μηχανικού για την είσπραξη της αμοιβής του από μελέτη μέσω της δικαστικής οδού, κατ’ αποκλεισμό του τελευταίου.

Με το εν λόγω δε Β. Δ/γμα και την βάσει αυτού διαμορφωθείσα νομολογία δεν δημιουργήθηκε έθιμο, ελλείψει πεποιθήσεως των μελών της κοινωνίας ότι συμμορφούμενα με την περιεχόμενη στο διάταγμα αυτής ρύθμιση συμμορφώνονται σε κανόνα δικαίου, ενώ εξάλλου η νομολογία στην ελληνική έννομη τάξη δεν αποτελεί πηγή δικαίου.

Επομένως, ο δικαιούχος της απαιτήσεως μηχανικός μέλος του Τεχνικού Επιμελητήριου είχε, παρά την ως άνω εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως αντίθετη ρύθμιση, το δικαίωμα της δικαστικής επιδιώξεως της αμοιβής του κατά του εργοδότη και της αναπροσαρμογής αυτής (αμοιβής), το δικαίωμα της αναγγελίας των απαιτήσεων αυτών (αμοιβής-αναπροσαρμογής) σε πτώχευση, της εξασφαλίσεώς τους με τη λήψη ασφαλιστικών και άλλων μέτρων καθώς και της επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων που τυχόν έχουν εκδοθεί για τις απαιτήσεις αυτές (Α.Ε.Δ. 26/1993).

Η ως άνω λύση υιοθετήθηκε ήδη υπό τις διαλαμβανόμενες σ’ αυτό ειδικότερες ρυθμίσεις, και με το Π.Δ/μα 48/1994 που εκδόθηκε μεταξύ άλλων σε εκτέλεση του ρηθέντος νόμου και των άρθρων 6, 50, 52, 53 και 54 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Από τα παραπάνω εκτεθέντα γίνεται φανερό ότι η παράλειψη του ΤΕΕ να ασκήσει το παρεχόμενο σ’ αυτό, όχι κατ’ αποκλεισμό του μηχανικού, δικαίωμα της έγερσης αγωγής για την αμοιβή του μηχανικού, να αξιώσει δικαστικώς την αναπροσαρμογή της εν λόγω αμοιβής, να αναγγείλει σε πτώχευση του εργοδότη τις σχετικές απαιτήσεις ή να λάβει γι’ αυτές τα απαιτούμενα για την εξασφάλισή τους μέτρα και να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων που τυχόν έχουν εκδοθεί για τις εν λόγω απαιτήσεις, δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά, δυνάμενη να στηρίξει κατ’ αυτού αξίωση του μηχανικού για αποζημίωση, κατά τα άρθρα 1, 2, 914, 919, 200, 288 ΑΚ, 104, 105, 106, 24 ΕισΝΑΚ και 4 παρ. 3 ν. 1486/1984, έστω και αν εξαιτίας αυτής κατέστη κατά οποιονδήποτε τρόπο αδύνατη η ικανοποίηση της αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού στις ενέργειες αυτές δικαιούτο και δεν υποχρεούτο να προβεί το ΤΕΕ, και τότε μόνο θα συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά, αν ο ίδιος ο μηχανικός δεν δικαιούτο να προβεί στις ενέργειες αυτές (ΑΠ 655/2010).

Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 17-12-2008 ένδικες αγωγές του ο αναιρεσίβλητος μηχανικός επιδιώκει την αποκατάσταση της ζημίας του που προέκυψε από την παράλειψη των οργάνων του αναιρεσείοντος ΤΕΕ να συζητήσουν τις από 23-12-1998 και 24-12-1998 αγωγές, τις οποίες είχε ασκήσει το αναιρεσείον, ως εκ του νόμου υποκατάστατο του αναιρεσίβλητου, κατά του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητας (ΕΛΚΕΠΑ) για την καταβολή της αμοιβής του.

Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος επικαλείτο ότι το ΕΛΚΕΠΑ δυνάμει άτυπων συμβάσεων έργου με αντικείμενο την επίβλεψη της κατασκευής των ηλεκτρομηχανικών εγκαταστάσεων και των πρόσθετων εργασιών του υπό ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος για τη στέγαση του Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης στη ..., του όφειλε 100.536,58 ευρώ και 303.237,80 ευρώ, αντίστοιχα, και ότι με τις από 29-7-1998 και 30-7-1998 αιτήσεις του προς το αναιρεσείον του έδωσε εντολή και του ανέθεσε να διεκδικήσει δικαστικά τις εν λόγω αμοιβές στο όνομά του, ως εκ του νόμου υποκατάστατο στα δικαιώματά του, πλην όμως από παράλειψη των οργάνων του οι αγωγές αυτές παραγράφηκαν εν επιδικία, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο αναιρεσίβλητος τα ως άνω ποσά.

Ενόψει τούτων και κατ’ εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι ένδικες αγωγές δεν έχουν έρεισμα στα άρθρα 104-106 ΕισΝΑΚ και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις λοιπές ως άνω διατάξεις, και συνεπώς έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες κατά νόμο. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ως νόμο βάσιμες τις αγωγές αυτές ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος με τη μορφή της υπαίτιας παραλείψεως των προστηθέντων οργάνων του, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι δεν είχε από το νόμο υποχρέωση για τη δικαστική επιδίωξη των αξιώσεων των μελών του.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών λόγων της ίδιας αιτήσεως.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...." Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με την όμοια του άρθρου 580 § 4 ιδίου κώδικα αυτού την οποία "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί, διότι δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για την επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο.

Ειδικότερα, ενόψει του ότι οι αγωγές του αναιρεσίβλητου είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες ως προς την βάση από αδικοπραξία, δεν υπάρχει έδαφος να ερευνηθούν αυτές ως προς τη συρρέουσα βάση από την ευθύνη εκ της συμβάσεως εντολής, δεδομένου ότι με την 325/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αγωγές ως προς τη βάση αυτή απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες και η διάταξη αυτή επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν προσβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο με επικουρική αναίρεση, με αποτέλεσμα η απόρριψη των αγωγών ως προς την εκ της συμβάσεως ευθύνη να έχει καταστεί τελεσίδικη.

Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων (άρθρο 179 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1933/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 17 Ιανουαρίου 2014 εφέσεως του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου Π. Ε. κατά της 325/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την ως άνω έφεση. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ