Supreme Court allows appeal against water utility dismissal, ruling equal treatment required for public employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the second ground of appeal against a multi-member district court decision dismissing a lawsuit by water utility employees. The lower court had rejected the claim that denying a salary supplement to these employees constituted unconstitutional discrimination compared to public sector staff. The court found the lower court erred by applying specific administrative regulations that failed to account for the distinct legal status of water utility workers under private law versus public servants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 and 22 of the Constitution; The principle of equality prohibits discrimination based on employment sector when comparable conditions exist, requiring courts to assess whether legislative distinctions are justified by objective social interests rather than arbitrary classification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1292/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΑΓΡΙΝΙΟΥ" που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Τζοβάρα και Παντελή Κιτσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Τ. του Θ., έως και 50) Π. Ε. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 22 αναιρεσίβλητος Α. Γ. του Γ. απεβίωσε στις 10/6/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../τ20/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αγρινίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ε. χήρα Α. Γ., β) Γ. Γ. του Α., γ) Μ. Γ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/12/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν δέχθηκε την προταθείσα ένσταση αοριστίας της αγωγής, λόγω ελλείψεως των αναγκαίων για τη συγκρότηση της ιστορικής της βάσεως στοιχείων. Ο λόγος αυτός, στηριζόμενος, κατ' ορθή υπαγωγή στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση 112/ 2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου (Αγρινίου).
Από την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 15/1999).
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (Ολ.ΑΠ 12/1992).
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1069/1980 "Για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας ...", δύνανται να συνιστώνται κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα της χώρας ...
ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ή Δήμους και Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 2685/1999 διατηρήθηκαν σε ισχύ ειδικές διατάξεις με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακινήσεως σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εντός έδρας και ορίστηκε επιπλέον ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, τα εν λόγω έξοδα μπορούν να αναπροσαρμόζονται και να επεκτείνονται από 1ης Ιανουαρίου 1998 σε υπαλλήλους του ιδίου Υπουργείου, που η φύση της εργασίας τους επιβάλλει συνεχείς μετακινήσεις εντός έδρας.
Η εν λόγω παροχή, ως εφάπαξ αποζημίωση, ανερχόμενη σε 90.000 δρχ. για το έτος 1998 και σε 120000 δρχ. για το έτος 1999, καταβάλλεται στους υπαλλήλους των ΟΤΑ για την κάλυψη των δαπανών κινήσεως στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσεως της απασχολήσεώς τους, ήδη από 1-4-1998, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/040222/ 4110/0022/19-6-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών.
Στη συνέχεια με αλλεπάλληλες αποφάσεις των ιδίων Υπουργών η εν λόγω παροχή αναπροσαρμόσθηκε ως εξής: Με την υπ' αριθμ. 2/548/0022/30-12-1999 απόφαση σε 300.000 δραχμές από 1-7-1999 και εφεξής, με την υπ' αριθμ. 2/83422/0022/15-12-2000 απόφαση σε 396.000 δραχμές από 1-3-2000 και εφεξής, με την υπ' αριθμ. 2/71516/0022/12-12-2001 απόφαση σε 480.000 δραχμές από 1-1-2001 και εφεξής, με την υπ' αριθμ. 6/31607/0022/17-6-2002 απόφαση σε 2.112 ευρώ από 1-1-2002 και εφεξής, με την υπ' αριθμ. 2/6771/ 0022/5-2-2004 απόφαση σε 206 ευρώ από 1-1-2004 και εντεύθεν μηνιαίως, με την υπ' αριθμ. 2/35576/0022/13-7-2005 απόφαση σε 238 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2005 έως 30-6-2005 και από 1-7-2005 και εντεύθεν σε 270 ευρώ μηνιαίως και με την υπ' αριθμ. 2/50025/0022/3-10-2005 απόφαση σε 325 ευρώ μηνιαίως από 1-7-2006 και εντεύθεν.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου που δίκασε ως Εφετείο έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. κατά της υπ' αριθ. 312/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, δέχτηκε τα εξής: Το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) είναι δημοτική επιχείρηση που συστήθηκε σύμφωνα με το ν. 1069/1980, με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων σχετικά με την ύδρευση και την αποχέτευση της πόλης του Αγρινίου και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, που διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) εργάζονται στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με χρόνους προσλήψεως από το έτος 1984 και εντεύθεν και με διάφορες ειδικότητες, όπως του οικονομολόγου, του μηχανολόγου μηχανικού, του λογιστή, του εργοδηγού, του υπαλλήλου γραφείου, του εισπράκτορα, του χειριστή Η/Υ, του ταμία, του ηλεκτρολόγου, του καταμετρητή, του υδραυλικού, του ηλεκτροσυγκολλητή, του τεχνικού υδραυλικού, του τεχνίτη, του εργάτη, του οδηγού, του μηχανικού, του αποθηκάριου και του βοηθού υδραυλικού.
Οι αποδοχές αυτών ρυθμίζονται με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ του φορέα στον οποίο εργάζονται, συναρτώμενες όμως και με τα ισχύοντα στον Εσωτερικό Κανονισμό του εναγομένου νομικού προσώπου και τις ΣΣΕ των εργαζομένων με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους ΟΤΑ. Με τις εκτιθέμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ χωρίς διάκριση ειδικότητας ή άλλων, με βάση τη φύση της εργασίας καθενός, προϋποθέσεων, αποζημίωση για τα έξοδα κινήσεως, ανερχόμενη αρχικά σε εφάπαξ ποσά ετησίως, τα οποία διαμορφώθηκαν κατά το κρίσιμο διάστημα σε μηνιαίες παροχές και συγκεκριμένα σε 206 ευρώ από 1-1-2004 έως 31-12-2004 δυνάμει της υπ' αριθμ.2/6771/0022/5-2-2004 ΚΥΑ, σε 238 ευρώ από 1-1-2005 έως 30-6-2005 και σε 270 ευρώ από 1-7-2005 έως 30-6-2006 δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/35576/0022/13-7-2005 Κ.Υ.Α.
και σε 325 ευρώ από 1-7-2005 έως 1-7-2006 και εφεξής δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/50025/0022/3-10-2006 Κ.Υ.Α. Καταλήγοντας δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχτηκε ότι ενόψει του γενικού χαρακτήρα της παροχής αυτής που προσαυξάνει το μισθό των υπαλλήλων των ΟΤΑ και των υπό όμοιες συνθήκες εργασίας απασχολούμενων σ'αυτούς με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου συναδέλφων τους, η μη χορήγηση αυτής και στους ενάγοντες, εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενή εις βάρος τους διάκριση, η οποία αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας και κατά συνέπεια είναι ανίσχυρη, γι' αυτό και η επίδικη παροχή πρέπει να χορηγηθεί και στους ενάγοντες.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο, ακολούθως, απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος ν.π.ι.δ. κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου που έκρινε ομοίως και δέχθηκε την αγωγή, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4 σε συνδ. με άρθρ. 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, καθώς και αυτές των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, που δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση, καθόσον, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκείμενη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος.
Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ για τους οποίους θεσπίσθηκαν οι ανωτέρω ΚΥΑ, έχουν διαφορετικό εργοδότη από τους ενάγοντες, παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε δηµόσια νοµικά πρόσωπα, υπό διαφορετικές συνθήκες (πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, µονιµότητας ή µη, λύσης της υπηρεσιακής σχέσης), υπάγονται σε διαφορετικό µισθολογικό καθεστώς, συγκριτικά προς τους εργαζοµένους στις ΔΕΥΑ, ισχύουν δηλαδή για αυτούς διαφορετικές Κλαδικές ΣΣΕ, ενώ αντίθετα οι εργαζόµενοι στις ΔΕΥΑ παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε Νοµικά Πρόσωπα, "διεπόµενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονοµίας", σύµφωνα µε το άρθρο 1 παρ. 1 εδ.
β' Ν. 1069/1980, συνδέονται άπαντες µε αυτό µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έχουν διαφορετικές διαδικασίες πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, µονιµότητας ή µη, λύσης της υπηρεσιακής σχέσης, αλλά και διαφορετικό µισθολογικό καθεστώς, το οποίο διέπεται από Οργανισµό Εσωτερικής Υπηρεσίας, Επιχειρησιακές ΣΣΕ και διαφορετικές Κλαδικές ΣΣΕ, που συνάπτονται σύµφωνα µε τους όρους που διέπουν την Ιδιωτική Οικονοµία.
Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο ως άνω δικαστήριο η σχετική από το άρθρο 560 αριθ, 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 112/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ