1292/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1292/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α' Γαίαι ιδιόκτηται (εραζίι μεμλουκέ), ήτοι γαίαι αξουσιαζόμενοι κατά πλήρη κυριότητα. Β' Δημόσιαι γαίαι (εραζίι μιριγιε) Γ' Γαίαι αφιερομέναι (εραζίι μαβκουφέ). Δ' Γαίαι καθιερωμέναι (προς κοινήν χρήσιν) (εραζίι μετρονκέ). Ε' Γαίαι νεκραί (εραζίι μεβάτ) . Άρθρο 2. ''Αι ιδιόκτητοι γαίαι είναι τεσσάρων ειδών. Πρώτον είδος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1292/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Δωδώνης, με έδρα τη Δωδώνη που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βώττη.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Λουκαΐτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και με την από21-11-2003 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 324/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παράγραφος 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλλει όσα περιστατικά του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση-χρησικτησία-.
Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων στη διεκδικητική αγωγή καθιστά το δικόγραφό της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέροντα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της-αγωγής- οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου, στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του τελευταίου στο εν λόγω ακίνητο, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη "αφού τα στοιχεία βάσεως της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου με βάση τον Οθωμανικό νόμο περί γαιών που στηρίζει την αγωγή του είναι ελλιπή και αόριστα", επειδή δεν αναφέρει κατοχή και καλλιέργεια του εξουσιάζοντος το "χωράφι", την παρέλευση δεκαετίας μέχρι τις 20-5-1917 χωρίς διεκδικητική αμφισβήτηση, την περιγραφή και αξία του ακινήτου, καθώς και αίτημα, είναι απορριπτέος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται σε ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής, συνακόλουθα δε, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, και έτσι δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης.
ΙΙ. Στα άρθρα 1, 2, 3, 9, 20,68 και 78 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (καθ' ημάς 1856) ''περί γαιών'' ορίζονται τα εξής (όπως ο νόμος αυτός μεταφράσθηκε από την καταρτισθείσα, δυνάμει του ν. 297/1915, επιτροπή και δημοσιεύθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το έτος 1915): Άρθρο 1 " Αι εν τω οθωμανικώ κράτει γαίαι ανάγονται εις πέντε κατηγορίας:
Α' Γαίαι ιδιόκτηται (εραζίι μεμλουκέ), ήτοι γαίαι αξουσιαζόμενοι κατά πλήρη κυριότητα. Β' Δημόσιαι γαίαι (εραζίι μιριγιε) Γ' Γαίαι αφιερομέναι (εραζίι μαβκουφέ). Δ' Γαίαι καθιερωμέναι (προς κοινήν χρήσιν) (εραζίι μετρονκέ). Ε' Γαίαι νεκραί (εραζίι μεβάτ) . Άρθρο 2. ''Αι ιδιόκτητοι γαίαι είναι τεσσάρων ειδών. Πρώτον είδος.
Τα εντός των χωρίων και κωμών ευρισκόμενα οικόπεδα, ως και τα εις τα άκρα αυτών κείμενα, ως παράρτημα δε των κατοίκων θεωρούμενα γήπεδα, άτινα δεν δύνανται να ώσι περιπλέον του ημίσεως στρέμματος. Δεύτερον είδος. Αι εκ των δημοσίων γαιών χωρισθείσαι γαίαι, αι αδεία του Ιερού νόμου εις την πλήρη κυριότητα τινός υπαχθείσαι, ίνα εξουσιάζονται κατά τους διαφόρους τρόπους της πλήρους κυριότητας.
Τρίτον ειδοποιαίαι υποκείμεναι εις δεκάτην. Τέταρτο είδος. Αι υποκείμεναι εις τον ειδικόν φόρον "χαράτζ'. Ούτως (επί παραδείγματι) αι κατά την κατάκτησιν εις τους πορθητάς διανεμηθείσαι και κατά κυριότητα εκχωρηθείσαι αυτοίς γαίαι, ονομάζονται "οσριγιέ" (υποκείμεναι εις την δεκάτην) αι δε αφεθείσαι εις τους αυτόχθονας μη μουσουλμάνους κατοίκους ονομάζονται "χαρατζηγιέ" (υποκείμεναι εις τον ειδικό φόρο χαράτζ).
Απασώντων πλήρους ιδιοκτησίας γαιών η κυριότης (ρεκαμπέ) ανήκει των κυρίων αυτών, ήτις μεταβιβάζεται κληρονομικώς, όπως και τα λοιπά κινητά πράγματα, ισχύουσι δ' επ' αυτών αι περί αφιερώσεως, υποθήκης, δωρεάς και δικαιώματος προτιμήσεως διατάξεις. Όταν ο κύριος των γαιών των υποκείμενων εις δεκάτην και του ειδικού φόρου (χαράτζ) αποθάνει άνευ κληρονόμου, αύται περιέρχονται εις την κυριότητα του Δημοσίου και αφομοιούνται προς τας δημοσίας γαίας.
Ο παρών περί γαιών νόμος δεν θα πραγματευθεί περί διατάξεων αφορωσών τας ιδιοκτήτους γαίας, επειδή αι τα τέσσερα είδη των γαιών τούτων αφορώσαι και δικαιοπραξίαι αναγράφονται εν τοις βιβλίοις του Ιερού Δικαίου". Άρθρον 3. " Δημόσιαι γαίαι είναι οι αγροί οι λειμώνες, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί τα δάση και οι παρόμοιαι τούτων τόποι, των οποίων η κυριότης ανήκει τω Δημοσίω, η δε παραχώρησις αυτών (εις ιδιώτας) γίνεται υπό του κράτους.
Αρχαιότερον αι γαίαι αύται, όταν μεταβιβάζοντο ή εγκαταλείποντο σχολάζουσαι, εξουσιάζοντο δια της αδείας και παραχωρήσεως, των ως κυρίων της γης λογιζομένων ως κυρίων των τιμαρίων και επί τινά καιρόν δια της των μισθωτών και εισπρακτόρων. Αλλ' ήδη καταργηθέντων τούτων, εξουσιάζονται αδεία και παραχωρήσει του επί τούτου ειδικού υπαλλήλου του Κράτους, εφοδιαζομένων των κυρίων αυτών με τίτλους ταπίων, φερόντων του σουλτανικού τουγράν.
Ταπίον λέγεται το έναντι δικαιώματος εξουσιάσεως προκαταβαλλόμενον ποσόν, όπερ εισπράττεται δια το Δημόσιον υπό του ειδικού υπαλλήλου. Άρθρον 9. "Εις τας δημοσίας γαίας τας επιδεκτικάς καλλιεργείας σπείρονται παντός είδους σπαρτά.. (είτε αυτοπροσώπως) είτε δι' εκμισθώσεως ή επί χρησιδανείω παραχωρήσεως εις έτερον.
Δεν επιτρέπεται δε να αφίενται αργαί, εφόσον δεν βεβαιωθεί η ύπαρξις νομίμου τινός κωλύματος εν τω περί σχολαζουσών γαιών τμήματι αναγραφομένων" Άρθρον 20. "Αι αγωγαί περί γαιών, εκ του είδους των εξουσιαζομένων με ταπίον, αίτινες κατείχοντο επί δεκαετίαν άνευ δικαστικής αμφισβητήσεως, παραγράφονται μετά την πάροδον του χρόνου τούτου, εφόσον δεν αποδειχθεί ύπαρξις τινός των κατά το ιερόν δίκαιον νομίμων κωλυμάτων οίον η ανηλικότης, η παραφροσύνη, η καταδυνάστευσις και η απουσία, εις τόπον μεμακρυσμένον εις απόστασιν αποδημίας.
Άρθρον 68. "Εάν χωρίς ν' αποδειχθεί η ύπαρξις νομίμου κωλύματος... ο εξουσιάζων αγρόν τινά δεν εκαλλιέργησεν αυτόν ο ίδιος, ουδ' εξεμίσθωσεν, ουδέ έδωκεν αυτόν επί χρησιδανείω προς τούτο και εγκατέλιπεν αυτόν εν αεργία επί τρία κατά συνέχειαν έτη οι αγροί εκείνοι καθίστανται διαθέσιμοι διά ταπίου.. Άρθρον 78. "Εάν τις εξουσιάζει και καλλιεργήσει επί (10) έτη άνευ αμφισβητήσεως δημοσίας και αφιερομένας γαίας αποκτά δικαίωμα μόνιμον, ήτοι μονίμου εγκαταστάσεως και είτε ο εξουσιάζων κατέχει έγκυρον τίτλον, είτε και αν στερείται παντάπασι τοιούτου αι εν λόγω γαίαι δεν θεωρούνται σχολάζουσαι, αλλά δέον να δοθεί αυτώ δωρεάν εκ νέου τίτλος' .
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με το Άρθρο 13 του νόμου περί Ταπίων' της 8 Δζεμαγήλ-Αχίρ 1275 (καθ' ημάς 1857) και το Άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276, οθωμανικού νόμου περί ταπίων, προκύπτει, ότι οι αγροί και τα λειβάδια ανήκαν εκ του νόμου στο τουρκικό κράτος και η παραχώρησή τους προς τους ιδιώτες γινόταν με ειδικό έγγραφο του υπαλλήλου του κτηματολογίου, που ονομαζόταν ταπί και έφερε το μονόγραμμα του Σουλτάνου.
Η παραχώρηση αυτή δεν προσπόριζε στον ιδιώτη εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα) , αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που αναφερόταν στον τίτλο. Το εν λόγω δικαίωμα μπορούσε να αποκτηθεί και με συνεχή επί δεκαετία χωρίς αμφισβήτηση εξουσίαση και καλλιέργεια, προκειμένου περί αγρών.
Μάλιστα στην περίπτωση αυτή ο καλλιεργητής μπορούσε να ζητήσει την προς αυτόν χορήγηση τίτλου διαρκούς εξουσιάσεως (ταπίου) δωρεάν. Όπως όμως προκύπτει από τη διατύπωση της ως άνω διατάξεως, που θέτει ως προϋπόθεση για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος, όχι μόνον την εξουσίαση, αλλά και τη συνεχή 'καλλιέργεια'του αγρού επί δεκαετία, αυτή δεν μπορεί να εφερμοστεί, όταν δεν μπορεί να υπάρξει καλλιέργεια, όπως επί βοσκοτόπων (χειμαδίων και θερέτρων), που εξομοιώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 24 νόμου, προς καλλιεργήσιμες γαίες.
Εξάλλου με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 2052/1920 παραχωρήθηκε στους έχοντας δικαίωμα εξουσίασης των ακινήτων κτημάτων, που αποτελούσαν την κατηγορία των ''δημοσίων γαιών'' (εραζί-ι-εμιριγέ) κατά το νόμο της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), και τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου και το επί όλου κτήματος ανήκον εις το δημόσιον δικαίωμα κυριότητας.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (49) το Δημόσιο ανέκτησε κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του όλου κτήματος το εις τον μέχρι τούδε εξουσιαστή παραχωρημένο δικαίωμα εξουσίασης. Το δικαίωμα αυτό εξουσίασης (επί του 1/5) δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929 ''περί Διοικήσεως Δημοσίων κτημάτων'', που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 17, 18, 19 του α.ν. 1540/1938, περιέρχεται από της ισχύος του διατάγματος αυτού στους κατά το χρόνο αυτό συνιδιοκτήτες του Δημοσίου υπό τους όρους που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Με τον παραπάνω, δηλαδή, λόγο ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή την υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Με την από 28-7-1921 απόφαση του τότε Υπουργού Γεωργίας, ήρθη η απαγόρευση επί του ποσοστού των 4/5 του αγροκτήματος ... στην περιφέρεια Ιωαννίνων, ιδικτησίας της Χ. Β. και επιτράπηκε από το Κράτος η πώλησή του σε εγκατοίκους καλλιεργητές αυτού, υπό τον όρο προσαγωγής ενώπιον του Συμβολαιογράφου που θα συνέτασσε τις αγοραπωλησίες, πιστοποιητικού του αρμόδιου γραφείου Εποικισμού ότι οι αγοραστές είναι μπαστανούχοι του κτήματος.
Πράγματι, δυνάμει του με αριθμό .../19.10.1921 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Δημητρίου Λιάσκου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στις 18.11.1921 (τόμος 8 με α.α. 32), η Χ., χήρα Π. Β., το γένος Δ. Τ. κυρία και κάτοχος κατά τους επ' ονόματί της επίσημους τουρκικούς τίτλους (ταπία) του τουρκικού κτηματολογίου Ιωαννίνων, του ανωτέρω αγροκτήματος, με βάση την ανωτέρω άδεια του Υπουργείου Γεωργίας, δυνάμει του Ν. 2052/1920 και με την προσαγωγή ενώπιον του Συμβολαιογράφου, πιστοποιητικού Εποικισμού Ιωαννίνων που διελάμβανε ονομαστικώς ένα έκαστον των δικαιούχων μπασταινούχων του εν λόγω ακινήτου, μεταβίβασε στον Χ.
Α. του Ι., πατέρα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, την κυριότητα επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου, μεταξύ άλλων, "εξ ενός χωραφίου μετά βοσκοτόπου" στη θέση "..." του χωριού ... Τσαρκοβίτσας Νομού Ιωαννίνων (μπάσταινας της οποίας τύγχανε επίμορτος καλλιεργητής), συνορευομένου γύρωθεν με χωράφι Φ. Β., Κ., με μουσιά Δ., με μουσιά και χωράφι Σ., Τ.
Γ., Γ. Γ., Κ. Β., Α. Ν. και αδελφών αυτού. Ακολούθως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929, περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή μεταγραφών στον ανωτέρω δικαιοπάροχο του ενάγοντος, το υπόλοιπο 1/5 του ανωτέρω ακινήτου. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η ίδια ως άνω πωλήτρια μεταβίβασε, βάσει της προμνησθείσας άδειας του δημοσίου και με τις λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις και διατυπώσεις, κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου επί χωραφίων του ευρύτερου αγροκτήματος σε αρκετούς από τους προαναφερθέντες όμορους καλλιεργητές.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, καλόπιστα από το 1921 μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλά και στη συνέχεια έως και το 1975, οπότε και απεβίωσε (13.2.1975), ο Χ. Α. νεμόταν το παραπάνω ακίνητο, ασκώντας διανοία κυρίου τις πράξεις κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση του, ήτοι καλλιεργούσε επί μακρόν κριθάρι και βρύζα, είχε οριοθετήσει αυτό με πέτρες και σημάδια και ακολούθως, όταν αυτό κατέστη μη καλλιεργήσιμο, έβοσκε τα ζώα του, στο κατωτέρω δε, περιγραφόμενο τμήμα του ακινήτου εμβαδού 500 τ.μ.
υπήρχε και στρούγκα που είχε φτιάξει ο δικός του πατέρας (και παππούς του ενάγοντος), όπου στάβλιζε τα ζώα του. Με τον τρόπο αυτό και νεμόμενος το ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι το θάνατό του, κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. .../28.1.1950 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του τότε Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικόλαου Ευθυμιάδου που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 31/1976 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ο ανωτέρω Χ.
Α. κατέλιπε στον ενάγοντα υιό την ψιλή κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, το οποίο περιγραφόταν ως χερσότοπος εκτάσεως 10 στρεμμάτων περίπου, με τα ίδια ως άνω όρια, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ... Δήμου Δωδώνης, ενώ την επικαρπία του κατέλιπε στη σύζυγό του και μητέρα του ενάγοντος Ε.
Α., η οποία απεβίωσε το ίδιο έτος (20.12.1975). Ο ενάγων, αμέσως μετά την επαγωγή σ' αυτόν του ως άνω χερσότοπου, άρχισε να το νέμεται και συνέχισε να βόσκει τα ζώα του εντός αυτού, δυνάμει , δε, της με αριθμό .../7.12.1982 δήλωσης αποδοχής του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη, νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθ/κείου (τόμος ...
με α.α.23), αποδέχθηκε την εκ της διαθήκης επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιαία περιουσία του πατρός του, η οποία και περιελάμβανε το εν λόγο ακίνητο (η επικαρπία του οποίου περιήλθε αυτοδικαίως στον ενάγοντα μετά το θάνατο της μητρός του), καταστάς έτσι κύριος του ακινήτου με παράγωγο τρόπο. Ακολούθως, ο 75χρονος τότε ενάγων, ανέθεσε τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος του εν λόγω ακινήτου στην αρχιτέκτονα μηχανικό Σ.
Δ. και στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. .../21.11.2002 συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταύρου Παργανά, νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμος ... μα α.α. 45), προέβη στη διόρθωση της παραπάνω δήλωσης αποδοχής, ως προς την πραγματική έκταση και τα ακριβή όρια του εν λόγω ακινήτου, το οποίο προσδιόρισε στα 27.995,51 τ.μ.
και συνορεύον με ιδιοκτησίες κληρονόμων Σ., μουσιά (κοινοτική έκταση) Δ., ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Α., ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Γ. και με δασικό δρόμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι όμοροι ιδιοκτήτες του εν λόγω ακινήτου, όπως αυτοί αναφέρονταν στο προαναφερθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1921, συμπίπτουν ακόμη και σήμερα, όπως συμβαίνει με τις ιδιοκτησίες κληρονόμων Σ.- τότε Θ.
Σ., η μουσιά Δ., οι ιδιοκτησίες κληρονόμων Ν. Α.-τότε Ν. Α., η ιδιοκτησία Γ. Γ.-τότε Γ. Γ.. Εν τω μεταξύ, από το χρόνο που εγκαταστάθηκε στο κληριονομηθέν, ο ενάγων αντιδρούσε στα τέλη βοσκής που του επέβαλε το κοινοτικό συμβούλιο ..., ασκώντας τις σχετικές προσφυγές. Μάλιστα, με αφορμή παρόμοια προσφυγή του έτους 1973 που άσκησε ο ίδιος και άλλοι έξι γεωργοί, κάτοικοι της ίδιας κοινότητας, εκδόθηκε η με αριθμό104/1980 απόφαση ΣτΕ, η οποία απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως των αρχικώς προσφευγόντων κατά της αποφάσεως της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης φορολογικών Διαφορών- που επίσης απέρριπτε τις σχετικές εφέσεις τους- με το αιτιολογικό ότι η τότε κοινότητα εδικαιούτο να επιβάλει τέλη βοσκής σε κατοίκους της καθ' όσον είχε τη χρήση εκτάσεων της περιφέρειάς της, οι οποίες ανήκουν κατά κυριότητα σε περισσότερους ιδιοκτήτες κατά διαιρετά μέρη.
Τμήμα εξάλλου του όλου πιο πάνω ακινήτου, εκτάσεως 500 τ.μ., που αποτελεί και το επίδικο, κατελήφθη από την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία 'VODAFON-PANAFON' τον Νοέμβριο 2000, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. Όλα τα παραπάνω αποδείχθηκαν τόσο από τα μνημονευθέντα έγγραφα, όσο και από την σαφή κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως της αγωγής και αγροφύλακα επί 30ετία στην περιοχή, καθώς επίσης και από τις μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των υπέργηρων συγχωριανών του ενάγοντος, που περιέχονται στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας σκέψεως ένορκη βεβαίωση.
Αντίθετα, από τα προσκομιζόμενα από τον αντενάγοντα αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος είχε από αμνημονεύτου χρόνου παραδοθεί από το τουρκικό κράτος στην κοινή χρήση των κατοίκων της τότε κοινότητας ... για τη βόσκηση των ζώων τους και ότι η τώρα υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπάρχει από χρόνου τόσου , ώστε η γενεά ανθρώπων που ζει κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, καθεμιάς απ' αυτές νοουμένης και εκτεινομένης επί σαράντα έτη, να μη γνώρισαν διαφορετική κατάσταση, ούτε ότι αυτή η έκταση αποτελούσε βοσκότοπο που είχε αφεθεί στη κοινή χρήση, δηλαδή είχε εγκαταλειφθεί από αμνημόνευτο χρόνο, κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους, στην κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων αυτής συλλογικώς εξουσιαζόμενη από τους τελευταίους, οι οποίοι ανέκαθεν τη χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή των ζώων τους.
Οι καταθέσεις των προσώπων που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο Δήμος Δωδώνης δεν αναφέρονται στα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για την αναγνώριση κυριότητας με τα προσόντα της αμνημονεύτου αρχαιότητας σε συνδυασμό με τα απαιτούμενα στοιχεία για τις βοσκήσιμες γαίες, όπως αυτά αναλύθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Αντιθέτως, τόσο αυτές όσο και η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως της ανταγωγής, πρώην κοινοτάρχη ..., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απηχούν τη μακροχρόνια αντιδικία μεταξύ της κοινότητας και των ιδιοκτητών της γύρω από το ακίνητο του ενάγοντος περιοχής, αλλά και -πράγμα αξιοσημείωτο- την επίμονη άρνηση των εκάστοτε κοινοταρχών να αναγνωρίσουν τους καθ' όλα νόμιμους τίτλους κυριότητας του 1921 των διαφόρων μελών της κοινότητας που ήταν, από τουρκοκρατίας ακόμη, μπασταινούχοι των χωραφιών της περιφέρειας στα οποία περιλαμβάνεται και το ακίνητο του ενάγοντος, όπως προαναφέρθηκε.
Από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δήμος Δωδώνης ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, από το έτος 1920 μέχρι το 2000 που εκμίσθωσε αυτό στην ως άνω εταιρία, ότι δηλ. ασκούσε πράξεις διακατοχής που προσιδίασαν στη φύση του διανοία κυρίου και μάλιστα εκμίσθωση, διάνοιξη δρόμων, καθαρισμό, ξύλευση, συλλογή καρπών, δια της ολότητας των κατοίκων της κοινότητας.
Ουδόλως αποδείχθηκε, επίσης, ο επικουρικός ισχυρισμός του Δήμου ότι ασκούσε ανέκαθεν τις πράξεις αυτές διανοία οιονεί νομέα επικαρπίας, ώστε να αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το δικαίωμα επικαρπίας επί του επιδίκου, χωρίς μάλιστα να ιστορεί ποιος τυγχάνει ο ψιλός κύριος αυτού, ως αντιπρόσωπος του οποίου ασκεί την κύρια νομή του επιδίκου.
Το γεγονός ότι κατά καιρούς και περιστασιακά, κάποιοι κάτοικοι της κοινότητας βοσκούσαν τα ζώα τους στο επίδικο, όπως και στη γύρω περιοχή, δεν αναιρεί όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως για την κυριότητα που απέκτησε ο ενάγων επ' αυτού. Ακόμη περισσότερο, δεν αναιρούνται τα ανωτέρω αποδειχθέντα από το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων, όπως ισχυρίζεται ο Δήμος Δωδώνης, ως μέλος του κοινοτικού συμβουλίου ..., συνυπέγραψε τον καθορισμό των βοσκοτόπων της περιοχής, όπου περιλαμβάνεται και το επίδικο ...
αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι, όπως προαναφέρθηκε, ορισμένοι κάτοικοι της κοινότητας βοσκούσαν τα ζώα τους περιστασιακά στην επίδικη έκταση ...". Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' αυτού και της ανώνυμης εταιρίας "VODAFON-PANAFON ΑΕ Τηλεπικοινωνιών", ενώ είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αντίθετη διεκδικητική ανταγωγή κυριότητας του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου αναφορικά με το ίδιο ακίνητο.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 3, 9,19,30,63,68,71,92 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), όπως το άρθρο 78 συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914 και 2 και 3 της 23 Μουχαρέμ "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αφενός μεν, ότι η αρχική δικαιοπάροχος του ενάγοντος Χ.
χήρα Π. Β. ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου, η οποία, στη συνέχεια, με το .../1921 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Δημητρίου Λιάσκου μεταβίβασε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου στο Χ. Α., πατέρα και άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος και αφετέρου ότι η ανωτέρω ήταν κυρία και κάτοχος, κατά τους επισήμους τίτλους (ταπίο) του τουρκικού κτηματολογίου, παρόλο που τέτοιο τίτλο ούτε επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος.
Με βάση όμως τις παραδοχές της προσβαλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, όπως, επίσης και τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού, όπως ειδικότερα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, η αρχική δικαιοπάροχος του ενάγοντος Χ.
Β. απέκτησε δυνάμει του τίτλου (ταπίου) του τουρκικού Κτηματολογίου Ιωαννίνων δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) στο επίδικο ακίνητο, κατόπιν παραχωρήθηκε σ' αυτήν δικαίωμα κυριότητας σ' αυτό κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και τέλος περιήλθε σ' αυτήν και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, όπως και στη μείζονα σκέψη εκτίθεται.
Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι ο ενάγων δεν απέδειξε την ύπαρξη ταπίου στο όνομα της αρχικής δικαιοπαρόχου του Χ. Β., αφού αυτή δεν διέθετε τέτοιο τίτλο και δεν απέδειξε ακόμη την ύπαρξη διηνεκούς εξουσίασής της στο επίδικο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρεί την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. β' ΚπολΔ., λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλει την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψεν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανταγωγή του που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αν τα ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση και κατά τα οποία α) η Κοινότητα, είτε ως τέτοια είτε ως συνοικισμός, υφίσταται από τουρκοκρατίας, β)επί τουρκοκρατίας οι εκτάσεις, όπως και το επίδικο, είναι "βοσκήμισες γαίες" και μη καλλιεργήσιμες, γ) πρόκειται για βοσκότοπο, γεγονός που συνάγεται από το ότι οι κάτοικοι της Κοινότητας βοσκούσαν τα ζώα τους σ' αυτό, δ)η Κοινότητα ασκεί πάντοτε τα δικαιώματά της και επιβάλλει φόρους για τους βοσκότοπους και ε) η συνυπογραφή του πρακτικού της Κοινότητας για τον καθορισμό των βοσκοτόπων -της Κοινότητας- , στους οποίους περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, από τον αναιρεσίβλητο, αναιρεί την κυριότητα αυτού.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Ο ίδιος πιο πάνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμησή του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έσφαλε με το να δεχθεί ότι " από κανένα απολύτως....στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι...
ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, από το έτος 1920...", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV. Κατά το άρθρο 281ΑΚ η άσκηση του δ/τος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκη από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλ' απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω ή συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟΛ.ΑΠ 8/01, 1/97, 62/90, 2101/84, 88/80).
Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (ΟΛ.ΑΠ 17/95).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, προβάλλει την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε, ως Εφετείο, με το να απορρίψει την ένστασή του για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Από την επισκόπηση των αποδεικτικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων-εναγόμενος προέβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσής του την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ., που, κατά το, ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, στηριζόταν στα εξής περιστατικά: "ότι ο ενάγων τουλάχιστον μετά το 1979 αγνοούσε και την ύπαρξη ακόμη του επιδίκου.
Τούτο είναι εμφανές, αφού θέλει να οικειοποιηθεί και δραμεσίτικο μέρος. 'Όταν δε διανοίχθηκε δρόμος, που ένωσε το επίδικο με τη γενικότερη περιοχή δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε επ' ελάχιστον. Ούτε επί ξύλευσης, δρόμων, δεξαμενής, κλπ. Η δε παράλειψή του να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα κάλλιστα σημαίνει σιωπηρή βούλησή του, και στην περίπτωση που θα έχει εκεί κάποιο δικαίωμα, να καταστεί τούτο κοινόχρηστο, άλλως προς πολλού θα είχε εμποδίσει τους δρόμους πολύ πριν φθάσουν εκεί, αφού ισχυρίζεται ότι έχει μεγαλύτερη έκταση στρεμμάτων οικεία, συνάγεται δε συμπεριφορά γενικότερης παραίτησης".
Στη συνέχεια, το ως Εφετείο δικάσαν, Πολυμελές πρωτοδικείο, έκρινε,, ότι τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής από τον ενάγοντα. Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε.
Και τούτο διότι, υπό τα ως άνω προβληθέντα περιστατικά από τον εναγομένο για τη στήριξη της ένστασής του, η διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια της πρόκλησης έντονης αδικίας στον αναιρεσείοντα εναγόμενο. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου ... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (Ολ.ΑΠ 45/1987). Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, εάν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Οι λόγοι, επομένως, της αναίρεσης με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμησή τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 περ β', 11 περ γ' και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Πολυμελές πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη και τους αναφερόμενους λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για τη θεμελίωση της ένστασής του για την καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής όπως και την προβληθείσα απ' αυτόν ένσταση παραγραφής του επίδικου δικαιώματος (τρίτος λόγος κατά το τρίτο μέρος του και τέταρτος λόγος), δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα (1/1980, 7/1982, 1/1986, 10/1988, 3/1989, 2/1990 πρακτικά του Κοινοτικού Συμβουλίου και το από 14-1-1977 έγγραφο του Κοινοτάρχη ...), που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της πιο πάνω ένστασής του (τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του), δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αρ. 670, 671/2-12-2003 και 214/2006 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις, που ο ίδιος προσκόμισε καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων, τους οποίους αυτός προσήγαγε (δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του) και τέλος δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την 104/1980 απόφαση του ΣτΕ (πέμπτος λόγος), είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2007 αίτηση του Δήμου Δωδώνης για αναίρεση της 324/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ