Legislator Case Law & Legislation
1292/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unilateral detrimental employment contract modification.

Case Number 1292/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by KTEL N. Achaea against the Patras Court of Appeal's decision. The court found that the employer unilaterally and detrimentally modified the employee's position from supervisor to collector, violating the Labor Code and the company's own regulations. Consequently, the court upheld the lower court's ruling that the employer must reinstate the employee in the higher position and pay corresponding wages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7 of Law 2112/1920; Articles 648, 652 of the Civil Code: A unilateral detrimental modification of employment terms by the employer without employee consent constitutes a valid cause for termination or a claim for reinstatement and damages, and the employer is liable for the consequences.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification detrimental employment change Labor Code provisions reinstatement and damages employer liability organizational regulations labor dispute resolution

Cited Legislation

AI generated
Article 7 of Law 2112/1920
Article 648 of the Civil Code
Article 652 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1292 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1292/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε. - Ανώνυμη Μεταφορική Τουριστική και Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα.

Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2007 αίτησή της και με τους από 1-4-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 10-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 648, 652 ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.

Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει ως εξής: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από μέρους του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας την υπηρεσία του σύμφωνα με τους όρους πριν τη μεταβολή, οπότε η μη αποδοχή αυτών από τον εργοδότη καθιστά τον τελευταίο υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).

Μονομερή δε βλαπτική μεταβολή μπορεί να αποτελέσει και η ανάθεση στον υπάλληλο εργασίας και η ανάθεση στον υπάλληλο εργασίας κατώτερης από εκείνη που πρόσφερε κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, η οποία τον συνδέει με τον εργοδότη του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1-5, 3 στοιχ. γ'και 6 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ), που κυρώθηκε με το Π.Δ 229 της 23/30-8-1994 και έχει ισχύ νόμου, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Π.Δ 246/2006, συνάγεται, ότι το προσωπικό του ΚΤΕΛ διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και σε προσωπικό διοικήσεως και κινήσεως, το δε τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες αυτού (ΚΤΕΛ).

Στο προσωπικό κινήσεως υπάγεται και ο σταθμάρχης, ο οποίος προΐσταται των ελεγκτών, εισπρακτόρων, οδηγών, εκδοτών εισιτηρίων, φορτοεκφορτωτών και αποθηκαρίων, καθώς και ο προϊστάμενος κινήσεως, ο οποίος προΐσταται σε όλο το προσωπικό κινήσεως και είναι υπεύθυνος για την έκδοση της υπηρεσίας του προσωπικού των λεωφορείων και παρακολουθήσεως των κυκλωμάτων εργασίας και της κινήσεως των γραμμών γενικώς.

Το τακτικό προσωπικό (πλην των οδηγών) κατέχει οργανικές θέσεις, που καθορίζονται κατά κατηγορία εντός του πρώτου τετραμήνου εκάστου έτους με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ και στις θέσεις αυτές εντάσσονται οι μισθωτοί, εφόσον έχουν τα απαιτούμενα από τον κανονισμό προσόντα και κριθούν κατάλληλοι για την αντίστοιχη θέση.

Όμως για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών παρασχέθηκε στη διοίκηση του ΚΤΕΛ η δυνατότητα αναθέσεως στο προσωπικό καθηκόντων ανωτέρου βαθμού. Η ανάθεση των καθηκόντων αυτών, λόγω του επιδιωκομένου ως άνω σκοπού της, δεν αποτελεί προαγωγή και δεν μπορεί να υπερβαίνει κάθε φορά το έτος, το οποίο μπορεί να παραταθεί για τρεις ακόμη μήνες, εφόσον υπάρχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, ήτοι ασθένεια εκείνου που κατέχει την ανώτερη θέση, απουσία του για μετεκπαίδευση κλπ.

Μετά την παρέλευση του έτους, που ορίσθηκε με τη σχετική απόφαση, εκείνος στον οποίο ανατέθηκαν καθήκοντα ανώτερης θέσεως επανέρχεται στην κατώτερη θέση του, εκτός αν εξακολουθούν να υπάρχουν οι ανάγκες, που επέβαλαν την εν λόγω ανάθεση, οπότε η διοίκηση οφείλει να συστήσει οργανική θέση, μη έχουσα πλέον δυνατότητα να συνεχίσει να καλύπτει τις ανάγκες αυτές με ανάθεση καθηκόντων σε υπαλλήλους κατωτέρου βαθμού, αφού με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε η διοίκηση να καταστρατηγεί τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού, που επιβάλλουν τη σύσταση οργανικών θέσεων για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως.

Εφόσον η ανάθεση καθηκόντων ανωτέρου βαθμού δεν συνιστά προαγωγή, τέτοια καθήκοντα μπορούν να ανατεθούν και σε υπάλληλο, ο οποίος δεν κατέχει τα τυπικά προσόντα για την προαγωγή του στην ανώτερη θέση. Η προαγωγή γίνεται πάντοτε σε οργανική θέση, ενώ η ανάθεση καθηκόντων ανωτέρου βαθμού μπορεί να γίνει και αν δεν υπάρχει οργανική θέση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος στις 5-9-1994 προσλήφθηκε από το ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας, του οποίου η αναιρεσείουσα είναι καθολική διάδοχος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εφεδρικός εισπράκτορας και έκτοτε προσέφερε σ' αυτή την εργασία του μέχρι στις 17-7-1999, οπότε από τη διοίκηση του ΚΤΕΛ του ανατέθηκαν τα καθήκοντα ανωτέρου βαθμού του σταθμάρχη για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού.

Στην εν λόγω θέση εργάσθηκε μέχρι τις 31-7-2001, οπότε με την υπ' αριθ. ...... απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας ανατέθηκε σ' αυτόν η άσκηση των καθηκόντων του βαθμού του προϊσταμένου του γραφείου κινήσεως, που είναι καθήκοντα ανωτέρου βαθμού από εκείνα του εισπράκτορα. Έκτοτε ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του ανωτέρου αυτού βαθμού, έχοντας την ευθύνη της συντάξεως και εκδόσεως της υπηρεσίας των λεωφορείων και του προσωπικού, καθώς και της παρακολουθήσεως των κυκλωμάτων εργασίας και της κινήσεως γενικά των γραμμών, ενώ συγχρόνως του καταβάλλονταν κατά το πρώτο χρονικό διάστημα οι νόμιμες αποδοχές του σταθμάρχη και κατά την τελευταία τριετία εκείνες του προϊσταμένου κινήσεως.

Ο αναιρεσίβλητος παρείχε την εργασία του αυτή κατά τον ως άνω τρόπο επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες της αναιρεσείουσας, γεγονός που επέβαλε την ανάθεση σ' αυτόν και την άσκηση από τον ίδιο των καθηκόντων του εν λόγω ανωτέρου βαθμού.

Όμως η αναιρεσείουσα στις 12-10-2004 γνωστοποίησε σ' αυτόν την υπ' αριθ. ...... απόφαση του ΔΣ της, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να παύσει να παρέχει τις υπηρεσίες του ως προϊστάμενος κινήσεως και να επανέλθει στη θέση του μονίμου πλέον εισπράκτορα, στην οποία είχε ήδη προαχθεί αρμοδίως στις 8-6-2004. Ο αναιρεσίβλητος δεν αποδέχθηκε τη μεταβολή αυτή, η δε αναιρεσείουσα μέχρι τότε δεν είχε συστήσει οργανική θέση προϊσταμένου κινήσεως, όπως είχε υποχρέωση κατά τον κανονισμό, αφού ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να παρέχει μόνιμα και σταθερά την εργασία αυτή.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκρινε το Εφετείο ότι η επαναφορά του αναιρεσιβλήτου, κατ' εντολή της διοικήσεως της αντιδίκου του, στη θέση του εισπράκτορα μετά παρέλευση πενταετίας, κατά την οποία μέχρι τις 25-6-2001 ασκούσε καθήκοντα σταθμάρχη και στη συνέχεια μέχρι τις 24-10-2004 ασκούσε αποκλειστικά καθήκοντα προϊσταμένου κινήσεως, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως αυτού, γιατί αφ' ενός μεν συνεπάγεται ηθική του μείωση, αφού η θέση του εισπράκτορα είναι υποδεέστερη από εκείνες του σταθμάρχη και του προϊσταμένου κινήσεως, αφ' ετέρου δε τον ζημιώνει υλικά, αφού οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του εισπράκτορα είναι μικρότερες από εκείνες του σταθμάρχη και του προϊσταμένου κινήσεως.

Συνεπώς, η αναιρεσείουσα, μετά την άρση της βλαπτικής αυτής μονομερούς μεταβολής της ως άνω εργασιακής συμβάσεως, έχει υποχρέωση να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο ως προϊστάμενο κινήσεως και να του καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές, που αντιστοιχούν στην εν λόγω θέση. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη από 28-1-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά τα σχετικά αιτήματά της, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε από τον κανονισμό το δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα, να επαναφέρει αυτόν στη θέση του εισπράκτορα, ενώ προηγουμένως είχε αναθέσει σ' αυτόν στη αρχή καθήκοντα σταθμάρχη και στη συνέχεια καθήκοντα προϊσταμένου κινήσεως και η ανάθεση αυτή είχε διαρκέσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους και, λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, μεγαλύτερο των δέκα πέντε μηνών, αλλ' αντίθετα είχε υποχρέωση, είτε να διακόψει την ανάθεση σ' αυτόν των καθηκόντων ανωτέρου βαθμού μετά την παρέλευση των ως άνω χρονικών διαστημάτων, είτε να συστήσει οργανική θέση προϊσταμένου κινήσεως, ανεξάρτητα μάλιστα του αριθμού των υφισταμένων οργανικών θέσεων.

Σε διαφορετική περίπτωση θα παρεχόταν στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες με ανάθεση ασκήσεως καθηκόντων ανωτέρου βαθμού σε υπαλλήλους της επί ικανά μεγάλο χρονικό διάστημα και να μη συνιστά νέες οργανικές θέσεις, ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού της, επιβάλλεται σ' αυτή να δημιουργεί νέες οργανικές θέσεις και να εντάσσει σ' αυτές το προσωπικό της, που έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την κάλυψη αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως συμπληρώθηκε παραδεκτώς με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, όπως συμπληρώθηκε παραδεκτώς με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.5.2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. ΑΧΑΪΑΣ Α.Ε" για αναίρεση της 25/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ