1292/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1292/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, στις αφιερωμένες (βακουφικές) γαίες, ανήκαν, α) οι αληθώς ιδιόκτητες γαίες(γνήσια βακούφια), οι οποίες είχαν αφιερωθεί σύμφωνα με τον ιερό νόμο, η δε ιδιοκτησία και τα λοιπά δικαιώματά τους ανήκαν στο αφιέρωμα. Επ΄ αυτών δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του πολιτικού νόμου, αλλά η αποκλειστική κυριότητα και λοιπή διαχείριση διέπονταν από τις διατάξεις και τους όρους του αφιερωτή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1292/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καπερώνη Προεδρεύοντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .... και 2. ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φιλιώτη.
Του αναιρεσίβλητου:Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-1991 αγωγή των αρχικών διαδίκων .... και των ήδη 1ου και 2ου αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 2730/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση και εκδόθηκε η 315/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1498/2003 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 4-1-2005 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274(1858), στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παραγρ.1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις Ι. Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας, αρκεί η "προσάρτησή" τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο(defterhane),που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γιαυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του οθνπΓαιών, κατά δε την παραγρ.2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές "προσαρτήματα" των Ι.
Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) όχι απ΄ ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του Μοναχού, εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημόσιων γαιών του άρθρου 3 του οθνπΓαιών (arazi-i emiriye),εφαρμόζονταν δε σ΄ αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του οθΝπΓαιών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, στις αφιερωμένες (βακουφικές) γαίες, ανήκαν, α) οι αληθώς ιδιόκτητες γαίες(γνήσια βακούφια), οι οποίες είχαν αφιερωθεί σύμφωνα με τον ιερό νόμο, η δε ιδιοκτησία και τα λοιπά δικαιώματά τους ανήκαν στο αφιέρωμα. Επ΄ αυτών δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του πολιτικού νόμου, αλλά η αποκλειστική κυριότητα και λοιπή διαχείριση διέπονταν από τις διατάξεις και τους όρους του αφιερωτή.
Για την ίδρυση ενός γνησίου βακουφίου, απαιτείτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 35,41 του νόμου περί Βακουφίων της 19ης Τζεμαζήλ -Αχίρ 1280(1862), του άρθρου 1 των οδηγιών " περί της ενεργείας των αναγκαίων πράξεων επί των υπό του Ντεφτερχανέ εκδιδομένων τίτλων των εν Κωνσταντινουπόλει και εν ταις επαρχίαις κειμένων εστεγασμένων και προσοδοφόρων βακουφίων" της 23ης Μαρτίου 1292(1876) και τις Οδηγίες του Υπουργείου κτηματολογίου της 7ης Σαφέρ 1308(1890), η έκδοση ιεροδικαστικής αποφάσεως, βάσει της οποίας ο ιερονομικός κρατικόςσύμβουλος(σεϊχουλισλάμης)εξέδιδε γνωμοδότηση (φετφά) που μεταγραφόταν σε ειδικά κτηματολογικά βιβλία ως ιδρυτικός τίτλος του βακουφίου, χωρίς να εκδίδει τίτλο στο όνομα του βακουφίου, διότι ο οθωμανικός νόμος αγνοούσε τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, τη διεύθυνση και διεξαγωγή των υποθέσεων του οποίου είχε ο οριζόμενος με το αφιερωτήριο ή διοριζόμενος από το δικαστή έφορος(μουτεβελή).
β) Οι γαίες που είχαν αποσπασθεί από δημόσιες γαίες και είχαν αφιερωθεί, από τον Σουλτάνο ή με άδειά του από άλλα άτομα, για ορισμένες σκοπούς, η ιδιοκτησία των οποίων ανήκε στο δημόσιο και μόνο ορισμένες ωφέλειές τους είχαν παραχωρηθεί στο αφιέρωμα(μη γνήσια βακούφια).Οι αφιερωμένες γαίες αυτού του είδους, οι οποίες καθόλα τα άλλα σε τίποτε δεν διαφέρουν των λοιπών δημοσίων γαιών και υπάγονται στον περί γαιών νόμο και όχι στις περί βακουφικών διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ανήκουν, και μετά την αφιέρωση, κατά ψιλή κυριότητα στην πολιτεία και φέρουν την ονομασία "αφιέρωμα", αλλά μόνες οι ανήκουσες στην πολιτεία πρόσοδοι από τη γη έχουν ειδικώς αφιερωθεί υπέρ ευαγούς σκοπού.
Οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του ν.147/1914,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν.262/1914.Ενόψει δε του ότι το οθωμανικό δίκαιο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, και επομένως, εκτός των άλλων, και οι Μονές δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν τοις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων" ορίστηκε ότι, τα ακίνητα των οποίων τη διαχείριση, ως πραγμάτων που ανήκουν σ΄ αυτές είχαν, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, οι αρχές και επιτροπές των ορθόδοξων κοινοτήτων ή των επί μέρους ιδρυμάτων που υπάγονται σ΄ αυτές στα οποία, όπως είναι φανερό περιλαμβάνονται και τα παντός είδους νομικά πρόσωπα, των οποίων ακινήτων τις προσόδους οι ανωτέρω αρχές ,επιτροπές, ιδρύματα και νομικά πρόσωπα διέθεταν για την εξυπηρέτηση κάποιου από τους σκοπούς που μνημονεύονται στο νόμο αυτό, μεταξύ των οποίων και οι κοινωφελείς, αναγνωρίζονται ως περιουσίες τους που έχουν αποκτηθεί νομίμως ,και αν ακόμη οι τίτλοι τους έχουν εκδοθεί στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί κάποια ακυρότητα κτήσεως κατά τον οθωμανικό νόμο, είτε λόγω ελλείψεως ικανότητας προς κτήση από το αποκτών νομικό πρόσωπο, είτε λόγω του ανεπίδεκτου μεταβιβάσεως του ακινήτου με πράξη αιτία θανάτου, είτε για μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατά την μεταβίβαση.
Με τη διάταξη αυτή έπαψε να υπάρχει εξ υπαρχής η ανικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων, επομένως και των νομικών προσώπων, να αποκτήσουν κυριότητα, η οποία υπήρχε στο παρελθόν σύμφωνα με το καθεστώς το οποίο ίσχυε επίτουρκοκρατίας (ανυπαρξία νομικών προσώπων), η κτήση, όμως, αυτή της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δεν επερχόταν αμέσως από το νόμο, αλλά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδ.
β' και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1και 2 και 21 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετά την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο νόμο αυτό και την, μετά από τη νόμιμη συλλογή και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώρισή της με απόφαση των αρμοδίων κατά τη διάταξη του άρθρου 11 επιτροπών (ΟλΑΠ1741/1980).
Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η Ιερή Μονή ...., η οποία λόγω καταστροφής της από πυρκαγιά κατά το έτος 1933 ενσωματώθηκε στην Ιερά Μονή.... και έκτοτε αποτέλεσε μετόχι αυτής, τουλάχιστον από το έτος 1904 κατείχε και εκμεταλλευόταν υπό το καθεστώς της Οθωμανικής κυριαρχίας μεγάλη έκταση, εκμισθώνοντας αυτήν, η οποία βρισκόταν στις θέσεις ..., ..., ....
και .... της περιοχής ...., εκτεινόμενη από την παραλία μέχρι τον ....και αποτελούμενη από αγρούς, δάση και βοσκοτόπους, χωρίς τουλάχιστον για τα δάση και τους βοσκοτόπους να έχει χορηγηθεί ποτέ προς τούτο έγγραφος τίτλος (ταπί). Μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό και ειδικότερα με την υπ'αριθμ. ..../1924 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας απαλλοτριώθηκε η παραπάνω έκταση υπέρ της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως Κατερίνης, η οποία κάλεσε την Ι.
Μονή .... να προσκομίσει σχετικούς τίτλους για την κατοχή της εκτάσεως, αλλά εκείνη δεν προσκόμισε κανένα. Κατά την αποτύπωση των ετών 1929-1932 της διανεμητέας στους ακτήμονες εκτάσεως, προέκυψε και το υπ'αριθμ. .... τεμάχιο εκτάσεως 1.776,850 στρεμμάτων, τμήματα του οποίου αποτελούν και τα επίδικα ακίνητα. Το ανωτέρω τεμάχιο ήταν ανέκαθεν βοσκότοπος, το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αντιδρούσε στην κατοχή από τη Μονή ....
όλης της προαναφερόμενης ευρύτερης εκτάσεως και ειδικώς της αποτελούμενης από δάση, δασικές εκτάσεις και βοσκοτόπους, ισχυριζόμενο ότι μετά την απελευθέρωση περιήλθε σ' αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,3,9,10,11,14 της από 30 Ιανουαρίου 1923 συνθήκης της Λωζάνης, η οποία κυρώθηκε με το από 25/25 Αυγούστου 1923 Ν.Δ/γμα ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου στο οποίο ανήκε και ειδικότερα το ως άνω υπ' αριθμ. 30 τεμάχιο της ανωτέρω διανομής της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως.
Για το λόγο αυτό κατ΄ εντολή του Δασαρχείου .... ζητήθηκε από την ως άνω Μονή η προσκομιδή τίτλων ιδιοκτησίας και δύο φορές κατά το θέρος του 1925 βεβαιώθηκε η ανυπαρξία τίτλων από τον ηγούμενο της Μονής, ο οποίος μάλιστα είχε υποβάλει στο Υπουργείο Γεωργίας την από 5-3-1917 αίτηση αναγνωρίσεως του δάσους ως μοναστηριακού, αλλ' αυτή απορρίφθηκε λόγω μη προσκομιδής ασφαλών στοιχείων.
Δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο, ότι από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι το κρίσιμο υπ' αριθμ. ... εδαφοτεμάχιο ήταν ανέκαθεν άγονο και δεν καλλιεργήθηκε ποτέ, αποτελούσε δε κατά την εποχή της τουρκοκρατίας βοσκότοπο, τον οποίον όπως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον από το έτος 1904 κατείχε η Μονή ....
και μίσθωνε αυτόν σε βοσκούς, χωρίς ποτέ να χορηγηθεί σ' αυτήν έγγραφος τίτλος (ταπί) και χωρίς να καλλιεργηθεί από αυτή για δέκα τουλάχιστον χρόνια. Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω εδαφοτεμάχιο αποτελούσε δημόσια γαία που ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μετά την απελευθέρωση, από δε την επέκταση της Ελληνικής νομοθεσίας στη Μακεδονία την 1-2-1914, δεν ήταν εφικτή η χρησιδεσποτεία επ' αυτού(σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22/4-16/5/1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης") και συνεπώς η Μονή δεν απέκτησε κυριότητα με κανένα από τους προβαλλόμενους με την αγωγή τρόπους κτήσεως (έγγραφο ταπί, δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αλλά κύριος αυτού κατέστη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Παρότι η παραπάνω έκταση αποτελούσε δημόσιο κτήμα και ως τέτοιο χαρακτηριζόταν στο κτηματολόγιο απαλλοτριώσεως της λωρίδας της σιδηροδρομικής γραμμής του έτους 1915, η Μονή .... και ακολούθως η Μονή ...., στην οποία ενσωματώθηκε η πρώτη, εξακολούθησαν να κατέχουν το παραπάνω υπ' αριθμ. 30 εδαφοτεμάχιο, εξεδόθησαν δε στο μεταξύ 1) η υπ'αριθμ. ....της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως Κατερίνης, με την οποία το τεμάχιο αυτό εξαιρέθηκε υπέρ της Μονής ...., ως αποτελούμενο από βοσκοτόπους ανεπίδεκτους καλλιέργειας και 2) το από 29-1-1936 πρωτόκολλο της Επιτροπής του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα.
περί οριστικού διαχωρισμού του αγροκτήματος ...., με το οποίο διαχωρίστηκε επίσης το ίδιο τεμάχιο υπέρ της ιδιοκτησίας της Μονής ...., ωστόσο ο ΟΔΕΠ πώλησε αυτό σε πλειοδοτική δημοπρασία στον ..... αντί τιμήματος 194.000 δρχμ. με το υπ΄ αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Ξενοφ. Συλλόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως, και στο οποίο το εν λόγω ακίνητο χαρακτηριζόταν ως βοσκότοπος." Όμως ο ως άνω αγοραστής, δεν έγινε κύριος του πωληθέντος ακινήτου, αφού αγόρασε από μη κύριο και μη δυνάμενος να χρησιδεσπόσει σε βάρος του αληθινού κυρίου Ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο επέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 119272/1946 αποφάσεως του Υπουργείου Γεωργίας, με την οποία επιτράπηκε η πώληση του ακινήτου, αιρούμενης της υφισταμένης απαγορεύσεως.
Ακολούθως δε εκείνος με τα νομίμως μεταγραφέντα υπ'αριθμ. ... και .... συμβόλαια του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου, πώλησε από αυτό στους πρώτη και δεύτερο ενάγοντες (.... και ....) ανά 291 και 288 στρέμματα αντιστοίχως. Όμως και οι εν λόγω αγοραστές δεν έγιναν κύριοι των πωληθέντων, αφού αγόρασαν από μη κύριο και μη δυνάμενοι να χρησιδεσπόσουν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο ο δεύτερος από αυτούς, με το υπ' αριθμ. ....
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λάρισας Ευανθίας Ναούμ, που μεταγράφηκε νομίμως, συνέστησε γονική παροχή την ψιλή κυριότητα τμήματος 33.099 μ2 προς τον τρίτο ενάγοντα υιό του (....), ο οποίος όμως δεν έγινε κύριος για τον ίδιο παραπάνω λόγο. Στη συνέχεια δέχθηκε το Δικαστήριο ότι με την υπ' αριθμ. Μ.3553/844 Κηρ.Πιερίας/1988 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέες υπέρ και με δαπάνες το Ο.Σ.Ε, διάφορες εκτάσεις για την κατασκευή δεύτερης σιδηροδρομικής γραμμής ....
μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα υπ'αριθμ ..., .... και .... τμήματα του οικείου κτηματολογικού πίνακα εκτάσεως 16.164 μ2, 8.994,47 μ2 και 4.076,28 μ2 αντιστοίχως από τα ανωτέρω κατά σειρά ακίνητα που μεταβιβάσθηκαν στους ενάγοντες, οι οποίοι όμως δεν έγιναν κύριοι κατά τα προαναφερόμενα και συνεπώς δεν είναι δικαιούχοι της αναλογούσης αποζημιώσεως. `Έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο και μετ΄εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της ανωτέρω αποζημιώσεως ως κύριοι των απαλλοτριωθέντων εδαφοτμημάτων, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες και ο περί του αντιθέτου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 β του ιδίου ως άνω άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη περιστατικά που προέκυπταν από προσκομισθέντα έγγραφα των αναιρεσειόντων και στα οποία στηριζόταν η κτήση κυριότητας από την απώτερη δικαιοπάροχό τους Μονή ....., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου, αλλά απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς στήριξη των απόψεών τους.
Επειδή, περαιτέρω, αναφορικώς με την αντένσταση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε επιπροσθέτως, ότι τα επίδικα είναι περιφραγμένα μαζί με την ευρύτερη έκταση του υπ' αριθμ. ....
τεμαχίου με σιδηροπασσάλους και τρεις σειρές αγκαθωτό σύρμα και ότι, εκτός από τη δεξαμενή ύδατος που βρίσκεται στο πρώτο από αυτά, δεν προκύπτουν κατασκευές οι οποίες να συνεπάγονται μεγάλες δαπάνες για τους ενάγοντες. Από τα ίδια δε αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο δεν αδράνησε έναντι των ενεργειών των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, αφού πέρα από τις προαναφερόμενες ενέργειές του από το έτος 1917 προς προστασία του δικαιώματος, α) προέβη σε αεροφωτογραφήσεις των επιδίκων (μετά της μείζονος περιοχής το έτος 1945, β) διέταξε έρευνα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς ολόκληρου του υπ' αριθμ. ....
εδαφοτεμαχίου, γ)με το 192106/3467/1979 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας δόθηκε εντολή στο Δ/ντή δασών Πιερίας να διαχειρίζεται τις δασικές εκτάσεις του δασοαγροκτήματος "...." ως δημόσιες, δ) εξέδωσε κατά των δύο πρώτων εναγόντων τα υπ'αριθμ.2224και 227/1980 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, τα οποία επικυρώθηκαν με τις υπ'αριθμ125126/1982 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και ε) κοινοποίησε στους πρώτη και δεύτερο ενάγοντες τα υπ'αριθμ.Γ4061/1989 και 627/1980 έγγραφα αντιστοίχως, με τη δήλωση ότι το υπ'αριθμ. ....
τεμάχιο ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και να απέχουν κάθε διακατοχικής πράξεως επ' αυτού. Με βάση και τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) δεν παρίσταται καταχρηστική και συνακολούθως απέρριψε την από το άρθρο 281 ΑΚ αντένσταση των αναιρεσειόντων. `Ετσι που έκρινε το Δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν τις προαναφερόμενες σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αναιρέσεως , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο συναφής πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 α του ιδίου ως άνω άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν, τα ανωτέρω περιστατικά μη αδρανείας του Ελληνικού Δημοσίου που αποκλείουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ασκήσεως από αυτό του δικαιώματος κυριότητάς του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα εν λόγω περιστατικά δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου, αλλά στοιχεία αρνητικά του περί καταχρήσεως ισχυρισμού, τα οποία λαμβάνονται υπόψη εφόσον προκύπτουν από τις αποδείξεις και αν δεν έχουν προταθεί.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Εξάλλου, ο κατ' άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς με το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση από την υπάρχουσα στην αναιρεσιβαλλομένη βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "και τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στους πρώτο λόγο αναιρέσεως,πρώτο και δεύτερο μέρος, συνεπώς και το από 11-8-1904 ενοικιαστήριο έγγραφο με τον περιεχόμενο σ' αυτό 6ο όρο, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη της υφής των επιδίκων ως αγρών που καλλιεργήθηκαν από την δικαιοπάροχο Μονή τουλάχιστον επί δεκαετία προ του έτους 1917.
Επομένως οι ανωτέρω από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως( με στοιχεία
ΙΙ-11),από το άρθρο 559 αριθ.20ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερομένου ενοικιαστηρίου εγγράφου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για το ανωτέρω ζήτημα, στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνω-μοσύνης και έγγραφα) και όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο παρεμπιπτόντως μνημονεύεται στην απόφαση και μόνο σε σχέση με το χρόνο διακατοχής των επιδίκων από τη Μονή .....
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2003 αίτηση αναιρέσεως των ..... κλπ, κατά της 1498/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ