Supreme Court dismisses appeal on promotion where employee's qualifications did not show clear superiority over colleagues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's refusal to promote him to deputy director. The appellant argued he met the criteria, but the court found his qualifications only showed simple superiority, not the clear superiority required by law. Consequently, the court ruled that the employer's decision not to promote him was not arbitrary and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; A promotion under a conditional appointment is deemed fulfilled if the employer's refusal is arbitrary or in bad faith, requiring clear superiority of the applicant's qualifications over those of other candidates.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1292 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1292/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ι. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1820/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7906/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 2-5-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης). Κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση άλλων παροχών, που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση, αν συντρέξουν στον κατάλληλο χρόνο ορισμένες συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων θα διαπιστώνεται από τον εργοδότη ή όργανό του, γεγονός που συμβαίνει όταν η υπό προϋπόθεση βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος επέχει ισχύ συμβάσεως.
Στην περίπτωση αυτή η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του εργοδότη, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων, είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να διατυπωθεί, η δε προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 29-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου στον βαθμό του υποδιευθυντή, που είναι ο καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής, αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της, μετά πρόταση του Διοικητή της όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης,, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό (εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου), γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα και ε) να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση της όλης υπηρεσίας του, ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και της παραγωγικότητας των εργαζομένων σ' αυτή.
Εξάλλου, με την 20/21-12-1990 απόφασή του Γενικού Συμβουλίου αυτής τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίσθηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολουθήσεως και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και τη μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητας να επεξεργάζεται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε στιςν 16-7-1974 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της, εξελίχθηκε δε σταδιακά στην ιεραρχία και από 1-7-1994 κατέχει τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου κατόπιν της αριθ. 3269/2001 τελεσίδικης απόφασης του αυτού Δικαστηρίου.
Είναι πτυχιούχος των Τμημάτων Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, γνωρίζει "καλά" την αγγλική γλώσσα χωρίς να διαθέτει σχετικό πτυχίο. Παρακολούθησε τρία σεμινάρια με θέματα τραπεζικού ενδιαφέροντος (συνάλλαγμα, βασικές αρχές διοικητικής επιμόρφωσης και εφαρμοσμένη διοίκηση).
Από τότε που προσλήφθηκε υπηρετεί στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης και συγκεκριμένα, μέχρι 22-1-1995 υπηρέτησε στο Τμήμα Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος της Διεύθυνσης Διεθνών Συναλλαγών και έκτοτε (23-1-1995) μέχρι 9-10-2002 υπηρετεί στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου, του οποίου από 30-8-2000 είναι προϊστάμενος.
Υπεύθυνα καθήκοντα του ανατέθηκαν από 11-8-1982. Συγκεκριμένα, από την ημεροχρονολογία αυτή του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου του κλιμακίου β1 της υπηρεσίας συναλλαγών του τμήματος β' εξωτερικού συναλλάγματος, στη συνέχεια του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου της υπηρεσίας β' συναλλαγών του ίδιου τμήματος και ακολούθως του ανατέθηκαν καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος οικονομικών υπηρεσιών, ενώ από 30-8-2000 είναι προϊστάμενος του ίδιου τμήματος.
Η βαθμολογία του στα οκτώ επί μέρους προσόντα για τα έτη 1987, 1988 και 1989 με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 με άριστα το 1 ήταν 7 ένα (άριστα) και 1 δύο για τα έτη 1987 και 1988 και 8 ένα (άριστα) το 1989. Έκτοτε δεν συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης, ενώ με την 15/29-8-1991 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου προβλέπεται η κατ' έτος σύσταση γνωμοδοτικών επιτροπών, οι οποίες προβαίνουν στην αξιολόγηση και κατάταξη των υπαλλήλων, που συγκεντρώνουν τα προς προαγωγή προσόντα.
Κατά τις προαγωγές του έτους 1998 για την κάλυψη κενών θέσεων υποδιευθυντή συστάθηκε γνωμοδοτική επιτροπή, η οποία κατάρτισε έναν πίνακα προακτέων από 1-11-1999 κατ' αξιολογική σειρά και χωρίς βαθμολογία, που αφορούσε τους υπαλλήλους του λογιστικού κλάδου. Στη συνέχεια προήχθησαν στο βαθμό του υποδιευθυντή οι αναφερόμενοι στον ως άνω κατάλογο δεκαπέντε συνάδελφοι του ενάγοντος, ενώ δεν προήχθη ο ενάγων.
Η κρίση αυτή της γνωμοδοτικής επιτροπής δεν συνιστά υπηρεσιακό προσόν, αφού δεν περιλαμβάνεται στα κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού και Κανονισμού της εναγομένης τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συνακόλουθα, δεν βαρύνει στην κρίση του Δικαστηρίου για την ορθότητα των προαγωγών, που έγιναν. Οι προς σύγκριση προτεινόμενοι από τον ενάγοντα τέσσερις συνάδελφοί του είχαν τα ακόλουθα προσόντα: 1) Ο Β.
Κ.: Προσλήφθηκε στις 19-7-1976 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη προϊσταμένου την 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς να διαθέτει πτυχίο. Παρακολούθησε οκτώ σεμινάρια (οικονομικής ανάλυσης πτυχιούχων, εφαρμοσμένης διοίκησης GRID, διοικητικής επιμόρφωσης εισηγητών, μαθημάτων αγγλικής Intermediate C, εκπαίδευσης εισηγητών, βελτίωσης ανθρώπινων σχέσεων, management και παραγωγικότητας, γρήγορου διαβάσματος-μνήμης).
Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1989 ήταν επτά 1 (άριστα), ένα 2 κατά τα έτη 1987 και 1988 και ένα 2 κατά το έτος 1989, υπηρέτησε δε στις παρακάτω υπηρεσιακές μονάδες και του ανατέθηκαν τα εξής καθήκοντα: Από 11-7-1983 προϊστάμενος της υπηρεσίας μισθολογικών θεμάτων και προϋπολογισμού τράπεζας, από το έτος 1990 αναπληρωτής τμηματάρχης του τμήματος οικονομικών θεμάτων προσωπικού, από το έτος 1991 αναπληρωτής τμηματάρχης του τμήματος ειδικών λογαριασμών εξωτερικού, από το 1992 αναπληρωτής τμηματάρχης του τμήματος σχέσεων με τις τράπεζες, από 12-2-1993 αναπληρωτής τμηματάρχης του τμήματος λογιστικού ελέγχου, από 28-12-1993 αναπληρωτής τμηματάρχης του τμήματος οικονομικών θεμάτων. 2) Ο Γ.
Κ.: Προσλήφθηκε στις 19-7-1976 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος των Τμημάτων Νομικής, Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει αγγλικά σε επίπεδο Lower, γαλλικά έχοντας πτυχίο του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών με επάρκεια διδασκαλίας της γλώσσας αυτής από το ΥΠΕΘΟ.
Η βαθμολογία του κατά το έτος 1987 ήταν πέντε 1 (άριστα) και ένα 2. Παρακολούθησε τέσσερα σεμινάρια ("Συνάλλαγμα της Τράπεζας Ελλάδος το 1978, Irving N.Y. "International Operations στην Αθήνα το 1978, Mantrust N.Y. "Global Operationς and cash Management στην Αθήνα το 1983 και διεθνείς συναλλαγές της Τράπεζας Ελλάδος το 1986). Χρημάτισε επί μεγάλο διάστημα πρόεδρος του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας (ΣΥΤΕ) και ήταν αποσπασμένος στο Υπουργείο Συντονισμού κατά τη διετία 1981-1983, έλαβε επίδομα ευθύνης ως αναπληρωτής προϊστάμενος υπηρεσίας από το 1983 και ως προϊστάμενος τμήματος από το 1994, πριν δε από την ανάληψη καθηκόντων στη διοίκηση ΣΥΤΕ υπηρέτησε στο Τμήμα Συναλλάγματος, 3) Ο Π.
Μ.: Προσλήφθηκε στις 16-4-1976 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος μαθηματικός του Πανεπιστημίου Αθηνών και διαθέτει τίτλο σπουδών Master θετικών σπουδών του Πανεπιστημίου McGill Mόντρεαλ Καναδά και γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα. Πριν την πρόσληψή του εργάστηκε ως αναλυτής-προγραμματιστής στην Τράπεζα Εργασίας.
Παρακολούθησε πρόγραμμα διαχείρισης επενδύσεων κεφαλαίου στο Πανεπιστήμιο της ΙΟWA των ΗΠΑ και πριν από την πρόσληψή του εργάστηκε σε εταιρίες και πανεπιστήμιο Μόντρεαλ του Καναδά ως αναλυτής- προγραμματιστής. Παρακολούθησε μαθήματα στην ΙΒΜ world Corporation "PL/I FUND and Programming" "Εισαγωγή στο DOS/VS" και "Εισαγωγή στην Οργάνωση Αρχείων".
Επίσης παρακολούθησε Τμήμα Προγραμματισμού Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στην Ελληνική Εταιρία Κυβερνητικής και Προγραμματισμού Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1989 ήταν επτά 1 (άριστα) και τρία 2. Ακόμα παρακολούθησε και σεμινάρια επιμόρφωσης το έτος 1976, ενώ ανέλαβε τα εξής καθήκοντα:
από 12-11-1986 αναπληρωτή τμηματάρχη και από 26-2-1993 προϊσταμένου τμήματος των άνω μονάδων. 4) Ο Β. Κ.: Προσλήφθηκε στις 13-8-1974 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος των Τμημάτων Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα χωρίς να διαθέτει πτυχίο και παρακολούθησε δύο σεμινάρια (βασικό πρόγραμμα Management και εφαρμοσμένης διοίκησης GRID).
Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1989 ήταν δεκαεννέα 1 (άριστα) και πέντε 2. Ανατέθηκαν σ' αυτόν τα εξής καθήκοντα: από 6-12-1976 και 21-2-1991 προϊσταμένου υπηρεσίας του τμήματος ναυτιλιακού συναλλάγματος και του τμήματος ταμείων και γραμματείας αντίστοιχα, από 16-2-1995 προϊσταμένου του τμήματος εργασιών εσωτερικού και από 21-10-1996 υποδιευθυντή του υποκαταστήματος Πειραιά.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι o ενάγων α) ως προς τη γενική αρχαιότητα υπερέχει έναντι όλων των ως άνω συναδέλφων του, β) ως προς τις σπουδές είναι ισοδύναμος με τους συναδέλφους του Β. Κ., Γ. Κ. και Β. Κ., ενώ υστερεί του Π. Μ., γ) ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας υπερέχει του Β. Κ. (βαθμός γνώσης), είναι ισοδύναμος του Β.
Κ., ενώ υστερεί έναντι των λοιπών Γ. Κ. και Π. Μ., δ) ως προς τον αριθμό παρακολούθησης σεμιναρίων υπερτερεί του Β. Κ. και υστερεί έναντι των λοιπών, ε) ως προς τη βαθμολογία υπερτερεί όλων, στ) ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και το χρόνο ανάληψης θέσεως ευθύνης υστερεί όλων. Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, τα προαναφερόμενα στοιχεία υπεροχής του ενάγοντος δεν δικαιολογούν την προαγωγή του κατά πρόκρισή του από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του, διότι δεν δημιουργούν καταφανή, αλλ' απλή υπεροχή του και ειδικότερα, δεν δημιουργεί καταφανή υπεροχή η αρχαιότητα του ενάγοντος ως τυπικό προσόν, αφού υπό αντίθετη εκδοχή θα παραγραφόταν το δικαίωμα της εναγομένης από το άρθρο 12 του Γενικού Κανονισμού της να επιλέξει για προαγωγή τους καταλληλότερους υπαλλήλους της για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία της επιχείρησης αυτής με βάση τα ουσιαστικά τους προσόντα και δη την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, ως προς τα οποία δεν υπερέχει ο ενάγων των συγκρινομένων συναδέλφων του.
Έτσι, η παράλειψη του ενάγοντος κατά τις κρίσεις, που ανακοινώθηκαν με την αριθ. 9/18-11-1999 εγκύκλιο της διοίκησης της εναγομένης με την μη αξιολόγησή του, δεν τον αδίκησε και δεν παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1-11-1998.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, μετά την παραδοχή κατ' ουσία της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την πρώτη επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στη συνέχεια το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα εξής :
Κατά τις προαγωγές του έτους 2002 για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων υποδιευθυντή, η συσταθείσα αρμοδίως γνωμοδοτική επιτροπή κατάρτισε ένα πίνακα προακτέων από 1-5-2002 κατ' αξιολογική σειρά με βαθμολογία, που αφορούσε τους υπαλλήλους του λογιστικού κλάδου. Έτσι προήχθησαν στο βαθμό του υποδιευθυντή οι αναφερόμενοι στον ως άνω κατάλογο οκτώ συνάδελφοι του ενάγοντος, ενώ δεν προήχθη ο ίδιος.
Η κρίση αυτή δεν συνιστά υπηρεσιακό προσόν, αφού δεν περιλαμβάνεται στα κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού και Κανονισμού της εναγομένης τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συνακόλουθα, δεν βαρύνει στην κρίση του Δικαστηρίου για την ορθότητα των προαγωγών, που έγιναν. Οι προς σύγκριση προτεινόμενοι από τον ενάγοντα έξι συνάδελφοί του είχαν τα εξής προσόντα : 1) Ο Ν.
Α. : Προσλήφθηκε στις 7-2-1972 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα και έχει προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα. Έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο και δη τον Δ' κύκλο επιμόρφωσης στελεχών στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Υπηρέτησε στις παρακάτω μονάδες: από 28-9-1978 στο υποκατάστημα Χανίων, από 20-12-1984 στο τμήμα ελέγχου διαχειρίσεων ΙΕΤΑ, από 1-9-1985 αποσπάστηκε στο ΣΥΤΕ, από 23-1-1986 ελεγκτής στο τμήμα ελέγχου διαχειρίσεων ΙΕΤΑ, από 4-5-1987 αποσπάστηκε στο ΣΥΤΕ και από 6-9-1995 στο Ίδρυμα Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών, ανατέθηκαν δε σ' αυτόν καθήκοντα από 6-9-1995 υποδιευθυντή του υποκαταστήματος Πειραιά, ενώ φύλλα αξιολόγησής του δεν συντάχθηκαν λόγω των διευθυντικών καθηκόντων, που ασκούσε. 2) Η Ε.
Β.: Προσλήφθηκε στις 1-11-1971 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου προϊσταμένου-τμηματάρχη από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχει παρακολουθήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Wales στην Αγγλία. Γνωρίζει αγγλικά επιπέδου Lower, γερμανικά επιπέδου Oberstufe και Γαλλικά επιπέδου certificat και έχει προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα.
Επίσης παρακολούθησε τα εξής επιμορφωτικά προγράμματα: Εxaming Capital-Market Instruments, Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων (1985-δύο σεμινάρια), Grid Εποπτικό (1987), γαλλικής του Γαλλικού Ινστιτούτου, Financial Management στο Manchester Business School (1993), ημερίδα Μεθοδολογία Διερεύνησης Εκπαιδευτικών Αναγκών για τις νέες εξειδικεύσεις (1994), Negotiations and conflict Management (1996), Topical Issues in Central Banking Studies (1998), Sth Financial Services Sectoc Roundtable Meeting (1998), Learning Organisation in Central Bank (1998), δηλαδή έντεκα συνολικά σεμινάρια.
Η βαθμολογία της κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν εξαίρετη. Υπηρέτησε στις εξής μονάδες: από 19-9-1977 στο γραφείο επιμόρφωσης προσωπικού, από 23-10-1985 στον τομέα επιμόρφωσης προσωπικού και από 23-2-1993 στο τμήμα επιμόρφωσης προσωπικού, ασκώντας καθήκοντα αναπληρωτή τμηματάρχη, από δε 4-10-1995 τοποθετήθηκε ως τμηματάρχης προϊσταμένη του ίδιου τμήματος. 3) Ο Ν.
Δ.: Προσλήφθηκε στις 7-2-1972 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου από 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος και του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς να διαθέτει πτυχίο και παρακολούθησε έξι σεμινάρια (Management, πρόγραμμα εκπαίδευσης για τη διενέργεια πιστωτικών ελέγχων, Τραπεζικά Χρηματοοικονομικά, Επικοινωνία, Αξιολόγηση Προσωπικού, Ευρώ-Εξελίξεις Εισαγωγής του νέου Νομίσματος).
Το 1975 τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα Καβάλας, και του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου της υπηρεσίας γενικών συναλλαγών στις 23-7-1986, από δε την 1-1-1995 τοποθετήθηκε διευθυντής του υποκαταστήματος Βόλου. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν εξαίρετη και έχει επτά 1 (άριστα) και ένα 2 το 1988- 1989. 4) Ο Κ. Π.:
Προσλήφθηκε στις 5-10-1970, έχοντας προϋπηρεσία στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά και γνωρίζει "καλά" αγγλικά χωρίς να διαθέτει πτυχίο.
Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν εξαίρετη και έχει επτά 1 (άριστα) και ένα 2 το 1988-1989. Αφού προσέφερε τις υπηρεσίες του αρχικά στο τμήμα καταθέσεων της Διεύθυνσης Ταμείων, το 1976 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης, από 21 έως 30-6-1984 αποσπάστηκε στο υποκατάστημα Ρόδου και από 6-11-1984 έως 10-11-1984 στο γραφείο συμψηφισμού, την 15-10-1985 ορίστηκε προϊστάμενος της υπηρεσίας μεθόδων και διαδικασιών του τμήματος οργάνωσης κεντρικού καταστήματος και από 8-2-2000 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του τομέα οργάνωσης και προγραμματισμού της Διεύθυνσης πληροφορικής και οργάνωσης.
Συμμετέσχε σε επιτροπές της τράπεζας και ειδικότερα: στην επιτροπή οργάνωσης, κατανομής χώρου, για την ανάπτυξη κέντρων διαλογής και καταμέτρησης, υλοποίησης λειτουργίας των κέντρων διαλογής και καταμέτρησης, σύνταξης νέου λογιστικού σχεδίου, διαπραγμάτευσης με ΕΤΕ για τους όρους σύμβασης τήρησης του ταμειακού αποθέματος της Τράπεζας της Ελλάδος και ασφάλισης του ταμειακού αποθέματος, διαχείρισης έργου ανάπτυξης Ν.Λ.Σ.
για την κατάρτιση προδιαγραφών προμήθειας μηχανών διαλογής ελέγχου, γνησιότητας και καταμέτρησης τραπεζογραμματίων, ενώ το 1983 εγκρίθηκε η μετάταξή του σε ανώτερες διαβαθμίσεις και η καταβολή ειδικού επιδόματος, όπως και το 1985, 5) Ο Μ. Σ.: Προσλήφθηκε στις 1-8-1982 και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-1-1997.
Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο Lower διαθέτοντας σχετικό πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια (εσωτερικός έλεγχος, εκπαίδευση ελεγκτών, έλεγχος συστημάτων πληροφόρησης-βασικό και για προχωρημένους- στο σύγχρονο management). Η βαθμολογία του ήταν επτά 1 (άριστα) και ένα 2 το 1988 και 1989 και εξαίρετη το 1999 και 2000.
Έχει υπηρετήσει από το 1972 έως το 1982 στο Τμήμα Ενεγγύων Πιστώσεων Δημοσίου και την 1-12-1982 μετατέθηκε στο Τμήμα Επιθεώρησης Υποκαταστημάτων. Το 2001 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος του Τομέα Επιθεώρησης Περιφερειακών Μονάδων. 6) Ο Θ. Σ.: Προσλήφθηκε στις 6-10-1971, έχοντας προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα και προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου την 1-12-1992.
Είναι πτυχιούχος του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά και γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά χωρίς να διαθέτει σχετικά πτυχία. Έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια (ενημέρωσης συναλλάγματος, μηχανογράφησης και ξένων γλωσσών) και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 και 2000 ήταν εξαίρετη.
Υπηρέτησε στο τμήμα Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού από το 1974 έως το 1985, που αποσπάστηκε στο ΣΥΤΕ. Από το 1990-1993 τοποθετήθηκε σε θέση μετακλητού Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Το 1993 τοποθετήθηκε στο τμήμα εξαγωγών και στις 3-1-1994 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος αυτού. Έχει συμμετάσχει στις εξής ομάδες εργασίας:
Επιτροπή ρύθμισης θεμάτων Εισαγωγής, Επιτροπή Ελέγχου Συναλλάγματος Εξαγωγών, Συμβούλιο Εξαγωγών και υπήρξε Εισηγητής της Σύνταξης Κανονισμού του Τμήματος Εξαγωγών. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων: α) ως προς τη γενική αρχαιότητα υστερεί όλων των ανωτέρω συναδέλφων, β) ως προς την ειδική αρχαιότητα (προαγωγή στον προηγούμενο βαθμό) υπερέχει της Ε.
Β., του Κ. Π. και του Μ. Σ., υστερεί του Θ. Σ. και είναι ισοδύναμος του Ν. Α. και του Ν. Δ., γ) ως προς τις σπουδές υπερέχει του Ν. Α., του Κ. Π., του Μ. Σ. και του Ε. Σ., ενώ υστερεί της Ε. Β., δ) ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας υπερτερεί του Ν. Α., είναι ισοδύναμος του Ν. Δ. και Κ. Π. ενώ υστερεί των Ε. Β., Μ. Σ. και Θ. Σ., ε) ως προς τον αριθμό σεμιναρίων υπερτερεί του Ν.
Α., του Κ. Π., που υπερέχει σε συμμετοχές σε επιτροπές, είναι ισοδύναμος του Θ. Σ., ο οποίος υπερέχει σε συμμετοχές σε ομάδες εργασίας, ενώ υστερεί της Ε. Β., του Ν. Δ., του Μ. Σ., στ) ως προς τη βαθμολογία των ετών 1999 και 2000 είναι ισοδύναμος προς τους ανωτέρω συναδέλφους του και ζ) ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και το χρόνο ανάληψης θέσεων ευθύνης υστερεί όλων των ανωτέρω συναδέλφων του.
Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, τα προαναφερόμενα στοιχεία υπεροχής του ενάγοντος δεν δικαιολογούν την προαγωγή του και την κατά προτίμηση πρόκρισή του από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του, διότι δεν δημιουργούν καταφανή, αλλ' απλή υπεροχή του. Έτσι, η παράλειψη του ενάγοντος κατά τις κρίσεις, που ανακοινώθηκαν με την αριθ. 4/19-5-2002 εγκύκλιο της Διοίκησης της εναγομένης, δεν τον αδίκησε και δεν παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1-5-2002.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 207 ΑΚ και 12 του Ν. 1082/1980, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος και των άνω προαχθέντων συναδέλφων του δεν προέκυπτε καταφανή αλλ' απλή υπεροχή αυτού έναντι των προταθέντων από τον ίδιο προς σύγκριση εν λόγω συναδέλφων του, ενόψει του ότι σε πολλά από τα απαιτούμενα για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα είναι ισοδύναμος με αυτούς και από τα υπόλοιπα σε άλλα υπερέχει και σε άλλα υστερεί έναντι αυτών.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-4-2005 αίτηση του Χ. Ν. για αναίρεση της αριθ. 7906/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ