Legislator Case Law & Legislation
1291/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership ruling based on Ottoman succession laws.

Case Number 1291/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision confirming property rights derived from Ottoman succession laws. The appellant argued the lower court accepted claims without sufficient evidence, but the court found the decision based on a comprehensive evaluation of all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 577§3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible if filed timely, but the grounds must be substantiated by showing the lower court failed to evaluate evidence or ignored the record, which is not required when the judgment reflects a holistic assessment of all presented proof.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Ottoman succession laws property ownership evidence evaluation appeal admissibility legal costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of Government Decree 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 274/2021
Supreme Court Case 955/2021
Supreme Court Case 1058/2020
Supreme Court Case 15/2021
Supreme Court Case 59/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1291 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1291/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Κ. και Α.-Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαμάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2498/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1619/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13-05-2021 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 1619/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 09-04-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 2498/2020, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 20-03-2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ι. Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στα από 21 Ιανουαρίου/3 Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου και ιδίως κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου και μοναδικού άρθρου του δεύτερου και του άρθρου 1 του τρίτου αυτών, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", όχι, όμως, και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί ή χοτζέτι κ.λ.π).

Ειδικά, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την, από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και, κατόπιν, σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλ.

από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, έχοντας, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία σε όλη τη γη που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους, Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριότητα των ήδη κατεχόμενων απ` αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν, ακολούθως, με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1279/2022, ΑΠ 385/2021).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνταν δημόσια δάση.

Ειδικότερα, με την έβδομη παράγραφο της συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας, κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη έχουν το δικαίωμα να πωλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, ειδική δε επιτροπή θα επιμεληθεί, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Επίσης, με την πέμπτη και έκτη παράγραφο του Πρωτοκόλλου της 22ας Ιανουαρίου (3Φεβρουαρίου) 1830, επιτράπηκε στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιοκτησιών που είχαν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και ιδιωτικά δάση, αδιακρίτως αν αυτά βρίσκονταν εντός ή εκτός των μεγάλων αγροκτημάτων (τσιφλικιών). Σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστάθηκε η επί των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστική Επιτροπή, η οποία συστάθηκε πολύ πριν από την έκδοση του από 17.11.1836 Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" και όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνες της από 28.3.1835 Συμβάσεως μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης [(που εγκρίθηκε με το από 4/16.4.1835 ΒΔ (ΦΕΚ 15/1838),] του από 4/16.10.1835 Πρωτοκόλλου του Υπουργικού Συμβουλίου και της 1/13.11.1835 διαταγής των επί του Βασ.

Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών που βρίσκονταν εντός ή εκτός τσιφλικιών, από τους αποχωρούντες (φεύγοντες) Οθωμανούς στους Έλληνες, προς εξασφάλιση και μόνο των Ελλήνων αγοραστών Οθωμανικών κτημάτων έναντι των πωλητών Οθωμανών.

Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση, της εν λόγω Επιτροπής, στις ως άνω αποφάσεις περί μη ύπαρξης απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης έκτασης δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφιστάμενου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο ανατρέποντα, ευθέως και αμέσως, το εκ του άρθρου 3 του άνω Δ/τος τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου.

Επομένως, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει, σαφώς, ότι οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών περί αναγνωρίσεως ιδιωτικών δασών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17/29.11.1836, δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις, που αφορούν δάση, της, επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων, Εξεταστικής Επιτροπής.

Πράγματι, μόνο οι αποφάσεις της, επί των Οικονομικών, Γραμματείας και της, δια της από 16.4/4.5.1842 δηλοποίησης, συσταθείσας Τριμελούς Επιτροπής, οι εκδοθείσες κατά τους τύπους και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του Β Δ/τος της 17/29-11/1.12.1836, με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτη σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, ο οποίος μπορεί να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο του άρθρου 3 του ως άνω Δ/τος.

Αλλά και οι αποφάσεις της επί των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστικής Επιτροπής, που επιτελεί έργο της διοίκησης, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του ανωτέρω Β.Δ/τος της 17/29-11/1.12.1836, δεν είναι δυνατό να παραμερισθούν εντελώς. Εφόσον με αυτές αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες, σε δάσος υφιστάμενο το 1836, είναι προφανές ότι και σε αυτές περιλαμβάνεται κρίση, μετά από σχετική έρευνα, για τη μη ύπαρξη απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβασθείσας δασικής έκτασης, δεδομένου μάλιστα ότι κηρύσσονται εκτελεστές με πράξη της διοίκησης, υπογεγραμμένη από τον επί των Εξωτερικών Γραμματέων της Επικρατείας και από τον Διευθυντή της επί των Οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας.

Συνεπώς, οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής έκτασης, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μπορούν να επικαλεστούν τις προαναφερθείσες αποφάσεις, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή τους πίστη, κατά την τριακονταετή με διάνοια κυρίου κατοχή του ειρημένου δάσους (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 1722/2017, ΑΠ 573/2015).

Με τις διατάξεις του πιο πάνω Β.Δ. θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκαν σε ιδιώτες (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1722/2017). Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού ήταν η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ' απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 25, πανδ. (24.1), ν.27 πανδ.(18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48, πανδ. (41.3), ν.5, πανδ. (41.7), ν.3, πανδ:(41.10), ν.7 παρ.6, πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 8/2019, ΑΠ 7/2019).

Η κρίση του δε ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοιά της (ΑΠ 369/2022, ΑΠ 1018/2018, ΑΠ 719/2015). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσης και διατήρησης της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν. ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539 /1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 764/2022, ΑΠ 1589/2021).

Εφόσον, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-09-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής, και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 1340/2021, ΑΠ 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και, συνεπώς, στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 769/2020), ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λπ., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 975/2008).

Συνεπώς, με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, και εφόσον η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 22/2021, ΑΠ 1816/2017).

ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1608/2022).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 4.012 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ...α Αττικής, μετά της επ' αυτού οικίας που αποτελείται από ισόγειο, μικτής επιφάνειας 65,80 τ.μ.

και πρώτο όροφο, μικτής επιφάνειας 134,44 τ.μ. εμφαίνεται, δε, με τον αριθμό 1 του υπ' αριθμ. 9α Ο.Τ., καθώς και με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Χ. Χ., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθμ. 15459/1961 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Σ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ενάγοντα ως εξής : Α/ δυνάμει του υπ' αριθ. 8244/23.01.1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π. Ν. - Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...ος (Τόμος 178, Αύξων Αριθμός 86), ο Γ. Α. του Κ. και της Α. - Ε. απέκτησε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή από τον πατέρα του Κ.

Α. του Α. και της Σ., το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, επιφάνειας 4.012 τ.μ., μετά της εντός αυτού ευρισκομένης οικίας, ανεγερθείσας κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθ. 1812/1968 άδειας οικοδομής του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου και αποτελούμενης από ισόγειο και βοηθητικούς χώρους (αποθήκες και γκαράζ), συνολικού εμβαδού 65,80 τ.μ., και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, έκτασης 134,44 τ.μ..

Το εν λόγω δασοτεμάχιο, σημερινής αξίας 35.515,20 ευρώ, βρίσκεται στη θέση "..." του ομώνυμου επί της παραλίας όρμου ... δάσους "...", έχει λάβει ΚΑΕΚ 050872811006 στο προσωρινό κτηματολογικό διάγραμμα ανάρτησης της περιφέρειας Αττικής του Δήμου ..., αποτελεί τμήμα του γνωστού με την επωνυμία "..." αγροκτήματος ιδιοκτησίας Μπενάκη (συνολικής έκτασης 30.000 στρεμμάτων" στην περιφέρεια του Δήμου ...

Ν. Αττικής, εμφαίνεται με τον αριθμό (1) του υπ' αριθ. 9α Ο.Τ., καθώς και με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία A - Β - Γ - Δ - Ε - Α στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Χ. Χ., προσαρτώμενο στο υπ' αριθ. 15459/1961 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., και συνορεύει βορειοανατολικά, επί πλευράς Γ - Β, με το υπ' αριθ. (2) δασοτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος, 71,50 μ., βορειοδυτικά με οδό πλάτους 10 μ.

επί προσώπου A - Β του σχεδιαγράμματος, 59 μ., νοτιοανατολικά με οδό πλάτους 10 μ. επί προσώπου Δ - Γ του σχεδιαγράμματος, 44,50 μ., και νοτιοδυτικά με οδό πλάτους 10 μ. επί προσώπου A - Ε - Δ του σχεδιαγράμματος, 61,50 μ. και 17 και, Β/ βάσει του υπ' αριθ. 8249/30.01.1990 μεταγενέστερου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π.

Ν. - Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (Τόμος 178, Αύξων Αριθμός 87), ο ενάγων απέκτησε το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου ακινήτου κατά κυριότητα, νομή και κατοχή λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του Κ. Α. του Α. και της Σ.. Περαιτέρω, το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος λόγω αγοράς από τον Κ.

Μ. του Α., βάσει του υπ' αριθ. 15469/27.07.1961 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (Τόμος 73, Αύξων Αριθμός 550), στον τελευταίο δε είχε περιέλθει ολόκληρη η δασική έκταση "...", αποτελούμενη από τα τεμάχια με αριθμούς 118, 119, 121 και τμήματος του 120 τεμαχίου του διαγράμματος του κτηματολογικού πίνακα έτους 1922 της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας του ακινήτου "...", έκτασης 614.000 τ.μ., κατά τα κάτωθι αναφερόμενα:

Με το υπ' αριθ. 4969/29.10.1911 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., νομίμως μεταγραφέντος, ο Ε. Μ. του Α. αγόρασε από τους κληρονόμους του Δ. Σ. (Ο. χήρα Δ. Σ., Α. Σ., Ε. Σ., Γ. Σ., Ν. Σ., Σ. Σ., Ε. σύζυγο Κ. Μ., Ά. σύζυγο Ι. Δ.), και δη κατά ποσοστό 1/64 από την πρώτη και 9/64 από τους λοιπούς, αγρόκτημα σε μεγαλύτερη έκταση εμβαδού 30.000 στρεμμάτων με την ονομασία "...", το οποίο σχηματίστηκε από τη συνένωση των κτημάτων "..." και "...".

Πλέον συγκεκριμένα, η προαναφερθείσα έκταση είχε περιέλθει στους προμνησθέντες πωλητές (κληρονόμους Δ. Σ.) από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, Δ. Σ., στην οποία (κληρονομιά) υπεισήλθαν με ανάμειξη τα τέκνα του Σ., Ε., Ν., Ά., Ε., Α., Ε. και Γ., κατά ποσοστό 8/64 έκαστος εξ αυτών. Στη συνέχεια, η Ε.

Σ. απεβίωσε αδιάθετη το έτος 1908 και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αδελφούς της και την μητέρα της Ο. χήρα Δ. Σ., οι οποίοι επίσης υπεισήλθαν στην κληρονομιά με ανάμειξη, κατά ποσοστό 1/64 στο μερίδιο της αποβιώσασας (8/64), έτσι ώστε τα μερίδια των υπολοίπων επτά αδελφών να διαμορφωθούν σε ποσοστό 9/64 εξ αδιαιρέτου, της δε μητέρας της Ε., στο 1/64 εξ αδιαιρέτου.

Στον Δ. Σ. η έκταση των 30.000 στρεμμάτων είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος ... αδελφού του Α. Σ., στην οποία και αναμείχθηκε, ενώ στον Α. Σ. τα δύο συνενωθέντα τμήματα "..." και "..." περιήλθαν κατά τον ακόλουθο τρόπο: α) το κτήμα "...", εν μέρει από κληρονομιά της μητέρας του Ε. Κ., συζύγου Σ. Σ., η οποία απεβίωσε αδιάθετη το έτος 1883 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Α.

Σ. του Σ., Δ. Σ. του Σ. και Ε. θυγατέρα Σ. Σ., κατά ποσοστό 1/3 έκαστος εξ αυτών, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά με ανάμειξη, εν μέρει από κληρονομιά της αδελφής του Ε. θυγατέρας Σ. Σ., η οποία απεβίωσε αδιάθετη την 09η.01.1887 και κληρονομήθηκε από τον πατέρα της Σ. Σ. και τους αδελφούς της Α. και Δ. Σ., που υπεισήλθαν στην κληρονομιά με ανάμειξη, εν μέρει από κληρονομιά του πατέρα του Σ.

Σ. που απεβίωσε την 18η.05.1877 και κληρονομήθηκε, βάσει της από 06.05.1887 ιδιόγραφης διαθήκης του, δημοσιευθείσας και κηρυχθείσας κυρίας κατά την συνεδρίαση της 19ης .05.1887 του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα τέκνα του Α. και Δ. Σ. ισομερώς, και εν μέρει με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., νομίμως μεταγραφέντος, δυνάμει του οποίου απέκτησε με ανταλλαγή το μερίδιο του αδελφού του Δ.

Σ., οπότε και κατέστη αποκλειστικός κύριος του ευρύτερου ακινήτου. Στην Ε. Κ. είχε περιέλθει το εν λόγω αγρόκτημα λόγω προίκας από τον πατέρα της Α. Κ., με το υπ' αριθ. 1123/17.04.1836 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., ενόψει του γάμου της με τον Σ. Σ.. Στον δε Α. Κ. είχε περιέλθει με αγορά από τον Ο. Π., στον οποίο ανήκε πριν από την απελευθέρωση ως τσιφλίκι, με το χοτζέτι με αριθμό ...

από τρίτης ... του μουσουλμανικού έτους 1250 (αντιστοιχούντος στο έτος 1834 του γρηγοριανού ημερολογίου), το οποίο εγκρίθηκε με την από 17.11.1835 απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, συσταθείσας με την από 27-6/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως. Η ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή την 20η.11.1835 από τους Γραμματείς της Επικράτειας α) επί του βασιλικού Οίκου και Εξωτερικών και β) Οικονομικών.

Επιπροσθέτως, το κτήμα "..." περιήλθε στον Α. Σ. το έτος 1891 από ανταλλαγή που έγινε μεταξύ αυτού και της ..., που εκπροσωπήθηκε από τη Μονή Πεντέλης και για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ. και μεταγράφηκε νομίμως στα ποιο πάνω βιβλία (Τόμος 19, Αύξων Αριθμός 77). Το αγρόκτημα "... - ..." απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με τις υπ' αριθ. 2048/1925 και 97921/1925 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, πλην όμως με τις υπ' αριθ. 8/1930 και 14/1931 αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση διάφορες εκτάσεις συνολικού εμβαδού 3.283 στρεμμάτων, μεταξύ δε τούτων και ολόκληρη η παραθαλάσσια περιοχή "...", που παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Ε.

Μ., στον οποίο, όπως προεκτέθηκε, είχε περιέλθει το ακίνητο "... ..." με το υπ' αριθ. 4969/29.10.1911 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., νομίμως μεταγραφέντος, κατόπιν αγοράς από τους κληρονόμους του Δ. Σ.. Περαιτέρω, ο Ε. Μ. απεβίωσε το έτος 1929 και κληρονομήθηκε, βάσει της από 08.11.1922 ιδιόγραφης διαθήκης του και των από 18.10.1925 και 24.08.1927 κωδίκελλων, που δημοσιεύθηκαν και κυρώθηκαν με τα από 26.06.1929 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα τέσσερα εν ζωή τέκνα του Α.

Μ., Α. Χ., Π. Δ. και Α. Σ., κατά κληρονομιαίο ποσοστό 1/5 έκαστο εξ αυτών, καθώς και από τα τέσσερα τέκνα του προαποβιώσαντος υιού του Α. Μ., ήτοι την Β. Ρ., τον Μ. Μ., την Δ. Μ. και τον Ε. Μ., σε κληρονομιαίο ποσοστό 1/20 έκαστο εξ αυτών. Άπαντες οι προαναφερθέντες κληρονόμοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά με ανάμειξη και κατά τα έτη 1933 και 1934 απέκτησαν ως πλειοδότες σε πλειστηριασμό και με αγορά εκτάσεις 300 και 220 στρεμμάτων, αντίστοιχα, τις οποίες ένωσαν με τα εξαιρεθέντα από την απαλλοτρίωση τεμάχια και δημιούργησαν αγρόκτημα συνολικής έκτασης 4.500 στρεμμάτων περίπου με το ίδιο όνομα, ήτοι "... - ...".

Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. 27667/27.01.1938 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...α (Τόμος 53 και Αύξων Αριθμός 89), η Α. Χ., η Α. Σ., η Β. Ρ. και ο Μ. Μ. πώλησαν και μεταβίβασαν τα ποσοστά τους του 1/5, 1/5, 1/20 και 1/20 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, αντιστοίχως, επί του εν λόγω αγροκτήματος στον Κ.

Μ. του Α.. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (Τόμος 53, Αύξων αριθμός 491) η Δ. Μ. και ο Ε. Μ. πώλησαν και μεταβίβασαν τα ποσοστά τους (1/20 + 1/20) εξ αδιαιρέτου επί του αγροκτήματος στον Κ. Μ. του Α., ενώ η αποβιώσασα το έτος 1941 Π.

Δ., με τον από 15.12.1936 κωδίκελλο, ο οποίος δημοσιεύθηκε με τα 2082/11.08.1941 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, κληροδότησε το μερίδιό της στο αγρόκτημα (1/5 εξ αδιαιρέτου) στον Κ. Μ., ο οποίος, έτσι, κατέστη κύριος αυτού κατά ποσοστό 16/20 εξ αδιαιρέτου, τα δε υπόλοιπα 4/20 εξακολουθούσαν να ανήκουν στον πατέρα του Α.

Μ.. Επίσης, με την υπ' αριθ. ... απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, το αγρόκτημα "... - ..." απαλλοτριώθηκε εκ νέου για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και μικρών κτηνοτροφών, με την υπ' αριθ. 12/1955 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων όμως, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 68/1956 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση διάφορες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και η θέση "...", έκτασης 614 στρεμμάτων περίπου.

Ακολούθησε η έκδοση των υπ' αριθ. 54987/831/11.10.1956 και 85016/1522/28.05.1958 αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, με τις οποίες έγινε άρση των απαγορεύσεων των άρθρων 2 παρ. 1 Ν. 3250/1924 και 216 Ν. 4173/1929 και επιτράπηκε η εκποίηση και κατάτμηση της εδαφικής έκτασης "..." σε τεμάχια επιφάνειας εκάστου πέντε στρεμμάτων τουλάχιστον, με την πρώτη, και τεσσάρων στρεμμάτων, με τη δεύτερη εξ αυτών.

Ο Α. Μ. απεβίωσε το έτος 1954 και κληρονομήθηκε, βάσει της από 23,03.1951 μυστικής διαθήκης του, δημοσιευθείσας με τα υπ' αριθ. 3105/31.05.1954 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τον υιό του Κ. Μ., ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθ. 5193/17.04.1959 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Ν.. Στη συνέχεια, ο Κ. Μ. προέβη σε κατατμήσεις της εδαφικής έκτασης "..." σε μικρότερα ακίνητα, 17 στον αριθμό, εμβαδού 4 στρεμμάτων περίπου έκαστο εξ αυτών, στα 14 εκ των οποίων έχουν κτισθεί με νόμιμες άδειες οικίες, και άρχισε να τα πωλεί σε τρίτους, μεταξύ δε αυτών είναι και το επίδικο ακίνητο, το οποίο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε κατά πλήρη κυριότητα στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος Κ.

Α. του Α. και της Σ., κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Τα ως άνω επιβεβαιώνονται από τη νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 1637/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. ΑΠ 1816/2009 απόφασης του Γ Πολιτικού Τμήματος), βάσει του περιεχομένου της οποίας, η όμορη με την επίδικη έκταση ιδιοκτησία του Α.

Ξ. του Α. και της Μ. - Ε. Κ., φέρουσα τον αριθμό δασοτεμαχίου (2), περιλαμβάνεται στο παραλιακό πευκοδάσος "...", το οποίο, βάσει της από 19- 1/17.11.1835 απόφασης της Επιτροπής επί των Οθωμανικών Υποθέσεων, θεωρούνταν ως ιδιωτική δασική έκταση. Μάλιστα, βάσει του υπ' αριθ. ... εγγράφου του ... η περιοχή "..." χαρακτηρίζεται ως παραλιακό δάσος αποτελούμενο από χαλεπή πεύκη και κουκουναριά, και αναφέρεται ότι το Δασαρχείο το διαχειρίζεται ως δημόσιο διακατεχόμενο δάσος με διακατόχους κατά το ήμισυ τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων και κατά το έτερο ήμισυ το Ίδρυμα "Μ.

Μ." και ότι κατά τη σημερινή της μορφή η έκταση ιδιοκτησίας Γ. και Μ. Π. αποτελεί τμήμα του δάσους "..." και ότι γύρω από αυτή υπάρχουν δρόμοι και έχουν ανεγερθεί 10-12 οικοδομές με κήπους, στις οποίες έχει δοθεί ρεύμα και νερό, άρα και στην ένδικη ιδιοκτησία του Γ. Α., η οποία τυγχάνει όμορη με το αναφερόμενο στο προμνησθέν έγγραφο υπ' αριθ. (3) δασοτεμάχιο.

Άλλωστε, το ότι η επίμαχη έκταση των 4.012 τ.μ. είχε ανέκαθεν και εξακολουθεί να έχει δασική μορφή, και ότι αποτελεί μέρος του πευκοδάσους "..." με το οποίο βρίσκεται σε οργανική ενότητα, αναφέρεται και στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του, όπου χαρακτηρίζεται ως δασοτεμάχιο. Κατά τη χρονική διάρκεια των διαδοχικών μεταβιβάσεων της ευρύτερης έκτασης του "...", η περιέχουσα αυτό μείζονα έκταση του "τσιφλικιού Σούλι" του Ο.

Π. αποτελείτο από καλλιεργούμενες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, λίμνες, δάση με κουκουναριές, πεύκα και βελανιδιές, δάση με άλλη δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση, χειμαδιά και θέρετρα (βλ. και την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 5265/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορά γειτονικό ακίνητο των Γ. και Μ.

Π., με τους ίδιους απώτερους μέχρι τον Α. Κ. δικαιοπάροχους). Ο αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος και όλοι οι προαναφερόμενοι διάδοχοί του κατείχαν και νέμονταν αρχικώς ολόκληρο (και επομένως και την επίδικη έκταση) το ενιαίο ακίνητο και ακολούθως, κατά τα τμήματα που περιήλθαν στον καθένα από αυτούς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και κληρονομικές διαδοχές, σύμφωνα με το β.ρ.δ.

που ίσχυε στην Αττική μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. στις 23-2-1946, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις, από το 1836 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) την πεποίθηση, ότι, νεμόμενοι το κτήμα δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ.

έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και το επίδικο. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη αυτή έκταση αποτελείτο από χαλεπή πεύκη και κουκουναριά. Την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς την χρησιμοποιούσαν για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή κ.λπ.

Επίσης, την εκμίσθωναν σε τρίτους, την επέβλεπαν, ως δική τους και προέβαιναν σε οριοθέτησή της, απέτρεπαν δε τρίτους να προβούν σε καταπατήσεις, χωρίς να ενοχληθούν από το Δημόσιο ή τρίτους και γνωρίζοντας ότι το χοτζέτι με αριθμό ..., βάσει του οποίου απέκτησε το αγρόκτημα ο Α. Κ. είχε εγκριθεί με απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, όπως προεκτέθηκε.

Επιπλέον, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Κ. Μ. από το έτος 1956 προέβαινε διανοία κυρίου σε κατατμήσεις του μείζονος έκτασης κτήματός του, δυνάμει των υπ' αριθ. 54987/831/11.10.1956 και 86018/1622/28.05.1958 αδειών του Υπουργείου Γεωργίας, μεταξύ δε των κατατμηθέντων τμημάτων περιλαμβάνεται και το επίδικο, στη νομή του οποίου εγκαταστάθηκε ο ενάγων τον Ιανουάριο του 1990, οπότε και του μεταβιβάστηκε από τον πατέρα του Κ.

Α. (κατά το ήμισυ λόγω αγοράς και κατά το έτερο ήμισυ λόγω γονικής παροχής), ο οποίος το έτος 1968 είχε ανεγείρει την εντός αυτού ευρισκόμενη οικία και είχε μεριμνήσει για την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας (έκδοση της υπ' αριθ. 1812/1968 άδειας οικοδομής του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου, επίβλεψη εργασιών, χορήγηση εντολής σύνταξης των απαιτούμενων σχεδιαγραμμάτων και κατόψεων), καθώς και για την εκπόνηση του από Δεκεμβρίου 1989 τοπογραφικού διαγράμματος του Διπλωματούχου Πολιτικού Μηχανικού Μ.

Σ. και της από Ιανουάριου 1990 κάτοψης ορόφου του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Δ. Κ.. Από τις αρχές, λοιπόν, του έτους 1990, ο ενάγων νέμεται την επίμαχη έκταση των 4.012 τ.μ. διανοία κυρίου ασκώντας επ' αυτής πράξεις νομής, ήτοι με επίβλεψη, καλλωπισμό, υποβολή αιτήσεων γεώτρησης, μέριμνα για πυροπροστασία και πληρωμή φόρων και ειδικών επιβαρύνσεων ακίνητης περιουσίας.

Συνεπώς, οι διάδοχοι του Α. Κ. έγιναν κύριοι της όλης έκτασης του κτήματος, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915, κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ., αφού με βάση αυτό ήταν δυνατή η χρησικτησία και επί δημοσίων κτημάτων. Η κυριότητα αυτή του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, δεν ανατράπηκε μετά τις 11-9-1915, με άσκηση καλόπιστης νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 30 έτη, ώστε να καταστεί αυτό κύριο του όλου επίμαχου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ίδιο προϊσχύσαν β.ρ.δ.

ή μεταγενέστερα από 23-2- 1946, με άσκηση νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 20 έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του έκτοτε ισχύοντος A.K.. Το εναγόμενο και εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο μείζον κτήμα (και επομένως και στο επίδικο ακίνητο). Επίσης, ουδέποτε κατέστη καθ' οιονδήποτε τρόπο αδέσποτο το επίδικο ακίνητο και αδέσποτη η ευρύτερη έκταση, ώστε να περιέλθουν εν συνεχεία στο Δημόσιο.

Αντίθετα, το τελευταίο με το να εξαιρέσει κατά την κήρυξη των προαναφερθεισών απαλλοτριώσεων στο "Δάσος ..." που περιελάμβανε και το ένδικο ακίνητο, κατά τα έτη 1925 και 1954 και με το να χορηγήσει με τις υπ' αρ. 54897/831/11/10.1956 και 86018/1622/28-5-1958 άδειες του Υπουργείου Γεωργίας στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Κ.

Μ. άδεια κατάτμησης δάσους, στα πλαίσια της οποίας απέκτησε και ο ενάγων το επίμαχο δασοτεμάχιο, ουσιαστικά αναγνώριζε ότι το εν λόγω δάσος ήταν ιδιωτικό και δεν αποτελούσε ιδιοκτησία του. Το Ελληνικό Δημόσιο άρχισε να αμφισβητεί τον ιδιωτικό χαρακτήρα της έκτασης, χωρίς ωστόσο να ασκήσει συγκεκριμένες πράξεις νομής επ' αυτής, μόλις το έτος το έτος 1980 και δη με το υπ' αριθ. 2941/70/1980 έγγραφο του Δασαρχείου ..., με το οποίο ανακάλεσε προγενέστερο έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης (επί αιτήσεως των Γ.

και Μ. Π. για το με αρ. 3 δασοτεμάχιο της ίδιας περιοχής), ισχυριζόμενο ότι πρόκειται για παράνομη κατάτμηση δάσους, το οποίο ανήκει στο ίδιο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, απορριπτέοι, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τυγχάνουν ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος της έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, ως αβάσιμοι.

Επιπλέον, δεδομένου ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, έχοντας αυτός και οι δικαιοπάροχοί του στη νομή τους το ακίνητο συνεχώς και αδιαταράκτως και ειδικότερα για το διάστημα από το έτος 1836 έως την ημερομηνία εισαγωγής του Αστικού Κώδικα, ασκώντας επ' αυτού σε μείζονα έκταση πράξεις νομής διανοία κυρίου και για το χρονικό διάστημα από της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα έως και της ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής, ασκώντας πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο, που αποτελούσε τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης, δεν απαιτείται, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού επρόκειτο για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου ενέπιπτε και το επίδικο τμήμα.

Άρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος της έφεσης...¨". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, μετά της εντός αυτού ευρισκόμενης οικίας.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, έκρινε ότι : 1) Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο (δασοτεμάχιο), εμβαδού 4.012 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ... Αττικής, μετά της επ' αυτού οικίας, στη νομή του οποίου εγκαταστάθηκε ο ενάγων δυνάμει των με αριθμ. ... και ... αγοραπωλητηρίου και γονικής παροχής, αντίστοιχα, συμβολαίων της συμβ/φου Αθηνών Ε.

Π. Ν. - Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, εμπεριέχεται στη μείζονα έκταση του "τσιφλικιού Σούλι" του Ο. Π., η οποία αποτελείτο από καλλιεργούμενες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, λίμνες, δάση με κουκουναριές, πεύκα και βελανιδιές, δάση με άλλη δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση, χειμαδιά και θέρετρα, η οποία ανήκε πριν την απελευθέρωση, ως τσιφλίκι, και περιήλθε, λόγω πώλησης, στον Α.

Κ., από τον προαναφερθέντα Ο. Π., λόγω πώλησης, με το χοτζέτι, με αριθμό ... από τρίτης ... του μουσουλμανικού έτους 1250 (αντιστοιχούντος στο έτος 1834 του γρηγοριανού ημερολογίου), το οποίο εγκρίθηκε με την από 17.11.1835 απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, συσταθείσας με την από 27-6/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή την 20η.11.1835 από τους Γραμματείς της Επικράτειας, στη συνέχεια, ο Α.

Κ. συνέστησε προίκα, με το με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κ. Π., στην θυγατέρα του Ε. Κ., ενόψει του γάμου της με τον Σ. Σ., στη συνέχεια, μετά τον, επισυμβάντα το έτος 1883, θάνατο αυτής, περιήλθε, με ανάμειξη στην κληρονομία της, στα τέκνα αυτής, Α. Σ. του Σ., Δ. Σ. του Σ. και Ε. θυγατέρα Σ. Σ., κατά ποσοστό 1/3 έκαστος εξ αυτών, και μετά τον, επισυμβάντα, 19-05-1887 θάνατο της, Ε.

θυγατέρας Σ., στην κληρονομία αυτής αναμείχθηκαν ο πατέρα της Σκαρλάτος Σούτσος και τα αδέλφια της Α. και Δ. Σ., στη συνέχεια, μετά τον, επισυμβάντα στις 18-05-1877, θάνατο του Σ. Σ., περιήλθε, με την από 06.05.1887 ιδιόγραφη διαθήκη, δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία κατά την συνεδρίαση της 19ης .05.1887 του Πρωτοδικείου Αθηνών, στα τέκνα του Α.

και Δ. Σ. ισομερώς, στη συνέχεια, ο Α. Σ., με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω ανταλλαγής, απέκτησε το μερίδιο του αδελφού του, Δ. Σ., στη συνέχεια, περιήλθε, με το αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος το έτος ..., Δ.

Σ., στον Ε. Μ. του Αντωνίου, ως αγρόκτημα σε μεγαλύτερη έκταση 30.000 στρεμμάτων με την ονομασία "...". 2. Ο αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος και όλοι οι προαναφερόμενοι διάδοχοί του, κατείχαν και νέμονταν αρχικώς ολόκληρο (και επομένως και την επίδικη έκταση) το ενιαίο ακίνητο, και, ακολούθως, και τα τμήματα που περιήλθαν σε καθένα, όπως αναλύεται παραπάνω, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω νόμιμους τίτλους, ειδικής και καθολικής διαδοχής, σύμφωνα με το β.ρ.δ., κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις, από το 1836 και μέχρι την 11-09-1915, νεμόμενοι το όλο κτήμα, αποτελούμενο από χαλεπή πεύκη και κουκουναριά, οι προαναφερόμενοι απώτατοι νομείς την χρησιμοποιούσαν για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή κ.λπ., την εκμίσθωναν σε τρίτους, την επέβλεπαν, ως δική τους και προέβαιναν σε οριοθέτησή της, απέτρεπαν τρίτους να προβούν σε καταπατήσεις, χωρίς να ενοχληθούν από το Δημόσιο ή τρίτους και γνωρίζοντας ότι το χοτζέτι με αριθμό ..., βάσει του οποίου απέκτησε το αγρόκτημα ο Α.

Κ. είχε εγκριθεί με απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, με καλή πίστη και με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που συνεχίστηκε μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. και στη συνέχεια έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και το επίδικο. 3.

Οι διάδοχοι του Α. Κ. και ο Ε. Μ. του Α., δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, έγιναν κύριοι της όλης έκτασης του κτήματος, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915, κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ., αφού με βάση αυτό ήταν δυνατή η χρησικτησία και επί δημοσίων κτημάτων. 4.

Τις ανωτέρω πράξεις νομής διανοία κυρίου συνέχισαν οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, και με καλή πίστη, μέχρι την εισαγωγή, στις 23-02-1946, στη Χώρα του Α.Κ. και στη συνέχεια, συνέχισαν τις παραπάνω πράξεις νομής διανοία κυρίου, μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 1990 οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, και έκτοτε ο αναιρεσίβλητος μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενώ ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Κ.

Μ., από το έτος 1956, προέβαινε, επιπλέον, διανοία κυρίου σε κατατμήσεις του μείζονος έκτασης κτήματός του, δυνάμει των υπ' αριθ. 54987/831/11.10.1956 και 86018/1622/28.05.1958 αδειών του Υπουργείου Γεωργίας, μεταξύ δε των κατατμηθέντων τμημάτων περιλαμβάνεται και το επίδικο, στο οποίο ο άμεσος δικαιοπάροχος του, Κ. Α. του Α., το έτος 1968, είχε ανεγείρει την εντός αυτού ευρισκόμενη οικία (με έκδοση της 1812/1968 άδειας οικοδομής του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου, επίβλεψη εργασιών, χορήγηση εντολής σύνταξης των απαιτούμενων σχεδιαγραμμάτων και κατόψεων) και από τον Ιανουάριο του έτους 1990, ο αναιρεσίβλητος νέμεται την επίμαχη έκταση των 4.012 τ.μ.

διανοία κυρίου ασκώντας επ' αυτής πράξεις νομής (επίβλεψη, καλλωπισμό, υποβολή αίτησης γεώτρησης, μέριμνα για πυροπροστασία και πληρωμή φόρων και ειδικών επιβαρύνσεων ακίνητης περιουσίας), καταστάς κύριος με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. 4. Δεν υπήρξε καθ' οιονδήποτε τρόπο αδέσποτο το επίδικο ακίνητο και αδέσποτη η ευρύτερη έκταση, ώστε να περιέλθουν εν συνεχεία στο Δημόσιο. 5.

Η κυριότητα των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, με 30ετή χρησικτησία και με καλή πίστη μέχρι τις 11-9-1915, δεν ανατράπηκε, με άσκηση καλόπιστης νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 30 έτη, ώστε να καταστεί αυτό κύριο του όλου επίμαχου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ίδιο προϊσχύσαν β.ρ.δ.

ή μεταγενέστερα από 23-2-1946, με άσκηση νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 20 έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του έκτοτε ισχύοντος A.K.. IV. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής καλής πίστης στους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, το χρονικό διάστημα από το έτος 1836 έως 11-09-1915, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, 1,3 του β.δ.

της 17/29-11-1836, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, περί χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα, των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3), 51, 64 και 65 ΕισΝΑΚ, 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και, τούτο, διότι, όπως προεκτέθηκε, στο επίδικο ακίνητο των 4.102 τ.μ., μετά της εντός αυτού οικίας, ως μέρος του εξαιρεθέντος από τις παραπάνω απαλλοτριώσεις, μείζονος έκτασης του "τσιφλικιού Σούλι" του Ο.

Π., η οποία αποτελείτο από καλλιεργούμενες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις, λίμνες, δάση με κουκουναριές, πεύκα και βελανιδιές, δάση με άλλη δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση, χειμαδιά και θέρετρα, η οποία ανήκε πριν την απελευθέρωση, ως τσιφλίκι, και περιήλθε από τον προαναφερθέντα Ο. Π., λόγω πώλησης, στον Α. Κ., και στη συνέχεια με τις διαδοχικούς τίτλους (καθολικής και ειδικής διαδοχής) της νομής αυτού, και την άσκηση των παραπάνω πράξεων νομής διανοία κυρίου (καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή κ.λπ., εκμίσθωση σε τρίτους, επίβλεψη, οριοθέτηση, αποτροπή καταπατήσεων) με καλή πίστη και πεποίθηση ότι δεν προσβάλλεται δικαίωμα τρίτου και ιδίως του Ελληνικού Δημοσίου, και δικαιολογούν, όπως αναλύεται στη μείζονα σκέψη, την εφαρμογή αυτών, και, επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος, κατά το οικείο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος.

Λοιπές αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο, ότι η έκδοση χοτζετίου και έγκριση αυτού από την επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής ενεργεί μόνο για την προστασία του αποκτώντος Έλληνος από τον Οθωμανό πωλητή, και δεν ανατρέπει το τεκμήριο του υφιστάμενου το έτος 1836 δάσους, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η κυριότητα του ένδικου δάσους, ως δημόσιου κτήματος, περιήλθε στους απώτατους δικαιοπαρόχους με 30ετή έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση, με καλή πίστη, των αναφερόμενων πράξεων νομής διανοία κυρίου, συμπληρωθείσα μέχρι την 11-09-1915, χωρίς την όχληση από οποιονδήποτε τρίτο ή το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η παραπάνω έγκριση της έκδοσης του χοτζετίου, αποτέλεσε απλώς ένα από τα συντρέχοντα λοιπά περιγραφόμενα παραπάνω στοιχεία της καλής πίστης, που, κατά τις παραδοχές, επιβεβαιώθηκε από την απαλλοτρίωση από το αναιρεσείον του μεγαλύτερου μέρους του τσιφλικίου, προς αποκατάσταση των ακτημόνων, και την εξαίρεση μέρους αυτού, στο οποίο ανήκει το επίδικο.

Παράλληλα, το Εφετείο, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες στοιχείο συνδρομής καλής πίστης, από το έτος 1836 έως 11-09-1915, στους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου και πράξεων νομής διανοία κυρίου από τους δικαιοπαρόχους Κ. Μ. και Κ. Α., αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και, ειδικότερα, οι αναφερόμενες παραπάνω πράξεις νομής διανοία κυρίου των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου και του τελευταίου επί του επίδικου ακινήτου, οι οποίες προσιδιάζουν στην, κατά τη διαδρομή του χρόνου, φύση και τον προορισμό του, λόγω της κτήσης κυριότητας, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, επί του επιδίκου, από τους δικαιοπάροχους του αναιρεσιβλήτου μέχρι την 11-09-1915, και στη συνέχεια ως ανωτέρω, από τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, οι, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, και τρίτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται ότι δόθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 216 του ν.δ/τος 4173/1929, άδεια από τον Υπουργό Γεωργίας, για πώληση της με άδεια κατατμημένης δασικής έκτασης, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι, κατά τις παραδοχές οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου απέκτησαν κυριότητα σε δασοτεμάχιο με έκτακτη χρησικτησία, και, συνεπώς, έκτοτε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες, ανεξαρτήτως ότι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνεται ότι έλαβε χώρα κατάτμηση της δασικής έκτασης, κατόπιν σχετικής άδειας του Υπουργού Γεωργίας, και εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ανωτέρω άδεια περιλαμβάνει και την πώληση των κατατμημένων τεμαχίων.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 138/2021, AΠ 218/2018, ΑΠ 1860/2014).

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 199/2021, ΑΠ 179/2019). Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη μόρφωση της κρίσης του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 776/2021, ΑΠ 885/2021, ΑΠ 563/2021, ΑΠ 1087/2015).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και δικαστικές αποφάσεις μεταξύ διάδικου και τρίτων (πρβλ ΑΠ 83/2022, ΑΠ 1943/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον, από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της ουσιώδους, για τη δίκη, συνδρομής των προϋποθέσεων του βρδ νομής με διαδοχικούς τίτλους διαδοχής [ειδικής και καθολικής (και με ανάμειξη)] από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου (Α.

Κ., Ε. Σ., Ε. Σ., Σ. Σ., Α. Σ., Δ. Σ., μετά των κληρονόμων αυτού, και Ε. Μ.), από το έτος 1832 έως 11-09-1915, τα εξής έγγραφα των οποίων δεν έγινε επίκληση στις προτάσεις, ενώπιον του Εφετείου, ούτε προσκόμιση σ' αυτό: α) το με αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Αθηνών Γ. Κ., β) τα πρακτικά της συνεδρίασης της 19-05-1887 του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί κήρυξης κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης του Σ.

Σ., γ) το με αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβ/φου Αθηνών Γ. Α., δ) το με αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβ/φου Αθηνών Δ. Κ., ε) το με αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κ. Π., στ) και το από το έτος 1832 χοτζέτιο σε συνδυασμό με τη με αριθμ. 19//17-11-1835 απόφαση της επί των Οθωμανικών Υποθέσεων Επιτροπής.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου καθώς και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος με τις, νομίμως, κατατεθείσες, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προτάσεις του, επικαλέστηκε τη με αριθμ. 1637/2007 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με την απόφαση ΑΠ 1816/2009 (με στοιχεία σχετ. 22Α και 22Β) και τη με αριθμ. 5265/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (με στοιχεία σχετ. 23), επί δίκης του αναιρεσείοντος με τρίτους για τμήματα της αυτής μείζονος έκτασης, όμορων του επίδικου, για την απόδειξη του ως άνω ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού.

Από την επισκόπηση των ανωτέρω ΕφΑθ 1637/2007, ΑΠ 1816/2009 και ΕφΑθ 5265/2015 αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με διάδικους γείτονες του αναιρεσιβλήτου και το αναιρεσείον, επί δίκης για γειτονικά, με το επίδικο, ακίνητα προερχόμενα από την αυτήν μείζονα έκταση του "τσιφλικίου Σούλι" και εξαιρεθέντα των ανωτέρω απαλλοτριώσεων, προκύπτει ότι στις ανωτέρω εφετειακές αναφέρονται τα παραπάνω με στοιχείο α, β, γ, δ, ε και στ έγγραφα, ως αποδεικτικά στοιχεία ύπαρξης των παραπάνω τίτλων διαδοχής (ειδικής και καθολικής) στη νομή και καλής πίστης, από τους προαναφερθέντες, στο μείζον ακίνητο, για τον παραπάνω χρόνο, και, τούτο, μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "...Τα ως άνω επιβεβαιώνονται από τη νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 1637/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ.

ΑΠ 1816/2009 απόφασης του Γ Πολιτικού Τμήματος), βάσει του περιεχομένου της οποίας, η όμορη με την επίδικη έκταση ιδιοκτησία του Α. Ξ. του Α. και της Μ. - Ε. Κ., φέρουσα τον αριθμό δασοτεμαχίου (2), περιλαμβάνεται στο παραλιακό πευκοδάσος "..."..., (βλ. και την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 5265/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορά γειτονικό ακίνητο των Γ.

και Μ. Π., με τους ίδιους απώτερους μέχρι τον Α. Κ. δικαιοπάροχους). Έτσι, παρόλο που δεν έγινε νόμιμη επίκληση των επιμέρους παραπάνω εγγράφων, αυτά διαλαμβάνονται στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν μεταξύ του αναιρεσείοντος και τρίτων, για γειτονικά ακίνητα, εξαιρεθέντα, όπως το επίδικο, από τις ανωτέρω απαλλοτριώσεις για την αποκατάσταση ακτημόνων, και των δικαστικών αυτών αποφάσεων, ως δικαστικά τεκμήρια, έγινε νόμιμη επίκληση, με τις προτάσεις, από τον αναιρεσίβλητο, ενώ δεν έγινε επίκληση από το αναιρεσείον ότι δεν συντρέχει περίπτωση εμμάρτυρης απόδειξης, και για τα αποδεικτικά ή συστατικά έγγραφα ότι δεν χάθηκαν τυχαία (άρθρ. 394 παρ.1γ ΚΠολΔ), και η προσκομιδή των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο παραπάνω, από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος. VΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο, από αυτήν, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 1058/2020). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 59/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι οι προαναφερθέντες (Α.

Κ., Ε. Σ., Ε. Σ., Σ. Σ., Δ. Σ. μετά των κληρονόμων αυτού και Ε. Μ.) έφεραν την ιδιότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από το έτος 1832 έως 11-09-1915, και απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης, με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του βρδ, είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή (κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες και επικαλεσθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και, ειδικότερα, κατά την διαλαμβανόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, " από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες του ένδικου ακινήτου ..", χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην προσβαλλόμενη κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

V

ΙΙ. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτού, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-05-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμ. 1619/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ