Legislator Case Law & Legislation
1291/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vagueness and failure to specify missing reasoning in the lower court's decision.

Case Number 1291/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final appellate court decision. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and violated substantive law, but the court found these grounds vague and lacking specific details. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds are vague, fail to specify the missing reasoning required by law, and do not allow the Supreme Court to verify the substantive legality of the contested decision.

Keywords

AI generated
cassation appeal insufficient reasoning vague grounds Code of Civil Procedure legal costs appeal bond substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Article 713 of the Civil Code
Article 375 of the Criminal Code
Article 71 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 11/1996
Areios Pagos 25/2003
Areios Pagos 20/2005
Areios Pagos 81/2020
Areios Pagos 144/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1291 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1291/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Ελευθεριάδου - Κούσουλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαφείρα Μπαϊκούση - Κάτσιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15057/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1271/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/5/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-5-2019 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1608/2019, ΕΑΚ 193/2019, Αριθ. Δικ. 1490/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 1271/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 27-9-2015 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 15057/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 786/2021, ΑΠ 881/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020).

Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, προϋποτίθεται κατ` ανάγκην ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ` ουσίαν βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν` απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη.

Εάν, συνεπώς, το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας λόγους της έφεσης του εναγομένου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονέθηκε, διότι δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016, ΑΠ 1569/2010).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του (ένσταση) περί αοριστίας της στηριζόμενης στις διατάξεις περί αδικοπραξιών αγωγικής αξίωσης, τον οποίο πρότεινε με τις από 27-9-2010 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε ως εφεσίβλητος με τις από 20-9-2017 προτάσεις του στο Εφετείο, παραπονούμενος για την μη απόρριψη αυτής ως αόριστης, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή (αγωγή) των ειδικότερων πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν την επικαλούμενη από τους ενάγοντες παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του (υπεξαίρεση), του λόγου για τον οποίο αυτοί (ενάγοντες) υπέστησαν ζημία και της ύπαρξης άδειας λειτουργίας της πρώτης ενάγουσας εταιρείας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης (και του μη διαδίκου Ιωάννη Χάσουλα) και να την κρίνει βάσιμη κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος, δεχόμενο ως βάσιμο τον λόγο της έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, κατά λογική αναγκαιότητα δέχθηκε και ότι η αγωγή κατά την παραπάνω βάση της είναι ορισμένη και, συνεπώς, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, του οποίου η προστασία ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι δε απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 1424/2017).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1175/2020).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 803/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 983/2019, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1979/2017.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση και το ύψος αυτής και, τέλος η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο να εκτιμήσει τη νομική βασιμότητα του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στον δε ζημιώσαντα εναγόμενο την δυνατότητα ανταπόδειξης (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 603/2019, ΑΠ 1145/2018, ΑΠ 93/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι οι ενάγοντες (ήτοι, η ήδη αναιρεσίβλητη και ο μη διάδικος Ι. Χ.) ισχυρίζονται ότι μεταξύ του δευτέρου εξ αυτών και της πρώτης εναγομένης εταιρείας, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) (καθώς και άλλοι μη διάδικοι) ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και στη συνέχεια εκκαθαριστής, καταρτίστηκε σύμβαση, δυνάμει της οποίας η πρώτη (εναγομένη) ανέλαβε την υποχρέωση να φιλοξενήσει στις αναφερόμενες κτιριακές εγκαταστάσεις της τον δεύτερο ενάγοντα ή την εταιρεία, οποιασδήποτε μορφής, που πιθανόν θα συνέστηνε, για να διενεργεί εκεί χειρουργικές επεμβάσεις και περίθαλψη θωρακικών και καρδιαγγειακών περιστατικών, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, σύμφωνα με τους ειδικότερους αναφερόμενους σ' αυτήν (σύμβαση) όρους, όπως αναλυτικά εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι, στη συνέχεια, δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή συμβολαιογραφικού εγγράφου, συνεστήθη η πρώτη (ενάγουσα) Ε.Π.Ε., με διαχειριστή τον δεύτερο (ενάγοντα), σκοπός της οποίας ήταν οι πάσης φύσεως εγχειρήσεις θώρακος, καρδιοαγγειοχειρουργικής και επεμβατικής καρδιολογίας, καθώς και κάθε άλλη παρεμφερής δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να υπεισέλθει αυτή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δευτέρου (ενάγοντος) από τη μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης ως άνω σύμβασης.

Ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης, συμφωνήθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι για τους ασθενείς τους που ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία κάλυπταν τη δαπάνη της χειρουργικής επέμβασης, θεραπείας και νοσηλείας τους, η πρώτη (ενάγουσα) θα εξέδιδε προς την πρώτη εναγομένη τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, δυνάμει του οποίου η τελευταία θα εισέπραττε από τα αντίστοιχα ασφαλιστικά ταμεία, στο όνομά της αλλά για λογαριασμό της (πρώτης ενάγουσας), το ποσό του τιμολογίου και αφού παρακρατούσε τα συμφωνηθέντα ανά περιστατικό δικαιώματά της, θα απέδιδε σ' αυτήν (πρώτη ενάγουσα), αμέσως μετά την είσπραξή του, το υπόλοιπο ποσό, που αφορούσε την αμοιβή της.

Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω αρχικής σύμβασης, η οποία λειτούργησε κανονικά καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι και τα τέλη περίπου του μηνός Αυγούστου του έτους 2002, η πρώτη ενάγουσα πρόσφερε υπηρεσίες στους αναφερόμενους στην αγωγή ασθενείς της καρδιοχειρουργικής μονάδας, εκδίδοντας τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προς την πρώτη εναγομένη.

Ότι στη συνέχεια, κατόπιν σχετικής απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, η πρώτη εναγομένη εταιρεία λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, ενώ εκκαθαριστές της ορίστηκαν ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) (και άλλα τρία πρόσωπα, μη διάδικοι). Ότι η πρώτη εναγομένη εισέπραξε, δια των νομίμων εκπροσώπων της (μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος εναγόμενος) από τα αντίστοιχα ασφαλιστικά ταμεία των ασθενών, το ποσό των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η πρώτη ενάγουσα και, ενώ όφειλε, βάσει της σύμβασης, μετά την παρακράτηση της συμφωνηθείσας αμοιβής της, να της το αποδώσει, παρά ταύτα και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, τόσο προφορικά όσο και με την από 10-5-2006 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση του δεύτερου των εναγόντων, που επιδόθηκε, την 6-6-2006, στους δεύτερο (αναιρεσείοντα) και τρίτη των εναγομένων, ως εκ της ιδιότητάς τους των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εξ αυτών, η τελευταία αρνείται μέχρι σήμερα να της το καταβάλει.

Ότι ο δεύτερος εξ αυτών (αναιρεσείων), ως εκ της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου αυτής (πρώτης εναγομένης) και ακολούθως του εκκαθαρισμού, καθώς και οι αναφερόμενοι λοιποί εναγόμενοι (μη διάδικοι), κατά το χρονικό διάστημα από 20-11-2000 έως και την 12-6-2003, οπότε λύθηκε και τέθηκε αυτή σε εκκαθάριση, μολονότι γνώριζαν τη μεταξύ των δύο εταιρειών (πρώτης ενάγουσας και πρώτης εναγομένης) σύμβαση και εισέπραξαν, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, από τα ασφαλιστικά ταμεία των ασθενών τα αντίστοιχα ποσά, ουδέποτε απέδωσαν, ως όφειλαν, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 170.526,91 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παράνομα και μέχρι την άσκηση της αγωγής αρνούνται να καταβάλουν.

Ότι από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων επλήγη η αξιοπιστία, το κύρος και η επαγγελματική φήμη της πρώτης ενάγουσας έναντι του νοσηλευτικού και ιατρικού προσωπικού, που είχε προσλάβει και των προμηθευτών της, προς τους οποίους αδυνατούσε να εκπληρώσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να μειωθεί η τιμή, αξιοπιστία και η φήμη της στον επαγγελματικό της κύκλο.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησαν, μετά παραδεκτό ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί: (Ι) η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος: Α) στην πρώτη ενάγουσα, (α) το ποσό των 170.526,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της υποχρέωσης προς καταβολή, ήτοι από 1-8-2003, άλλως από την επομένη της συμφωνηθείσας ως ημερομηνίας ολοσχερούς εξόφλησης, ήτοι από 1-1-2005, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, (β) το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης (επιφυλασσόμενη για το ποσό των 30 ευρώ, για να το διεκδικήσει ως πολιτικώς ενάγουσα από τα ποινικά δικαστήρια), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και Β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και (

ΙΙ) η υποχρέωση της πρώτης, δεύτερου (αναιρεσείοντος) και λοιπών εναγομένων να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 13.205,95 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 23-4-2003, άλλως από 1-1-2005, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς θεμελίωσή της στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία, τα οποία θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου (αναιρεσείοντος) και την εξ αυτής πρόκληση ζημίας στην πρώτη ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του και της (θετικής) ζημίας, που προκλήθηκε εξ αυτής στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη), της οποίας το ύψος προσδιορίζεται, καθώς και την πρόκληση ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, εκτίθεται ότι ο 2ος εναγόμενος - αναιρεσείων, με την ιδιότητα αρχικά του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρείας και μετά τη λύση της του συνεκκαθαριστή, εισέπραξε (μαζί με τα αναφερόμενα άλλα φυσικά πρόσωπα - μη διαδίκους) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τα ασφαλιστικά ταμεία των ασθενών τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, τα οποία, αντί, μετά την παρακράτηση των νομίμων δικαιωμάτων της πρώτης εναγομένης, να τα αποδώσει στην πρώτη ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), όπως όφειλε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της πρώτης ενάγουσας, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Επίσης, προσδιορίζεται στην αγωγή το ύψος της θετικής ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, καθώς επίσης και ότι εξ αυτής (αδικοπρακτικής συμπεριφοράς) υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον επλήγη η αξιοπιστία, το κύρος και η επαγγελματική φήμη της έναντι του νοσηλευτικού προσωπικού και των προμηθευτών της, λόγω της αδυναμίας της να εκπληρώσει τις προς αυτούς οικονομικές της υποχρεώσεις.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, δέχθηκε σιωπηρά ότι αυτή είναι ορισμένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και, συνεπώς, ο δεύτερος (επικουρικά ασκούμενος) λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, εκτός από τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), ενώ δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017) ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 696/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτών πραγματικών περιστατικών, αφενός μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019).

Στην προκείμενη υπόθεση, με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου, λόγω έλλειψης αιτιολογιών και ανεπαρκούς αιτιολογίας, παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ (τρίτος λόγος), 713 ΑΚ και 375 ΠΚ (τέταρτος λόγος) και 71 ΑΚ (πέμπτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, λόγω αοριστίας τους, καθόσον αναφορικά με την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα του εφετείου ως προς τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και περαιτέρω, ενόψει του ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό (αναιρετήριο δικόγραφο) οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του, παρά μόνο τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, με βάση τα οποία, όμως, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος βασιμότητας αμφοτέρων των αιτιάσεων, ούτε, τέλος, εξειδικεύονται ειδικά για την από τον αριθμό 19 επικαλούμενη πλημμέλεια οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά τον αναιρεσείοντα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε οι αιτιολογίες της να είναι επαρκείς.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα στο αναιρετήριο, ούτε συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εξέτασης τέτοιου κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-5-2019 (ΓΑΚ 1608/2019, ΕΑΚ 193/2019, Αριθ. Δικ. 1490/2020) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1271/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ