Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership classification in Dodecanese under Ottoman law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding property ownership in the Dodecanese. The State argued the property was public land subject to specific legal restrictions, but the lower court correctly identified it as private 'mulk' land acquired before the relevant laws were introduced. The Court upheld this finding, ruling that the State's claims were baseless and the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 lit. a' of Law 510/1947; Art. 51 of the Introductory Law of the Civil Code: Property acquired before the introduction of the Civil Code is governed by the law in force at the time of the factual events; the Court established that the State's appeal regarding the classification of the property as public land was inadmissible and baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1291 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1291/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ε. Κ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Α.Κ., ο ΕισΝ.Α.Κ. και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 του ΕισΝ.Α.Κ. ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε, κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.
Περαιτέρω, η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ του έτους 1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ' αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες:
α) στις ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν και μπορούν να τις διαθέτουν ελεύθερα προς τρίτους, β) στις δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) στις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) στις γαίες οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) και οι οποίες είναι δημόσιες και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργειά τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα βράχια, τα αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.
Ειδικότερα ως ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) το Οθωμανικό δίκαιο αναγνωρίζει προς όφελος των υπηκόων του (μουσουλμάνων και μη), μόνο τα αστικά ακίνητα (οικόπεδα, αυλές, κήπους, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) και επίσης τα ακίνητα με καρποφόρα δέντρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, ενώ στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι βοσκές (χειμερινές και θερινές), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που είχαν φυτευτεί με δένδρα, τα οποία δεν καλλιεργεί κανείς.
Οι ως άνω δημόσιες γαίες μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό Δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσης, οπότε εκδιδόταν σχετικός τίτλος (ταπίο). Οι ιδιώτες όμως με την έκδοση του τίτλου αυτού δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας στην παραχωρηθείσα δημόσια έκταση, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο.
Ανεξάρτητα όμως από την ως άνω παραχώρηση, ειδικά επί καλλιεργησίμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατά το άρθρο 78 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγραφών ταπίων της 7 Σαμπάν 1276, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και η έκδοση τίτλου (ταπίου) στο όνομα του σφετεριστή, η έκδοση του οποίου άλλωστε ήταν αποδεικτική και όχι συστατική, του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.
Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από το σφετεριστή, είναι όχι μόνο η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση εξουσίαση του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως, δεν είναι δυνατή η από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί μη καλλιεργήσιμων δημοσίων εκτάσεων.
Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού Α.Κ., όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού Α.Κ., που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή, που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.
Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).
Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων.
Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στη Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865, με το υπ' αριθμ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).
Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το άρθρο 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865, διάταξη, η οποία είναι αντίθετη προς αυτή του άρθρου 63 εδ. ε' του Κτηματολογικού Κανονισμού, κατά την οποία δεν επιτρέπεται σε βάρος των δημοσίων περιουσιακών (ιδιόκτητων) κτημάτων παραγραφή της κυριότητας ως προς τις γαίες "εραζί-εμιριέ" ή "αρζί-μιρί".
Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Κάρπαθο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε έλαβε χώρα κατάρτιση κτηματολογίου και συνεπώς καταγραφή των ακινήτων σ' αυτό και ίδρυση κτηματολογικών γραφείων στη νήσο αυτή (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ομοίως για τη νήσο Σύμη ΑΠ 1787/2017).
Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ του έτους 1942 από 21.4.1942 με το υπ' αριθμ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 του ΙταλΑΚ/1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στη φυσική εξουσία του από το νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.
Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού Α.Κ. στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 Α.Κ., από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία με τη δυνατότητα εκείνου, που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 1787/2017, ΑΠ 477/2016). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ 1942 και Ελληνικού Α.Κ., διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στη Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.
δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος.
Είναι όμως δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρο 4 παρ 2 α.ν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).
Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. α' v. 2100/1952 που ισχύει από 26.4.1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στη Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) αποσβένυται, οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1-1949 έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.
α' του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 ( ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 822/2013, ΑΠ 1814/2012).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 210/2019, ΑΠ 415/2018, ΑΠ 1787/2017, ΑΠ 849/2007).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Επομένως, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 307/2020, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 174/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1036413/2213/Δ0010/11-4-2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η οποία δημοσιεύτηκε στο 156/29-4-2008 ΦΕΚ Τ.
Δ' και μεταγράφηκε νόμιμα στις 30-7-2008 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου, στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, όπως προκύπτει από το από 30-7-2008 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Κατασκευή φράγματος και αγωγού μεταφοράς Σχοινά Καρπάθου" υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, με δαπάνες ταυ ιδίου, έκταση, εμβαδού 234.823,17 τ.μ., που εμφανίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από Σεπτεμβρίου 2004 και στα με αριθμούς σχεδίων Κ.01 και Κ.02 κτηματολογικά διαγράμματα, καθώς και στον αντίστοιχο, κτηματολογικό πίνακα του Διοικητικού Τομέα Προγραμματισμού και Εφαρμογής Διεύθυνση Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών του Υπουργείου Γεωργικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που συνέταξε ο Τοπογράφος Μηχανικός Ε.
Π. και θεώρησε ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας Π. Π.. Στην άνω κοινή υπουργική απόφαση σημειώνεται ότι δεν περιλαμβάνονται εκτάσεις που στα κτηματολογικά στοιχεία φέρονται ότι ανήκουν στο Δημόσιο. Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται ακίνητο, αγρός, που βρίσκεται στη θέση ..., με αριθμό … στο κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα, εκτάσεως 6.598,72 τ.μ., τμήμα του οποίου είναι έκταση 5.901,03 τμ., όπως αυτή εμφαίνεται με στοιχεία γωνιών Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Α στο από Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Χ., που συνορεύει βόρεια με κοίτες και όχθες ρεμάτων ... και ..., νότια με την υπ' αριθμ. … ιδιοκτησία του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, ανατολικά με την υπ' αριθμ. … ιδιοκτησία και δυτικά με αγροτική οδό. Το ακίνητο τούτο περιήλθε στην πέμπτη ενάγουσα, Ε. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….9.2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κάρπαθου Ζωής Ρουσάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου (τόμος … και αύξων αριθμός …), όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ' αριθμ.
…/….6.2010 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου, λόγω αγοράς από την Κ. σύζ. Χ. Χ. το γένος Γ. Π.. Η τελευταία απέκτησε το ακίνητο το έτος 1981, με άτυπη δωρεά από το σύζυγο της Χ. Ι. Χ., ο οποίος το είχε αποκτήσει το έτος 1962, με άτυπη δωρεά από τον αδελφό του Π. Χ., ο οποίος το είχε αποκτήσει το έτος 1939 από το θείο του Π. Χ., δυνάμει της από 2.2.1939 ιδιόγραφης διαθήκης του τελευταίου, ο οποίος νεμήθηκε το ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1890 μέχρι το θάνατό του το έτος 1939, ασκώντας τις στη φύση του και τον προορισμό του ως καλλιεργήσιμου αγρού διακατοχικές πράξεις νομής, ήτοι καλλιεργούσε το ακίνητο με στάρι, το καθάριζε και εν γένει το επέβλεπε και το φρόντιζε.
Αλλά και οι προαναφερόμενοι, άμεσοι και απώτεροι, δικαιοπάροχοι της πέμπτης ενάγουσας, όπως και η ίδια, νέμονταν το ακίνητο ασκώντας υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στον προορισμό του και συγκεκριμένα το καλλιεργούσαν, το φρόντιζαν και το επέβλεπαν, με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ξεφύγει από την επίβλεψη και επιτήρησή τους.
Έτσι, η πέμπτη ενάγουσα κατέστη κυρία αυτού με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας το χρόνο των δικαιοπαρόχων της, από 1-1-1932, οπότε άρχισε να ισχύει ο θεσμός της χρησικτησίας στα Δωδεκάνησα, δυνάμει του υπ' αριθμ. 200/31-12-1931 διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη. Ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, περί ιδίας κυριότητας ως δημόσιας γαίας, δεν αποδείχθηκε.
Τούτο, διότι στα νησιά της Δωδεκανήσου - πλην Ρόδου και Κω - που δεν ήταν "δορυάλωτα", δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, όπως είναι η Κάρπαθος, ο τούρκος κατακτητής, όχι μόνο δεν δήμευσε γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους "γαίες μουλκ" (Βλ.
Αχιλ. Κωνσταντινίδη "Αρζί-μιρί και Ιστορία" Δωδ. Νομ. Επιθ. Τόμος 6ος, σελ. 1 επόμ., Γ. Παντελίδη "Η απόσβεση της ψιλής κυριότητας του Δημοσίου επί των παραχωρημένων δημοσίων γαιών" ό.π. τόμος 5ος σελ. 79 επ. Αλεξ. Καρανικόλα "Τα Συμιακά" τόμος Δ, σελ. 2, ΕφΔωδ 193/2013, 62/2009, 13/2007, 188/2005, 103/1999, 220/1997). Μετά ταύτα, εσφαλμένα φέρεται στον κτηματολογικό πίνακα ότι η ιδιοκτησία με αριθμό … ανήκει στο Χ.
Χ., καθώς τμήμα αυτής, εκτάσεως 5.901,03 τμ., ανήκει στην πέμπτη ενάγουσα, κατά τα προεκτεθέντα. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι στο εν λόγω ακίνητο υπάρχουν βάρη ή διεκδίκηση. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 361/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, καθορίσθηκε η οριστική τιμή της αποζημίωσης, μεταξύ άλλων σε 12 ευρώ ανά τ.μ.
για το έδαφος, σε 32 ευρώ ανά τ.μ για ξερολιθιά, σε 80 ευρώ για μικρά ελαιόδεντρα, σε 140 ευρώ για μεσαία και σε 170 ευρώ. για μεγάλα. Με βάση τα προαναφερόμενα, έπρεπε η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως προς την πέμπτη ενάγουσα και να αναγνωριστεί ότι η τελευταία είναι δικαιούχος της οριστικής αποζημίωσης για το ως άνω ακίνητο και τα υπερκείμενα αυτού.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της πρώτης έφεσης κρίνονται αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η πρώτη έφεση -ως εκ τούτου και η επικουρικά ασκηθείσα δεύτερη έφεση- να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και την επικουρικά ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 99/2016 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία είχε κρίνει ομοίως, τόσο ως προς τη νομική φύση του επιδίκου, ως ακινήτου, ελευθέρας ιδιοκτησίας - μούλκ - υπό το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικα, Οθωμανικό δίκαιο και τον Κτηματολογικό Κανονισμό, (που διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα), όσο και ως προς την απόκτηση της κυριότητάς του από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο, κείμενο στη νήσο …, ήταν ανέκαθεν ιδιωτική γη, ελεύθερης ιδιοκτησίας, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, δηλαδή νομικής φύσης μουλκ και δεν ήταν δημόσια γη και συνεπώς ήταν δεκτικό χρησικτησίας από το έτος 1932 και μετά, και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας Π.
Χ. από το έτος 1890 έως το έτος 1939, Π. Χ. από το έτος 1939 έως το έτος 1962 και Χ. Χ. από το έτος 1962 έως το έτος 1981 και στη συνέχεια η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ. συζ. Χ. Χ. από το έτος 1981 έως το έτος 2006, βρίσκονταν συνεχώς και αδιαλείπτως στη νομή και κατοχή του και το εξουσίαζαν ασκώντας με διάνοια κυρίου αντίστοιχα ο καθένας, τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του, ως καλλιεργήσιμου αγρού, ειδικότερα αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής και ότι η άνω άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας έχοντας, κατόπιν αυτών, καταστεί κυρία τούτου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, το μεταβίβασε το έτος 2006 στην ενάγουσα, λόγω πωλήσεως, με το μνημονευόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι η τελευταία (ενάγουσα), η οποία έκτοτε επίσης βρίσκονταν συνεχώς και αδιαλείπτως στη νομή και κατοχή του, έγινε κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και δη των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), των άρθρων 1, 2, 3 και 4 εδ.
α' και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 1539/1938, καθώς και του άρθρου 1 του παραρτήματος XIV της από 10-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 2 του Α.Ν. 1539/1938, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, το επίδικο είναι νομικής φύσης μουλκ και όχι δημόσια γη, ώστε να συντρέχει λόγος εφαρμογής των διατάξεων αυτών, περί μη παραγραφής των δικαιωμάτων του Δημοσίου, ενώ σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και είναι αβάσιμη η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 9 του Ν. 2100/1952, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους, ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του ότι το επίδικο ήταν νομικής φύσης μουλκ και όχι δημόσια γη.
Κατά τα λοιπά, οι με το πρώτο αυτό σκέλος του αναιρετικού λόγου προβαλλόμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τη νομική φύση του επιδίκου ως ελεύθερης ιδιοκτησίας - μουλκ, ή ως δημόσιας γης - εραζί εμιριέ ή αρζί μιρί, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, που εξακολούθησε κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό, να ισχύει στα Δωδεκάνησα ως τοπικό δίκαιο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ενόψει τούτων, οι από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προεκτεθεισών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τη νομική φύση του επίδικου ακινήτου και το νόμιμο τρόπο κτήσεως κυριότητας επ' αυτού από την ενάγουσα, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο κείμενο στη νήσο Κάρπαθο, είναι νομικής φύσεως μουλκ, ήτοι ιδιόκτητη γη (ελεύθερη ιδιοκτησία), από την εποχή της Τουρκοκρατίας, καθόσον δεν είχε δημευθεί από το Οθωμανικό Κράτος, αλλά εξουσιαζόταν από τους ιδιοκτήτες του, και ήταν δεκτικό χρησικτησίας από το έτος 1932, περιήλθε δε στην κυριότητα της ενάγουσας, κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Α.Κ., κατά τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο, από την ανωτέρω άμεση δικαιοπάροχό της, η οποία ήταν κυρία τούτου και είχε αποκτήσει από κύριο, αλλά και κατά πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας το χρόνο νομής των ανωτέρω αναφερόμενων δικαιοπαρόχων της.
Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το είδος του επιδίκου ακινήτου ως ελεύθερη ιδιοκτησία - ιδιωτική γη, νομικής φύσης μουλκ, και την υπαγωγή αυτού στην κατηγορία των νομικής φύσης ιδιόκτητων γαιών (μουλκ), καθώς και ως προς τον τρόπο νόμιμης κτήσεως κυριότητας επ' αυτού από την ενάγουσα.
Περαιτέρω, δεν συνέτρεχε λόγος αναφοράς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για το αν το επίδικο αποτέλεσε αντικείμενο δικαιώματος τεσσαρούφ επί μία δεκαετία πριν την ισχύ του Α.Ν. 1539/1938 στα Δωδεκάνησα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, το επίδικο είναι νομικής φύσης μουλκ και όχι δημόσια γη, οπότε δεν μπορούσε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, να είναι αντικείμενο δικαιώματος τεσσαρούφ.
Συνεπώς, οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στο μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμες. Τέλος, η αναφερόμενη στον ίδιο δεύτερο σκέλος του λόγου αναίρεσης, αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τις αιτιολογίες που παρατίθενται σ' αυτή, προέβη σε εσφαλμένη ουσιαστική διερεύνηση και αξιολόγηση της ένδικης διαφοράς και των ισχυρισμών του, ως προς τη νομική φύση του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, ως αβάσιμες και απαράδεκτες. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 22 αρ. 18 του Εισ.Ν. ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01.12.2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 174/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ