1291/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1291/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1291 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1291/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Α. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.746, 782/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2016, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ίδια ημέρα, δήλωση αναίρεσής του και στους από 6 Μαΐου 2016 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 214/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: … από 4-1-2016 δήλωση αναιρέσεως και οι από 6-5-2016 πρόσθετοι αυτής λόγοι, που η πρώτη επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 4-1-2016 (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ) και οι δεύτεροι κατετέθησαν στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 11-5-2016 κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ), για αναίρεση της υπ’ αριθ. 746,782/2015 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο την 16-12-2015, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται, ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Επομένως, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητας του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.
Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος.
Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 503/2015).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.
Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφημήσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Η, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικος, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ .1 στοιχ.
Β’ του ΚΠοινΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι νόμιμος ή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο μη νόμιμο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή (ΑΠ 1129/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοιά του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τον κατεδίκασε σε ανασταλείσα επί τριετία ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του εγκαλούντος Σ.
Σ. του Γ.. Ειδικότερα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξει τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά της παρούσης αποφάσεως, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 659/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και τα οποία βρίσκονται στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Στις 10-11-2008 στο χώρο του Πνευματικού κέντρου της Εκκλησίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου του ... Ημαθίας, ο κατηγορούμενος ενώπιον απροσδιόριστου αριθμού ατόμων της τοπικής κοινωνίας, ανέφερε σε βάρος του εγκαλούντος Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ... Ημαθίας αυτολεξεί τα ακόλουθα "Τα μάθατε; Εδώ και μέρες ο Σ. Σ. είναι στη φυλακή", υπονοώντας δηλαδή ότι ο εγκαλών καταδικάσθηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη.
Όλα όμως τα ανωτέρω ισχυρισθέντα που περιήλθαν σε γνώση των ανωτέρω αναφερόμενων ατόμων, ήταν ψευδή καθ’ ολοκληρίαν και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του παραπάνω εγκαλούντος, ενείχαν δε αμφισβήτηση της προσωπικής και της κοινωνικής του αξιοπρέπειας ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται". Στη συνέχεια Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, επί λέξει, του ότι: "Ενεργώντας με πρόθεση στο ... Ν. Ημαθίας, στις 10-11-2008, εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυρίσθηκε ψευδώς, ενώπιον τρίτων, για κάποιο άλλον, γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, στο χώρο του Πνευματικού Κέντρου της Εκκλησίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου και ενώπιον απροσδιόριστου αριθμού ατόμων της τοπικής κοινωνίας, ανέφερε σε βάρος του εγκαλούντος, Σ.
Σ. του Γ., κατοίκου ... Ημαθίας, αυτολεξεί τα ακόλουθα "Τα μάθατε; Εδώ και μέρες ο Σ. Σ. είναι στη φυλακή", υπονοώντας δηλαδή ότι ο εγκαλών καταδικάσθηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη. Όλα όμως τα ανωτέρω ισχυρισθέντα που περιήλθαν σε γνώση των ανωτέρω αναφερόμενων ατόμων, ήταν ψευδή καθ’ ολοκληρίαν και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και.
την υπόληψη του παραπάνω εγκαλούντος, και ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και της κοινωνικής του αξιοπρέπειας, ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους.".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του εγκαλούντος Σ.
Σ. του Γ., για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α’ και 2και 362-363 του ΠΚ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραδοχές, ότι, ως από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ’ είδος αναφέρονται, προέκυψε, ήσαν ψευδή τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα ως άνω γεγονότα, τα οποία ο αναιρεσείων με προς τούτο θέληση τα ισχυρίσθηκε την 10-11-2008 ενώπιον των παρευρισκομένων στον χώρο του Πνευματικού Κέντρου της Εκκλησίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο ...
Ημαθίας, γνωρίζοντας ότι τα ψευδή γεγονότα αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού, εμφανίζοντάς τον να έχει τελέσει αξιόποινες πράξεις και γι’ αυτές να είναι έγκλειστος στις φυλακές, ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του ζωής. Η δε παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων εγνώριζε το ψευδές του ισχυρισμού του αυτού θεμελιώνεται στην προσωπική αντίληψη του γεγονότος αυτού του ιδίου (αναιρεσείοντος), η οποία συνάγεται από τον, κατηγορηματικό και ως εξ ιδίας αντιλήψεως προερχόμενο, τρόπο εκφοράς και διατυπώσεως από τον αναιρεσείοντα του ως άνω, δυσφημιστικού για τον εγκαλούντα, γεγονότος, μη απαιτουμένης της παραθέσεως άλλων σχετικών με την γνώση του περιστατικών.
Το δε διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της και να μη αποτελεί τυπική αντιγραφή τμήματος του σκεπτικού της πρωτοδίκου υπ’ αριθμ. 659/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βεροίας, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ πρώτος κύριος και ο πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ’ όψει του την ενώπιόν του απολογία του και δεν απάντησε στους περιεχόμενους σ’ αυτήν υπερασπιστικούς πραγματικούς ισχυρισμούς του, ότι η αναλήθεια της εγκλήσεως του Σ. Σ. και η αθωότητα του προέκυπταν από τις καταθέσεις τόσον του ιδίου (αναιρεσείοντος) όσον και του μάρτυρος Θ. Μ., καθ’ όσον αφορά το πρώτο σκέλος της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού ρητώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μετά των άλλων αποδεικτικών μέσων και την ενώπιόν του απολογία του αναιρεσείοντος. Καθ’ όσον δ’ αφορά το δεύτερο μέρος της, η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, αφού δεν αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αλλά (αφορά) την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Συνεπώς ο δεύτερος κύριος λόγος αναιρέσεως, που ανάγεται σε εκείνον της ελλείψεως ακροάσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά, οι αυτοί ως άνω λόγοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ , Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, με τους οποίους υπό την επίκληση της ελλείψεως ακροάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου ως προς το τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης στην εκτίμηση των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου και είναι εκ τούτου απαράδεκτοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου, κύριου και πρόσθετου, λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: … από 4-1-2016 δήλωση αναιρέσεως και οι επ’ αυτής από 6-5-2016 πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 4-1-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμ. πρωτ: …/4-1-2016 από 4-1-2016 δήλωση του Ι. Α. του Χ., κατοίκου ... Ημαθίας και τους από 6-5-2016 πρόσθετους λόγους του ιδίου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 746,782/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ