Legislator Case Law & Legislation
1291/2015 AI generated

1291/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1291/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1291/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 15-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1291 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1291/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κοκόνογλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Χ. Κ. και 2) Κ. Κ. του Χ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νικολακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Φεβρουαρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4957/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6868/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 15-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη από 21-2-2005 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ενώ γνώριζε ότι οι ενάγοντες του είχαν καταβάλει στις 4-3-2000 το ποσό των 12.325 ευρώ για την εξόφληση του εκ δρχ. 3.500.000 δανείου που τους είχε χορηγήσει, μετά των συμβατικών τόκων, και κατά τη συμφωνία τους έσκισαν τα πρωτότυπα του από 15-2-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε υπογραφεί μεταξύ τους για το εν λόγω δάνειο, παρά ταύτα ο εναγόμενος άσκησε εναντίον τους την από 31-7-2002 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίστηκε ψευδώς ότι του οφείλουν εισέτι το ποσό του δανείου, εμφανίζοντας αυτούς ως κακοπληρωτές, προς απόδειξη δε της αγωγής επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο το από 25-2-2000 πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, εν γνώσει της πλαστότητας αυτού, προσβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την προσωπικότητά τους, αφού τους εμφανίζει ως ασυνεπείς στις συμβατικές υποχρεώσεις τους.

Ζήτησαν δε οι ενάγοντες να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, το ποσό των 150.000 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι καθόλα ορισμένη και νόμιμη, αφού περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στα άρθρα 57, 59, 914, 932 Α.Κ., 362-363 Π.Κ.

στοιχεία, μη απαιτουμένης περαιτέρω άλλης εξειδίκευσης. Επομένως, οι πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προβάλλεται, αντίστοιχα, ότι παρά τον νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας της, αφού δεν εξειδικεύεται σ’ αυτήν:

α) ποιος συγκεκριμένα και που κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό ίων 12.325 ευρώ, β ) ποιος και που έσκισε όλα τα πρωτότυπα του από 15-2-2000 δανειστικού ιδιωτικού συμφωνητικού, γ) που και ενώπιον ποίων διέδωσε ο εναγόμενος ότι οι ενάγοντες του οφείλουν εισέτι το δάνειο, δ) σε ποίο δικαστήριο, πότε και με ποιες συγκεκριμένα εκφράσεις τους προσέβαλε και ταπείνωσε, και περαιτέρω εσφαλμένα έκρινε την αγωγή ως νόμιμη, θεμελιωμένη στις παραπάνω διατάξεις, είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτο, κατ’ ορθή υπαγωγή, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 281 Α.Κ. και απέρριψε ως μη νόμιμη την από το άρθρο αυτό προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση, με την αιτιολογία ότι τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο εναγόμενος για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του, και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την εν λόγω ένσταση. Ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά εκείνα περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε ο ενιστάμενος εναγόμενος, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτά θεμελιώνουν την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι ενάγοντες ήταν συνιδιοκτήτες μαζί και με άλλους μη εδώ διαδίκους ενός οικοπέδου που βρίσκεται στο ... και επί του οποίου ανέλαβε την ανέγερση πολυωρόφου οικοδομής ο εναγόμενος ως εργολήπτης. Για την επίσπευση δε των εργασιών της εν λόγω οικοδομής .....

ανέλαβε ο τελευταίος (εναγόμενος) να καταβάλει από δικά του χρήματα για λογαριασμό και προς οικονομική διευκόλυνση των εναγόντων το συνολικό ποσό των 3.500.000 δραχμών τότε ως φόρο συνένωσης προς την αρμόδια ΔΟΥ, το οποίο οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να επιστρέφουν στον εναγόμενο ως δάνειο. Προς τούτο την 15ην Φεβρουαρίου του 2000 ο ήδη καταβολών το ανωτέρω ποσό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

εναγόμενος εργολήπτης με το υπό ιδίαν ημερομηνία έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου, το οποίο συντάχθηκε σε τρία αντίτυπα, ένα για κάθε συμβαλλόμενο, συμφώνησε με αμφοτέρους τους ενάγοντες αφ’ ενός μεν, ότι λόγω εντόκου δανείου ανέλαβε ο ίδιος αυτός και κατέβαλε το ως άνω ποσό αφ’ ετέρου δε και ότι υπεχρεούντο οι ενάγοντες να του επέστρεφαν (απέδιδαν) το ίδιο αυτό ποσό εντόκως εντός διετίας έκτοτε και δη με ποσοστό τόκου 10% ετησίως.

Στη συνέχεια οι ενάγοντες, στις 4-3-2002, επέστρεφαν το δανεισθέν ποσό στον εναγόμενο με τους συμφωνηθέντες τόκους, καταβάλλοντας σ’ αυτόν σε μετρητά 12.325 ευρώ (4.199.744 δρχ.), ενώ ταυτόχρονα όλοι οι διάδικοι κατόπιν συμφωνίας τους έσκισαν και τα τρία αντίτυπα του από 15-2-2000 (συμφωνητικού). Ακολούθως στις 27 Μαρτίου 2002 αφού πλέον είχε περατωθεί η ως άνω πολυώροφη οικοδομή και επίσης είχαν παραδοθεί δύο (2) διαμερίσματα στους ενάγοντες (πρώτου και τρίτου ορόφου αντιστοίχως) αυθημερόν, δηλαδή στις 27/3/2002 αμφότεροι οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο δυνάμει του υπ1 αρ. .../27-3-2002 προσυμφώνου και εργολαβικού....

να πωλήσουν και μεταβιβάσουν κατά κυριότητα στον τελευταίο (εναγόμενο εργολήπτη) το διαμέρισμα που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της πολυώροφης οικοδομής (μαζί και με την αποθήκη αυτού καθώς επίσης και την επιλεγείσα θέση στάθμευσης αυτού που είχαν λάβει ως αντιπαροχή,) αντί του αναγραφόμενου στο προσύμφωνο αυτό συνολικού τιμήματος των 125.000 ευρώ, το οποίο και κατεβλήθη στους πωλητές με δύο επιταγές της ...

BANK κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, ενώ το συνολικό πραγματικό τίμημα για την πώληση αυτή είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 197.000 ευρώ, την ίδια δε αυτή ως άνω ημερομηνία (27-3- 2002) συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και το από 27/3/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αφού γίνεται αναφορά στο ως άνω προσύμφωνο καθώς και στην πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του συμφωνηθέντος (εκτός συμβολαίου) τιμήματος του αναφερομένου στο ως άνω προσύμφωνο ακινήτου με την επί πλέον παράδοση στους ενάγοντες από τον εναγόμενο κατά την κατάρτιση του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού και μιας επιταγής ποσού 72.000 ευρώ της ίδιας ως άνω Τράπεζας, συμφώνησαν, συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν οι συμβαλλόμενοι με τον 4ο όρο του ίδιου αυτού εγγράφου συμφωνητικού τους τα εξής, όπως αυτά κατωτέρω αυτολεξεί παραθέτονται στο σημείο τούτο της παρούσας απόφασης:

Όρος 4 (του από 27 Μαρτίου 2002 ιδιωτικού συμφωνητικού) "Μετά τ’ ανωτέρω οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι δεν έχουν ή διατηρούν καμία εκατέρωθεν αξίωση ή απαίτηση από οποιαδήποτε αιτία, ιδίως προερχόμενη από το μεταβιβαζόμενο ακίνητο και αφορά (ενδεικτικά αναφερόμενα) φόρους, δάνεια, εξόφλησης φόρων, τέλη, παροχές κοινοχρήστων, πρόσθετες εργασίες και παύουν να ισχύουν οποιαδήποτε συμφωνητικά ή αποδείξεις ευρίσκονται μέχρι σήμερα στα χέρια των συμβαλλομένων".

Από το σαφές περιεχόμενο του 4ου όρου του πιο πάνω συμφωνητικού στο οποίο ρητά, κατηγορηματικά και χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση ή επιφύλαξη αναφέρεται αφ’ ενός μεν ότι οι συμβαλλόμενοι "δεν διατηρούν καμία εκατέρωθεν αξίωση ή απαίτηση από οποιαδήποτε αιτία" κάνοντας ενδεικτική μόνο αναφορά με τη χρήση της λέξης "ιδίως" σε αιτία ιδίως προερχόμενη από το μεταβιβαζόμενο ακίνητο αφ’ ετέρου δε ότι "παύουν να ισχύουν οποιαδήποτε συμφωνητικά ή αποδείξεις ευρίσκονται μέχρι σήμερα στα χέρια των συμβαλλομένων" προκύπτει αβίαστα ότι με βάση αυτόν (τον όρο) οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν και αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα και χωρίς εξαιρέσεις ότι ούτε οι εξ’ αυτών ενάγοντες έχουν ή διατηρούν καμία αξίωση ή απαίτηση, από οιανδήποτε αιτία και ενδεικτικά ως προς το πραγματικό τίμημα της πώλησης του διαμερίσματος τους κατά του αντιδίκου τους (εργολήπτη) ούτε όμως και ο τελευταίος αυτός έχει και διατηρεί καμία απολύτως αξίωση από οιανδήποτε αιτία εναντίον τους και ενδεικτικά "ιδίως" προερχόμενη από τη μεταβίβαση του ως άνω διαμερίσματος καθώς και από τους ".....

φόρους, δάνεια, εξόφληση φόρων, τέλη παροχές κοινοχρήστων, πρόσθετες εργασίες και παύουν να ισχύουν οποιαδήποτε συμφωνητικά ή αποδείξεις ευρίσκοντο μέχρι τότε στα χέρια των συμβαλλομένων" .... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι παρά το ότι είχε εξοφληθεί κατά τα προαναφερόμενα η απαίτηση του από το ως άνω δάνειο, ο εργολήπτης εναγόμενος (και ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος συνάμα) ισχυριζόμενος ότι δεν έχει επιστραφεί σ1 αυτόν από τους αντιδίκους του το προαναφερόμενο ποσό των 3.500.00Θ δραχμών εντόκως (και ήδη 13.325 ευρώ συμπεριλαμβανομένων και των συμβατικών τόκων) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31/7/2002 αγωγή, ζητώντας με αυτήν να υποχρεωθούν οι αντίδικοι του (εναγόμενοι) να του καταβάλουν για την εν λόγω αιτία 10.271,46 ευρώ με τόκο 10% ετησίως και δη για το χρονικό διάστημα από 17/2/2000 έως 17/2/2002 και έκτοτε νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του αυτής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.

Μάλιστα δε, προκειμένου να πειστεί το ως άνω Δικαστήριο για την ύπαρξη της οφειλής των τότε εναγομένων προς αυτόν και προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής αυτής προσκόμισε σ’ αυτό με επίκληση ο εργολήπτης αυτός ως ενάγων το από 25/2/2000 έγγραφο "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟΥ", που έφερε υπογραφές αυτού και των εναγόντων, το οποίο είχε όμοιο περιεχόμενο με αυτό του από 15-2-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε σχιστεί από τους διαδίκους, διαφέροντας μόνο ως προς την ημερομηνία που ήταν 25-2-2000, οι δε εναγόμενοι επί της αγωγής αυτής και εδώ ήδη ενάγοντες (Α.

Κ. και Κ. Κ.) προέβαλαν τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς (ενστάσεις τους), ήτοι περί του ότι: α) εξόφλησαν ήδη το αγωγικό αυτό ποσό β) και ότι ακόμη το προσκομισθέν και επικληθέν από τον αντίδικο τους - (εργολήπτη) πιο πάνω συγκεκριμένως "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟΥ" είναι πλαστό και δη και ως προς τις φερόμενες ως τεθείσες από τους ίδιους αυτούς (δήθεν και τάχατες) υπογραφές στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου, κατονομάζοντας δε ως πλαστογράφο τον ίδιο αυτόν τον εργολήπτη και προσκομίζοντας και τα προς απόδειξη της πλαστότητος αυτής έγγραφα και μάρτυρες.

Ο τότε ενάγων κατά των ανωτέρω ενστάσεων των αντιδίκων του στη δίκη αυτή με τις έγγραφες προτάσεις του αφ’ ενός μεν αρνήθηκε τους εν λόγω ισχυρισμούς (ενστάσεις των παρ’ αυτού εναχθέντων) αφ’ ετέρου δε ισχυρίστηκε ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο προσέβαλαν ως πλαστό οι αντίδικοι του αυτοί ουδέποτε καταστράφηκε αλλά μετά από σχετική συμφωνία με τους αντιδίκους του παρέμεινε ισχυρό και δεσμευτικό για αμφότερα τα διάδικα μέρη και ωσαύτως "εξαιρέθηκε" από το σχετικό 4° όρο που περιέχεται στο από 27/3/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αυτών....

Ενόψει της κατά τα ανωτέρω νομίμως προβληθείσας ένστασης πλαστότητας, το ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διέταξε την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.... Στη συνέχεια μετά την όρκιση του αντικαταστάτη, του πραγματογνώμονα Σ. Κ. ως δικαστικού γραφολόγου κατέθεσε ο τελευταίος αυτός την από 18 /12/ 2004 έκθεσή του γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στη γραμματέα του δικαστηρίου αυτού....

Τα τελικά συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο ως άνω πραγματογνώμονας- ύστερα μάλιστα από τις γραφολογικές διαπιστώσεις και παρατηρήσεις στις οποίες προέβη - διατυπώνονται στη γραφολογική αυτού έκθεση ως εξής: 1) Η χειρόγραφη υπογραφή που φέρεται στην εντύπως υποδεικνυόμενη θέση "Α.. Κ." του πρωτότυπου από 25/2/2000 ιδιωτικού συμφωνητικού δανείου δεν έχει χαραχθεί από την Α.

Κ. στην οποία αποδίδεται, αλλά από άλλο άγνωστο άτομο κατά ελεύθερη απομίμηση γνήσιας υπογραφής της. 2) Η χειρόγραφη υπογραφή που φέρεται στην εντύπως υποδεικνυόμενη θέση "Κ. Κ." του πρωτότυπου από 25/2/2000 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Δανείου δεν έχει χαραχθεί από τον Κ. Κ. στον οποίο αποδίδεται, αλλά από άλλο άγνωστο άτομο κατά ελεύθερη απομίμηση γνήσιας υπογραφής του ....

Οι χειρόγραφες 25/2 στη θέση ημερομηνίας του πρωτοτύπου από 25/2/2000 ιδιωτικού Συμφωνητικού Δανείου- λαμβανομένης υπόψη της ποσοτικής τους ανεπάρκειας - έχουν κατά πάσα πιθανότητα χαραχθεί από τον Π. Δ. του Κ. (δηλαδή εννοεί τον εκεί ενάγοντα - εργολήπτη), περαιτέρω ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Δ.

Π. του Κ. (του εργολήπτη δηλαδή και εκκαλούντος και εφεσίβλητου συνάμα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου) για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως εξεδόθη τελικώς η υπ’ αριθμ. 2831/9-4-2008 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη. Δυνάμει της ως άνω αποφάσεως ....κηρύχθηκε ο ίδιος αυτός ένοχος της αξιόποινης πράξης της εν γνώσει χρήσεως από τον ίδιον αυτόν στις 18/12/2003 πλαστού εγγράφου, ήτοι του από 25/2/2000 "ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ" εις βάρος δε των εγκαλεσάντων αυτόν και εδώ ήδη εναγόντων και εφεσιβλήτων συνάμα και δη χωρίς κανένα προς τούτο δικαίωμά του, δηλαδή ούτε εντολή ούτε συναίνεση εκ μέρους των κατά τα ως άνω εγκαλεσάντων αυτόν και δη, διότι ήταν πλαστό έγγραφο το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου και που αν και το γνώριζε αυτό ο ως είρηται δηλαδή εργολήπτης εν τούτοις το χρησιμοποίησε σε βάρος των αντιδίκων του προκειμένου ν’ αποδεικνύεται εντεύθεν έναντι τρίτων ότι είχε πράγματι απαίτηση από δάνειο έναντι δηλαδή των συγκεκριμένων αυτών εγκαλούντων (και ήδη εναγόντων) προσκομίζοντας αυτό το εν λόγω πλαστό έγγραφο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου κατ1 αποτέλεσμα δηλαδή να αποδείξει αυτός ο ίδιος με τον εν λόγω ποινικώς κολάσιμο αυτόν τρόπο ότι είναι βάσιμη η απαίτηση και η αξίωσή του από το ως είρηται συγκεκριμένο αυτό δάνειο.

Επιβλήθηκε δε αντίστοιχα σε αυτόν φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών.... Έτι περαιτέρω όσον αφορά την αξιόποινη πράξη του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και εφεσιβλήτου, συγχρόνως στη παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, το δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι αποδεικνύεται πλήρως ότι ο διάδικος αυτός ισχυρίστηκε και επίσης διέδωσε και δη ενώπιον τρίτων προσώπων (ήτοι του σχετικώς επιληφθέντος Δικαστή καθώς και της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των πληρεξουσίων δικηγόρων των αντιδίκων του και λοιπών προσώπων στο ακροατήριο του ως άνω δικαστηρίου) το πραγματικό γεγονός περί του ότι αμφότεροι οι αντίδικοι του (Α.

Κ. και Κ. Κ.) οφείλουν στον ίδιο αυτόν το προσδιοριζόμενο και ως άνω ποσό των 3.500.000 δραχμών και το οποίο αρνούνταν να εξοφλήσουν εμφανίζοντας έτσι αυτούς έναντι τρίτων, ως ασυνεπείς οφειλέτες που αρνούνται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, μολονότι όμως ο ίδιος αυτός γνώριζε ότι αυτό το γεγονός ήταν απολύτως ψευδές, αφού το ως άνω δάνειο είχε εξοφληθεί και είχαν για το λόγο αυτό καταστραφεί κατόπιν συμφωνία τους τα γνήσια αντίτυπα του από 15-2- 2000, ιδιωτικού συμφωνητικού δανείου και σε κάθε περίπτωση είχε αυτό αποσβεστεί δυνάμει του όρου 4 του μεταξύ τους, από 27-3-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθώς, και το ότι το ίδιο αυτό γεγονός μπορεί να βλάψει την τιμή η την υπόληψη των αντιδίκων του αυτών και που πράγματι την έβλαψε στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση κατ’ εφαρμογή δηλαδή προς τούτο των συνδυαζόμενων δηλαδή διατάξεων των άρθρων 362 - 363 Π Κ και ειδικότερα ακόμη των διατάξεων του άρθρου 363 ΠΚ για την συκοφαντική δυσφήμηση....

Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω καταφάσκεται πράγματι και υποκειμενικώς και αντικειμενικώς η διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος της συκοφαντικής δηλαδή δυσφήμησης σε βάρος των αντιδίκων του, διότι είχε άμεσο δόλο στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση (δηλαδή "dolus directuS" ο ίδιος αυτός για να βλάψει (εν απολύτω γνώσει του και πάντως όχι με απλό ενδεχόμενο δόλο του) την τιμή και την υπόληψη των ως άνω αντιδίκων του.

Εξάλλου, απολύτως στοιχειοθετείται αποδεικνύεται (και τεκμηριώνεται) και το συκοφαντικό γεγονός που πράγματι ισχυρίστηκε και διέδωσε σε βάρος των αντιδίκων του ο Δ. Π. εν γνώσει του καθώς επίσης ότι μπορούσε να βλάψει αυτό το ίδιο την τιμή και την υπόληψη των εν λόγω αντιδίκων του όπως και πράγματι κρίνεται ότι στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση την έβλαψε....

Ενόψει όλων των ανωτέρω που δέχεται το δικαστήριο σε σχέση με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου ως πλήρως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και γεγονότα, όλοι οι υπόλοιποι αντίθετοι ισχυρισμοί και αιτιάσεις του εκκαλούντος εναγομένου σε σχέση με τα περιστατικά αυτά είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμοι".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, μετά από παραδοχή της έφεσης των εναγόντων και εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση 5.000 ευρώ υπέρ εκάστου των εναγόντων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον κάθε ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση 8.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, είναι επαρκείς οι αιτιολογίες ότι ο εναγόμενος, μολονότι γνώριζε ότι οι ενάγοντες του είχαν αποδώσει το δάνειο που τους είχε χορηγήσει μετά των συμβατικών τόκων, εν τούτοις άσκησε αγωγή εναντίον τους, με την οποία ισχυρίστηκε, ψευδώς, ότι οι ενάγοντες του οφείλουν εισέτι το δάνειο, εμφανίζοντας αυτούς ενώπιον του δικαστή που δίκασε την αγωγή, του γραμματέα της έδρας, των παραστάντων δικηγόρων και του ακροατηρίου, ως πρόσωπα που αθετούν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, επικαλέστηκε δε και προσκόμισε στο δικαστήριο για την απόδειξη της αγωγής του πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, εν γνώσει της πλαστότητάς του, ισχυριζόμενος ότι αυτό φέρει τις γνήσιες υπογραφές των εναγόντων, ενώ γνώριζε ότι τα γνήσια ιδιωτικά συμφωνητικά είχαν σκιστεί κατά τη συμφωνία τους, περιστατικά που είναι προσβλητικά της προσωπικότητας των εναγόντων.

Η παραδοχή ότι (μετά την εξόφληση του δανείου) κατά τη συμφωνία των διαδίκων σκίστηκαν τα πρωτότυπα του δανειστικού συμφωνητικού δεν αντιφάσκει με την εν συνεχεία παραδοχή ότι με τον 4° όρο του από 27-3-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι "παύουν να ισχύουν οποιαδήποτε συμφωνητικά ή αποδείξεις ευρίσκονται μέχρι σήμερα στα χέρια των συμβαλλομένων", οι διάδικοι συμφώνησαν και αναγνώρισαν ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία αξίωση εναντίον των εναγόντων από οποιαδήποτε αιτία και επομένως από το δάνειο που τους είχε χορηγήσει.

Η τελευταία, άλλωστε, παραδοχή αποτελεί μέρος της επάλληλης αιτιολογίας ότι σε κάθε περίπτωση το δάνειο είχε αποσβεστεί δυνάμει του 4ου όρου του από 27-3-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ κατά την κύρια αιτιολογία, η οποία στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο, το δάνειο εξοφλήθηκε από τους ενάγοντες με καταβολή του ποσού των 12.325 ευρώ.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ1 αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, καθώς και όταν σχημάτισε, την κρίση του από τη συνεκτίμηση, περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε το ως άνω από 27-3-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό και δέχθηκε ότι αυτό αποτελεί εξοφλητική του δανείου απόδειξη. Ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν πρόκειται για παραμόρφωση του εγγράφου, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου του διαφορετική από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων.

Σε κάθε περίπτωση προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι η ανάγνωση του εγγράφου δεν στηρίζει το κατά την κύρια αιτιολογία αποδεικτικό πόρισμα ότι το δάνειο εξοφλήθηκε δια καταβολής, αλλά την επικουρική ως άνω αιτιολογία.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6868/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ