1291/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αρ.κατάθ. 39946/2008 και 4439/2009 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19204/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2254/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 2-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated1291/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντα στους δύο αναιρεσιβλήτους Μ. και Ι. Τ.. Επομένως, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1291 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1291/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φώτιου Πολυζά του Κων/νου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Τ. του Α. και 2. Ι. Τ. του Μ. κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αρ.κατάθ. 39946/2008 και 4439/2009 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19204/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2254/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 2-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος, εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ'αριθμ.6482 και 6483/ 9-12-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας, του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ρ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της10-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της παραπάνω υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερομένη, μη απαιτούμενης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ.
με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντα στους δύο αναιρεσιβλήτους Μ. και Ι. Τ.. Επομένως, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 και 585 ΑΚ, οι οποίες, κατά το αρθ. 29 του Ν.813/1978, εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση, Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση-(πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικό η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου οπό το ελάττωμα.
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, εξάλλου, αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσιο αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτουμένης αδείας δημοσία αρχής (Ολ. ΑΠ 50/2005). Οι διατάξεις αυτές (άρθρ. 576 επομ. ΑΚ), με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 582 ΑΚ, είναι ενδοτικού δικαίου, με την έννοια ότι επιτρέπεται, με τους όρους πάντοτε των γενικών διατάξεων των άρθρων 332 επ, ΑΚ, να συμφωνηθεί ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της ειδικής αυτής ευθύνης του εκμισθωτή (ΑΠ 1473/2001).
Αν όμως ο μισθωτής, παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, έκανε χρήση του μισθίου έχει υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα, που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε (ΑΠ 322/2004, ΑΠ1/2007). Περαιτέρω εκτός των προαναφερθέντων δικαιωμάτων, τα οποία έχει ο μισθωτής, στην περίπτωση που κατά το χρόνο παράδοσης σ' αυτόν του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση, τότε ο μισθωτής έχει επίσης δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση υπό τους όρους του άρθρου 585 ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία.
Το προς καταγγελία της μίσθωσης ως άνω δικαίωμα του μισθωτή θεμελιώνεται με μόνη την ύπαρξη, κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου, του πραγματικού ελαττώματος τούτου, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς αυτό. Η γνώση ή η από βαριά αμέλεια άγνοια του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου από το μισθωτή κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου αποτελεί λόγο αποκλεισμού του προς καταγγελία της μίσθωσης για το λόγο αυτό δικαιώματος του μισθωτή, που προβάλλεται κατ' ένσταση από τον εκμισθωτή, εκτός αν, στην περίπτωση της από βαριά αμέλεια άγνοιας του ελαττώματος, ο εκμισθωτής υποσχέθηκε την ανυπαρξία του ελαττώματος ή δολίως αποσιώπησε αυτό, περιστατικό το οποίο προβάλλεται κατ' αντένσταση από το μισθωτή στον σχετικό ισχυρισμό του εκμισθωτή (ΑΠ 48/2000).
Εξ' άλλου, το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προβλέπει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί δε κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο διέγνωσε, έστω και έμμεσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων.
Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία, βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογής τους, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, για ευθεία (από τον αριθ. 1) ή εκ πλαγίου (από τον αριθ. 19) παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται, καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 26/2004) και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, δικάζον επί της έφεσης, της ασκηθείσας από τον νυν αναιρεσείοντα-μισθωτή, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχαν γίνει δεκτές, ως βάσιμες κατ' ουσία οι αγωγές των νυν αναιρεσιβλήτων -εκμισθωτών, με τις οποίες ζητούσαν με την πρώτη εξ αυτών την καταβολή των καθυστερουμένων μισθωμάτων, καταγγέλοντες με την αγωγή την μίσθωση και με την δεύτερη την καταβολή αποζημίωσης χρήσεως, διότι ο εναγόμενος εξακολουθούσε, μετά την γενομένη υπ' αυτών καταγγελία, να παρακρατεί το μίσθιο, ενώ είχε απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή του νυν αναιρεσείοντα-μισθωτή, με την οποία ζητούσε αποζημίωση, για την ζημία που υπέστη, λόγω ύπαρξης ελαττωμάτων του μισθίου καταστήματος, εξ αιτίας των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να λάβει άδεια λειτουργίας, έκρινε ομοίως και απέρριψε, κατ' ουσία, την έφεση του νυν αναιρεσείοντα, επικυρώνοντας την απόφασή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη α) από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εκ του ότι προέβη σε ερμηνεία, της μισθωτικής σύμβασης, δεχθέν την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, χωρίς όμως να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και β) από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης ζήτημα περί του εάν τα υπάρχοντα ελαττώματα του μισθίου (ύπαρξη παρανόμου παταριού) κατέστησε αδύνατη την έκδοση άδειας λειτουργίας αυτού.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες-εναγόμενοι- νυν αναιρεσίβλητοι-εκμισθωτές εκμίσθωσαν προς τον εναγόμενο- ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα-μισθωτή, ένα κατάστημα, ευρισκόμενο στη Θεσσαλονίκη (οδός ...), του οποίου είναι συγκύριοι και το οποίο αποτελείται από ισόγειο 85,10 τ.μ., υπόγειο 52,50 τ.μ και πατάρι 40 τ.μ., για διάρκεια έξη ετών, από 1ης Νοεμβρίου 2007 έως 30ης Οκτωβρίου 2013, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως επιχείρηση ψητοπωλείου, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.600€, σύμφωνα με το από 6-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι: Το μίσθιο έφερε υδραυλική και ηλεκτρολογική εγκατάσταση και όταν μισθώθηκε είχε και φως και νερό και ο εκκαλών μισθωτής ανέλαβε την υποχρέωση "να συνάψει σύμβαση με τη ΔΕΗ στο όνομα του" (βλ. άρθρο 9 μισθωτηρίου). Ο εκκαλών πριν από τη μίσθωση "εξέτασε ενδελεχώς το μίσθιο και το βρήκε της απολύτου αρεσκείας του και απόλυτα κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε" (βλ.
άρθρο 5 μισθωτηρίου) και συμφωνήθηκε ρητά ότι "σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ελαττωματικό το μίσθιο, εφόσον (ο μισθωτής) δεν καταφέρει να εκδώσει την απαιτούμενη άδεια" (βλ. άρθρο 4 μισθωτηρίου). Σε εκτέλεση της άνω μισθωτικής σύμβασης οι εφεσίβλητοι παρέδωσαν το μίσθιο κατάστημα στον εκκαλούντα την 17.11.2007 και όχι την 01-11-2007 που πρόβλεπε η μισθωτική σύμβαση, διότι ο τελευταίος απαίτησε την αφαίρεση των πρόσθετων εντός του μισθίου υπαρχουσών κατασκευών (υπερυψωμένες σιδερένιες κατασκευές, ξύλινες κατασκευές, εσωτερικά χωρίσματα, αλουμινοκατασκευές γυψοσανίδες κτλ), που είχαν γίνει από τον προηγούμενο μισθωτή Α.
Τ. ,που το χρησιμοποιούσε ως ΡUΒ (μπαρ) και για να γίνει η αφαίρεση αυτή χρειάστηκαν 16 ημέρες. Το πατάρι (εσωτερικός εξώστης) των 40μ2 ήταν μία από τις πρόσθετες κατασκευές του προηγούμενου μισθωτή και ο εκκαλών ρωτήθηκε από τους εφεσίβλητους αν ήθελε να αφαιρεθεί και αυτό, αλλά αυτός (εκκαλών μισθωτής) αρνήθηκε και συνεπώς από τότε έλαβε γνώση ότι το πατάρι, αυτό ήταν αυθαίρετο, δηλαδή είχε κατασκευαστεί χωρίς πολεοδομική άδεια.
Άλλωστε αυτό δεν φαινόταν και στο τοπογραφικό διάγραμμα και στην κάτοψη του μισθίου, που συνόδευαν την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια, που είχε εκδοθεί από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και αφορούσε την οικοδομή που βρισκόταν το μίσθιο, που παραδόθηκαν (άδεια, σχέδιο και κάτοψη) σε αντίγραφα από τους εφεσίβλητους στον εκκαλούντα, προκειμένου ο τελευταίος να χρησιμοποιήσει αυτά ως δικαιολογητικά στο Δήμο Θεσσαλονίκης για την έκδοση της άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου εντός του μισθίου ακινήτου.
Μετά τη σύναψη της άνω μίσθωσης, ο εκκαλών υπέβαλε, στις 5 Νοεμβρίου 2007, στο Τμήμα Έκδοσης Αδειών Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος του Δήμου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. Πρωτ. ... αίτηση για προέγκριση ίδρυσης και λειτουργίας ψητοπωλείου στο εν λόγω μίσθιο κατάστημα, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η με αριθμό ...
απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Θεσσαλονίκης, με την οποία "εγκρίθηκε η προέγκριση ίδρυσης καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟΥ στον Π. Φ., που βρίσκεται στην οδό ...". Την επόμενη ημέρα, 08-11-2007, ο εκκαλών γράφτηκε στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης και στις 15-11-2007 δήλωσε στη Ζ' Δ.Ο.Υ.
Θεσσαλονίκης την έναρξη εργασιών επιτηδευματία, με επάγγελμα "ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΓΕΥΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ - ΣΟΥΒΛΑΤΖΙΔΙΚΟ (ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΩΝ) ΜΕ ΠΑΡΟΧΗ ΚΑΘΙΣΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΣΕΡΒΙΡΙΣΜΑΤΟΣ". Κατόπιν ο εκκαλών, αφού οι εφεσίβλητοι του παρέδωσαν άδειο το κατάστημα στις 17-11-2007, άρχισε τη διαμόρφωση και τον εξωραϊσμό του εσωτερικού του μισθίου για να το καταστήσει λειτουργικό ως ψητοπωλείο.
Αγόρασε πλακίδια, κόλλες, αρμούς και άλλα οικοδομικά υλικά στις 21 και 27-11-2007 από την "Αιγαιοδομική ΕΠΕ" και τα τοποθέτησε στο κατάστημα, αγόρασε τον αναγκαίο εξοπλισμό για τη λειτουργία ψητοπωλείου, όπως ψησταριά, φριτέζα, ψυγεία, ψύκτες, ερμάρια κτλ, στις 29-11-2007, από την Τεχνική Εξοπλιστική της "Α.Κ.-Ν.Μ. Και Σία ΟΕ" και επίσης αγόρασε σύστημα πυροπροστασίας και ασφάλειας, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, από την "ΑΣΤΟΡΙΑ ΑΒΕΤΕ".
Ο εκκαλών μέχρι και το μήνα αυτό (Φεβρουάριο 2008), που δαπανούσε διάφορα ποσά για τη διαμόρφωση του μισθίου, πλήρωνε κανονικά κάθε μήνα στους εφεσίβλητους και το συμφωνηθέν μίσθωμα. Μετά, όμως, αρνήθηκε να καταβάλει τα μισθώματα των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2008, οπότε οι εφεσίβλητοι εκμισθωτές αναγκάστηκαν να ασκήσουν κατ' αυτού, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. 23413/4-6-2008 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν την καταβολή των καθυστερούμενων αυτών μισθωμάτων, η οποία όμως δεν συζητήθηκε, γιατί ο εκκαλών τους κατέβαλε, στις 16 Ιουνίου 2008 τα έως τότε οφειλόμενα μισθώματα.
Όμως και μετά τον Ιούνιο του 2008 ο εκκαλών δεν τήρησε τη συμβατική του υποχρέωση ως προς την καταβολή των μισθωμάτων. Ενώ κατείχε ακωλύτως το μίσθιο, αρνούνταν να καταβάλλει την 1η εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα το συμφωνηθέν μίσθωμα. Παρήλθαν οι μήνες Ιούλιος, Αύγουστος και Σεπτέμβριος του 2008 και, παρότι οχλήθηκε προφορικά από τους εφεσίβλητους, δεν προέβη στην καταβολή των μισθωμάτων των άνω μηνών.
Για την άρνηση του αυτή επικαλέστηκε για πρώτη φορά και δη με την από 03.09.2008 εξώδικο του, που κοινοποίησε στους εφεσίβλητους (εκμισθωτές) στις 09-09-2008, ότι μίσθιο έφερε πραγματικό ελάττωμα, που συνίστατο στο ότι στη Δ.Ε.Η. ήταν δηλωμένος για ηλεκτροδότηση, μόνο ο ισόγειος χώρος του μισθίου (85 μ2) και τους κάλεσε εντός 10 ημερών να προβούν στην άρση του ελαττώματος αυτού.
Το κατάστημα αυτό χρησιμοποιούσε ως μπαρ, πριν οι εφεσίβλητοι το εκμισθώσουν στον εκκαλούντα, ο Α. Τ., δυνάμει του από 14-11-1988 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμβολαίου. Ο τελευταίος είχε αναλάβει την υποχρέωση, με τον 11° όρο του μισθωτηρίου αυτού, να προβεί στην σύνδεση του μισθίου με τη ΔΕΗ και τον ΟΥΘ, όπως και έπραξε, πλην όμως δήλωσε στο Δήμο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στη ΔΕΗ μόνο την επιφάνεια του ισογείου, όχι όμως και του παταριού που είχε κατασκευάσει μόνος του, ούτε και του υπογείου, που ούτε καν είχε περιληφθεί στο άνω μισθωτήριο ως μίσθιος χώρος, παρότι χρησιμοποιείτο από τον εν λόγω μισθωτή.
Συνεπώς οι εφεσίβλητοι δε γνώριζαν ότι ο προηγούμενος μισθωτής, για να αποφύγει προφανώς την καταβολή δημοτικών τελών καθαριότητας και φωτισμού, απέφυγε να δηλώσει όλα τα τετραγωνικά μέτρα του άνω καταστήματος. Όταν, λοιπόν, ο εκκαλών τους ενημέρωσε για το πρόβλημα αυτό, έσπευσαν αμελλητί στο Δήμο Θεσσαλονίκης και εντός της ταχθείσας από τον εκκαλούντα 10ήμερης προθεσμίας, όπου και δήλωσαν όλα τα τετραγωνικά μέτρα του μισθίου, πληρώνοντας και πρόστιμο για τα μη δηλωθέντα τετραγωνικά μέτρα του υπογείου για τις χρήσεις της τελευταίας πενταετίας 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, αλλά και του έτους 2008, αίροντας έτσι το ως άνω ελάττωμα του μισθίου.
Το ως άνω πραγματικό ελάττωμα δεν εμπόδισε καθ' αυτό τη μερική ή ολική λειτουργία του μισθίου ως ψητοπωλείου, καθόσον, μέχρι και τον χρόνο άρσης του, ο εκκαλών (μισθωτής) δεν είχε καν προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση οριστικής άδειας λειτουργίας του καταστήματος αυτού ως ψητοπωλείου, ούτε είχε διαμαρτυρηθεί για αδυναμία έκδοσης αυτής.
Επομένως, η μη χρήση του μισθίου ως ψητοπωλείου από τον εκκαλούντα έως και το Σεπτέμβριο του 2008 δε μπορεί να αποδοθεί στην πλημμελή ηλεκτροδότηση. Άλλωστε αυτό είχε ηλεκτρικό ρεύμα σε όλους τους χώρους, δυνάμει της έως τότε υπάρχουσας σύμβασης με τη ΔΕΗ και ο εκκαλών είχε αναλάβει την υποχρέωση να συνάψει με τη ΔΕΗ νέα σύμβαση παροχής στο όνομα του.
Σημειώνεται, ενταύθα, ότι ο εκκαλών ουδέν αναφέρει στην ως άνω από 03.09.2008 εξώδικο του, περί αδυναμίας του να εκδώσει άδεια λειτουργίας ψητοπωλείου στο μίσθιο, λόγω του αυθαίρετου χαρακτήρα του παταριού και της μεταλλικής σκάλας που το συνέδεε με τον. ισόγειο χώρο και ούτε διαμαρτυρήθηκε για την ύπαρξη του παταριού αυτού.
Παρά την άρση του άνω ελαττώματος, ο εκκαλών δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2008, ούτε, μετά την άρση του άνω ελαττώματος, και το μίσθωμα του μηνός Οκτωβρίου 2008. Κατόπιν τούτου, οι εκμισθωτές. και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν κατ' αυτού, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την πρώτη κρινόμενη 39946/2008 αγωγή τους, με την οποία κατήγγειλαν, κατ' άρθρο 597 ΑΚ, την άνω μίσθωση και ζήτησαν την απόδοση του μισθίου ακινήτου τους και την καταβολή των μισθωμάτων για τους μήνες Ιούλιο έως Νοέμβριο του 2008.
Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στο μισθωτή (ήδη εκκαλούντα) στις 08-10-2008. Από την κοινοποίηση της άνω καταγγελίας (08-10-2008) έως και την 07-11-2008, δηλαδή σε ένα μήνα, ο εκκαλών μισθωτής δεν κατέβαλε στους εφεσίβλητους εκμισθωτές τα άνω καθυστερούμενα μισθώματα ,για τα οποία έγινε η καταγγελία, ούτε και τα τυχόν έξοδα της καταγγελίας αυτής (άρθρο 597 παρ.2 ΑΚ) και συνεπώς η καταγγελία αυτή παρήγαγε τα αποτελέσματα της στις 07-11-2008 και έκτοτε η άνω μίσθωση λύθηκε ή άλλως ήρθη για το μέλλον η μισθωτική αυτή σχέση μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 587 ΑΚ).
Ο μισθωτής και εναγόμενος της πρώτης ως άνω με αριθμό κατάθεσης 39946/2008 αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες εκμισθωτές και ήδη εφεσίβλητοι ζήτησαν την απόδοση του μισθίου και την καταβολή των καθυστερούμενων μισθωμάτων, αντικρούοντας αυτή πρόβαλε παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι δεν κατέβαλε τα αιτούμενα με την αγωγή μισθώματα, λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, που εμπόδιζε τη χρήση του, συνισταμένου στην ύπαρξη αυθαιρέτου παταριού που εμπόδιζε την έκδοση άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου εντός του μισθίου.
Επί του ισχυρισμού αυτού, που συνιστά ένσταση, στηριζόμενη στο άρθρο 576 ΑΚ αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο μισθωτής (εκκαλών) γνώριζε, όπως προεκτέθηκε, τον αυθαίρετο χαρακτήρα του παταριού, από την ημέρα που μίσθωσε το εν λόγω κατάστημα και ουδέποτε ζήτησε από τους εκμισθωτές την καθαίρεση του, ενώ αίτηση για τη λήψη οριστικής άδειας λειτουργίας του μισθίου ως ψητοπωλείου υπέβαλε την 10.10.2008, όπως αυτό αποδεικνύεται από την με αριθμό ...
βεβαίωση του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Κ.Υ.Ε. (καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος) της Διεύθυνσης Προσόδων του Δήμου Θεσσαλονίκης, ήτοι δύο ημέρες μετά την επίδοση σε αυτόν της ως άνω εξωστικής αγωγής και έως την υποβολή της άνω αίτησης ο μισθωτής κατείχε το μίσθιο ανεμπόδιστα. Επίσης, οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει, με τον 4ο όρο της μεταξύ τους συναφθείσας από 06-10-2007 μισθωτικής σύμβασης, ότι η αδυναμία έκδοσης από το μισθωτή;
της απαιτούμενης άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου στο μίσθιο δεν καθιστούσε το μίσθιο ελαττωματικό και η συμφωνία αυτή ήταν καθόλα έγκυρη. Πλέον τούτων, η εν λόγω άδεια λειτουργίας του ψητοπωλείου εντός του μισθίου μπορούσε να εκδοθεί εφόσον ο μισθωτής ζητούσε από τους εκμισθωτές να καθαιρέσουν το πατάρι, αλλά δεν το ζήτησε και αυτό γιατί το πατάρι μπορούσε να εξυπηρετήσει πιο άνετα τις ανάγκες της επιχειρήσεως του.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο εκκαλών, όταν υπέβαλε στο Δήμο την υπ' αριθμ. Πρωτ. ... αίτηση του, με την οποία ζήτησε την έκδοση οριστικής έκδοσης άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου εντός του μισθίου, δήλωσε ότι το μίσθιο δεν είχε προς χρήση εσωτερικό εξώστη (πατάρι). Δηλαδή, ο μισθωτής παρότι γνώριζε ότι το μίσθιο .είχε πατάρι και δη αυθαίρετο και ότι αυτό επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει, εν τούτοις το απέκρυψε από την άνω Υπηρεσία (βλ,: ...
αίτηση του προς το Δήμο Θεσσαλονίκης). Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών, η ανωτέρω ένσταση του μισθωτή, εναγομένου της πρώτης ως άνω αγωγής, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς, η μη καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων από τον Ιούλιο 2008 και εντεύθεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτή, με αποτέλεσμα αυτός να έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολή τους από το χρόνο που καθένα από αυτά κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (1η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα). Συνακόλουθα, ο εναγόμενος της πρώτης με αριθμό κατάθεσης 39946/2008 αγωγής υποχρεούται να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου στους ενάγοντες (εκμισθωτές) και να καταβάλει στους τελευταίους τα οφειλόμενα μισθώματα από 1ης Ιουλίου 2008 έως 7ης Νοεμβρίου 2008, που λύθηκε η μίσθωση, συνολικού ποσού [(4 μήνεςx1600,00€=) 6.400,00 € + (1600,00€ x7/30 του Νοεμβρίου =373,31=) 6.773,3€, με νόμιμο τόκο κάθε μηνιαίο μίσθωμα από την επομένη της 1ης εργάσιμης ημέρας κάθε μήνα στον οποίο αφορά.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος (ήδη εκκαλών) και στη με αριθμό κατάθεσης 4439/2009 αγωγή, συνέχισε και μετά τη λύση από 7 Νοεμβρίου 2008 της άνω μίσθωσης να παρακρατεί παράνομα το μίσθιο, χωρίς όμως να καταβάλει αποζημίωση χρήσης στους ενάγοντες της άνω αγωγής (ήδη εφεσίβλητους), η οποία συνίσταται, για το επίδικο χρονικό διάστημα (01.12.2008 έως 23.02.2009), στο ποσό του μισθώματος (χωρίς τέλη χαρτοσήμου) κάθε μήνα, το οποίο οι ενάγοντες προσδοκούσαν να εισπράξουν από τον εναγόμενο αν δεν λυνόταν η επίδικη μίσθωση και η οποία αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των [(1.544,40€ μηνιαίως x 2 μήνες=) 3.088,80€+(1544,40€x23/28 του μηνός Φεβρουαρίου=) 1.268,01€=] 4.356,81€.
Επομένως, ο εναγόμενος (ήδη εκκαλών), της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4439/2009 αγωγής των εναγόντων (ήδη εφεσίβλητων) υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό αυτό (...) με νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω και όσον αφορά τη με αριθμό κατάθεσης 2923/2009 αγωγή του ενάγοντος-μισθωτή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι το άνω μίσθιο κατάστημα δεν πληρούσε τους όρους για την έκδοση άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου, γιατί είχε πραγματικά ελαττώματα, συνιστάμενα α) στο ότι το μίσθιο δεν είχε δηλωθεί ως προς όλους τους χώρους του στο Δήμο Θεσσαλονίκης και στη ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να μην ηλεκτροδοτείται το υπόγειο και το πατάρι β) στο ότι το πατάρι, καθώς και η μεταλλική σκάλα με την οποία αυτό επικοινωνούσε με το ισόγειο, ήταν αυθαίρετες κατασκευές, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η λήψη άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου στο μίσθιο, και ότι τα ελαττώματα αυτά, που δεν αποκαταστάθηκαν από τους εναγομένους αν και τους το ζήτησε, εμπόδιζαν ολικά στη χρήση του μισθίου, ότι, λόγω των ελαττωμάτων αυτών, κατήγγειλε με την ;
αγωγή του την άνω εμπορική μίσθωση, ότι από την μη εκτέλεση της μισθωτικής αυτής σύμβασης, υπέστη συνολική θετική και αποθετική ζημία 159.683,00€ και με την οποία αγωγή ζητούσε, να λυθεί για το μέλλον η επίδικη μίσθωση και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν το ποσό των 31.763,00€ για θετική ζημία και να αναγνωριστεί η υποχρέωση τους, να του καταβάλουν το ποσό των 127.920,00€ για αποθετική ζημία, αποδείχθηκαν, πλέον των όσων εκτενώς προαναφέρθηκαν, και τα ακόλουθα:
Ο ενάγων άσκησε την αγωγή του αυτή, στην οποία εμπεριέχεται και η δήλωση καταγγελίας της επίδικης μίσθωσης, στις 23-01-2009, που την επέδωσε στους εναγομένους (εκμισθωτές), όταν δηλαδή η μίσθωση αυτή δεν υφίστατο, αφού είχε λυθεί από 7 Νοεμβρίου 2008 με την καταγγελία, κατά τα προαναφερθέντα, των εκμισθωτών, λόγω μη καταβολής υπ' αυτού των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων για τους μήνες Ιούλιο έως και Οκτώβριο του 2008.
Οι εκμισθωτές έως την καταγγελία της εν λόγω μίσθωσης είχαν προβεί στην άρση του ελαττώματος, μετά από την από 03-09-2008 εξώδικη πρόσκληση του ενάγοντος, που αφορούσε την ηλεκτροδότηση ολόκληρης της επιφάνειας του μισθίου, ενώ το ελάττωμα που αφορούσε το αυθαίρετο πατάρι δεν ήρθη γιατί δεν το ζήτησε α ενάγων-μισθωτής.
Πλέον τούτων, οι εναγόμενοι της αγωγής αυτής πρόβαλαν παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν επί της έδρας του, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η αδυναμία λήψης από το μισθωτή άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου στο χώρο του μισθίου δεν συνιστούσε ελάττωμα του - μισθίου.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση στηριζόμενη στο άρθρο 361 ΑΚ και είναι βάσιμος και από ουσιαστική άποψη, γιατί αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι η αδυναμία λήψης από τον μισθωτή άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου στο χώρο του μισθίου δεν συνιστούσε ελάττωμα του μισθίου (βλ. 4ο όρο μισθωτηρίου).
Η συμφωνία αυτή, που είναι καθ' όλα έγκυρη, επιφέρει, αφότου έγινε, τα αποτελέσματα της και επομένως απαλλάσσονται οι εναγόμενοι εκμισθωτές για την ευθύνη από την ύπαρξη του άνω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, δηλαδή την ύπαρξη του αυθαίρετου παταριού, συνεπεία του οποίου κατέστη αδύνατη η έκδοση οριστικής άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου στο μίσθιο.
Ενόψει των ανωτέρω, η άνω αγωγή του μισθωτή και κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη με την εκκαλούμενη απόφαση, είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Και υπό τις παραδοχές αυτές, έκρινε απορριπτέα κατ' ουσία, όπως προαναφέρθηκε, την έφεση, την ασκηθείσα από τον ενάγοντα - εναγόμενο -νυν αναιρεσείοντα-μισθωτή.
Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της μισθωτικής σύμβασης και ειδικώτερα ως προς τον κρίσιμο 4ο όρο τον περιεχόμενο στο μισθωτήριο συμφωνητικό, ούτε προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης των αντισυμβαλλομένων μερών, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των αρθ. 173 και 200 Α.Κ, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι προκύπτει ρητά από το περιεχόμενο της μισθωτικής σύμβασης ότι τα μέρη συμφώνησαν (4ος όρος του μισθωτηρίου) ότι "σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ελαττωματικό το μίσθιο, εφόσον (ο μισθωτής) δεν καταφέρει να εκδώσει την απαιτούμενη άδεια". Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, για παραβίαση, δια της μη εφαρμογής τους, των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Από το ως άνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει, επίσης, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, περί αποδοχής, ως κατ' ουσία βασίμων των αγωγών των εκμισθωτών- νυν αναιρεσιβλήτων και περί απορρίψεως, ως κατ' ουσία αβασίμου της αγωγής του μισθωτή, νυν αναιρεσείοντα με δύο, επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή α) ότι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των αντισυμβαλλομένων μερών, με τον 4ο όρο του μισθωτήριο συμφωνητικού ότι "σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ελαττωματικό το μίσθιο, εάν ο μισθωτής δεν καταφέρει να εκδώσει την απαιτούμενη άδεια" και ότι κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις παραδοχές, οι ενάγοντες- εναγόμενοι εκμισθωτές ουδεμία ευθύνη φέρουν για τα ελαττώματα του μισθίου καταστήματος, εξ αιτίας των οποίων, κατά τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα-εναγόμενο-μισθωτή, κατέστη αδύνατη η έκδοση άδειας λειτουργίας του μισθίου καταστήματος και β) ότι "η άδεια λειτουργίας του ψητοπωλείου εντός του μισθίου καταστήματος μπορούσε να εκδοθεί, εφόσον ο μισθωτής ζητούσε από τους εκμισθωτές να καθαιρέσουν το πατάρι, αλλά δεν το ζήτησε, γιατί το πατάρι μπορούσε να εξυπηρετήσει πιο άνετα τις ανάγκες της επιχείρησής του" και ότι εξ αυτού του λόγου οι εκμισθωτές δεν προέβησαν σε άρση του ελαττώματος αυτού, καθώς και ότι οι εκμισθωτές, αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν το ελάττωμα της μη δήλωσης από τον προηγούμενο μισθωτή στη ΔΕΗ όλων των χώρων του μισθίου, έσπευσαν να αποκαταστήσουν το ελάττωμα αυτό, εντός της ταχθείσας σ' αυτούς από τον μισθωτή δεκαήμερης προθεσμίας.
Με δεδομένο δε ότι η πρώτη (κυρία) εκ των επάλληλων αιτιολογιών της απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ανεπιτυχώς πλήττεται με τον προηγούμενο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε απορριπτέος, έπεται ότι ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ασάφειες και αντιφάσεις, που αναφέρονται στη δεύτερη εκ των ως άνω, επάλληλων αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, πρέπει ο ισχυρισμός να είναι λυσιτελής, δηλαδή να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. (Ολ ΑΠ 2/1989). Επίσης, για την ίδρυση του λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο, προς απόδειξη (άμεση ή έμμεση) γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή ισχυρισμό που επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο, για να καταλήξει στην αποδοχή της αγωγής των εναγόντων- εκμισθωτών και στην απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα- μισθωτή, την επικληθείσα και προσαχθείσα από τους αντιδίκους του- εκμισθωτές (από 10-10-2008 βεβαίωση του τμήματος έκδοσης αδειών του Δήμου Θεσσαλονίκης, σχετικά με την υπό του ενάγοντος υποβληθείσα αίτηση, για έκδοση οριστικής άδειας λειτουργίας του καταστήματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη α) από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τον ενάγοντα- μισθωτή, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ισχυρισμό, περί μη γνησιότητας της υπογραφής του στην ως άνω αίτηση και β) κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, εκ του ότι έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο, το ως άνω έγγραφο, χωρίς να ερευνήσει την πλαστότητα της υπογραφής και εξετίμησε αυτό, χωρίς να διαπιστώσει, όπως όφειλε, εάν το έγγραφο αυτό εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.
Όπως, όμως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προβαλλομένης απόφασης, οι σχετικές με το ως άνω (αμφισβητουμένης γνησιότητας) έγγραφο παραδοχές της απόφασης, συμπεριλήφθηκαν, κατά τρόπο πλεοναστικό και αφηγηματικό, ως επί πλέον επιχείρημα, και δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος και του διατακτικού της απόφασης.
Και τούτο διότι με τις λοιπές, περιεχόμενες στην απόφαση παραδοχές, το Εφετείο καταλήγει, από τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, ότι η αγωγή των εναγόντων- εκμισθωτών είναι κατ' ουσία βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή, ενώ η αγωγή του ενάγοντα- μισθωτή είναι κατ' ουσία αβάσιμη και απορριπτέα, επειδή, σύμφωνα με τις παραδοχές, του μεν ελαττώματος της ύπαρξης αυθαιρέτου παταρίου δεν προέβησαν οι εναγόμενοι- εκμισθωτές σε άρση, διότι τούτο δεν ζητήθηκε από τον μισθωτή, του δε ελαττώματος της μη ηλεκτροδότησης από τη ΔΕΗ των μη δηλωθέντων από τον προηγούμενο μισθωτή χώρων, οι εναγόμενοι εκμισθωτές μόλις έλαβαν γνώση του ελαττώματος, προέβησαν σε αποκατάσταση, εντός της ταχθείσας σ' αυτούς, από τον μισθωτή δεκαήμερης προθεσμίας, αλλά και επειδή, σε κάθε περίπτωση, με βάση τον 4ο όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, είχε συμφωνηθεί ότι " η αδυναμία λήψης από τον μισθωτή άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου στο χώρο του μισθίου, δεν συνιστά ελάττωμα του μισθίου", χωρίς παράλληλα να γίνεται επίκληση από τον ήδη αναιρεσείοντα δόλο ή βαρειά αμέλεια του των ήδη αναιρεσιβλήτων (ΑΚ 332),οι δε επί πλέον παραδοχές οι οποίες αναφέρουν ότι " ο μισθωτής υπέβαλε αίτηση για τη λήψη οριστικής άδειας λειτουργίας του μισθίου ως ψητοπωλείου, την 10-10-2008, ήτοι 2 ημέρες μετά την επίδοση σ' αυτόν της εξωστικής αγωγής, όπως αυτό αποδεικνύεται από την με αριθμό ...
βεβαίωση του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Κ.Υ.Ε του Δήμου Θεσσαλονίκης, καθώς και ότι " ο εκκαλών (μισθωτής) όταν υπέβαλε στο Δήμο την υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτησή του, με την οποία ζήτησε την έκδοση οριστικής άδειας λειτουργίας ψητοπωλείου εντός του μισθίου, δήλωσε ότι το μίσθιο δεν είχε εσωτερικό εξώστη (πατάρι), δηλαδή ο μισθωτής παρότι γνώριζε ότι το μίσθιο είχε πατάρι και δη αυθαίρετο και ότι αυτό επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει, εν τούτοις το απέκρυψε από την ως άνω Υπηρεσία" τέθηκαν στην απόφαση, κατά τρόπο αφηγηματικό, ως επιπλέον επιχείρημα, για την ενίσχυση και μόνο των λοιπών προηγηθεισών παραδοχών και δεν είναι αναγκαίες ούτε για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης περί βασιμότητας της αγωγής των εκμισθωτών (νυν αναιρεσιβλήτων) και της μη βασιμότητας της αγωγής του μισθωτή- νυν αναιρεσείοντα, ούτε για την στήριξη του διατακτικού της απόφασης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη αυτού. Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό κατάθεσης 53/25-2-2011 αίτηση του Φ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2254/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ