Legislator Case Law & Legislation
1291/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of equal pay claim for public servants vs private sector employees.

Case Number 1291/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of an equal pay claim filed by public servants against a private research center. The plaintiffs argued that a specific government decree discriminated against them by denying a bonus available to private sector employees performing similar work, violating the constitutional principle of equal pay. The Court agreed that the decree created an unjustified distinction between the two groups of workers without sufficient public interest justification, thereby establishing a violation of Article 4 of the Constitution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 and 22 of the Constitution; The principle of equal pay prohibits arbitrary discrimination between workers performing identical work under similar conditions, unless justified by general social or public interest, and requires that such distinctions not disadvantage specific categories of employees.

Keywords

AI generated
constitutional equality equal pay principle public servants private sector discrimination statutory bonus denial labor law violation constitutional review

Cited Legislation

AI generated
Article 4, paragraph 1 of the Constitution
Article 22, paragraph 1, section b of the Constitution
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 48, paragraph 3 of Law 496/1974
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1291 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1291/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ" (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δένδια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Π. του Β., έως και 36) Χ. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

α) το ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 9 αναιρεσίβλητης είναι "Β. Τ." και όχι "Β. Τ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

β) το ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 10 αναιρεσίβλητης είναι "Λ. Μ." και όχι "Λ. Μ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 617/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2909/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/12/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντ., προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 15/1999).

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (Ολ.ΑΠ 12/1992, ΑΠ 587/2011).

Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται . Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 2289/1995 "αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων", ορίστηκαν τα εξής: "5. η παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1571/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2008/1992, αντικαθίσταται και προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 στο άρθρο 16 του ν. 1571/1985 ως εξής: "2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας συνιστάται ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος και θεσπίζεται ειδική εισφορά σε ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5 ο/οοο) στην προ εισφορών και φόρων αξία των πετρελαιοειδών προϊόντων, που διακινούν οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών στην εσωτερική αγορά, για την εξασφάλιση συνθηκών απρόσκοπτου εφοδιασμού των προβληματικών περιοχών της χώρας.

Η εισφορά αυτή υπολογίζεται και εισπράττεται κατά τη διαδικασία του εκτελωνισμού των πετρελαιοειδών προϊόντων από τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών και αποτελεί πόρο του ειδικού λογαριασμού, με τον οποίο επιδοτούνται οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, που καλύπτουν τις ανάγκες σε πετρελαιοειδή των προβληματικών περιοχών της χώρας. 3.

Με την παραπάνω απόφαση ρυθμίζονται ειδικότερα τα εξής θέματα: α) το ύψος της επιδότησης κατά περιοχή και κατά προϊόν, β) ο τρόπος βεβαίωσης και είσπραξης της εισφοράς, γ) η διαδικασία χορήγησης της επιδότησης, δ) ο διοικητικός και οικονομικός έλεγχος, καθώς και οι σχετικές κυρώσεις για τη σωστή διαχείριση των πόρων του λογαριασμού, ε) ο υπολογισμός ανά τρίμηνο του υπολοίπου του λογαριασμού, από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος στην οποία τηρείται ο ανωτέρω ειδικός λογαριασμός. 4.

Το συνολικό υπόλοιπο του άνω λογαριασμού της ειδικής εισφοράς, το οποίο απομένει μετά την καταβολή των προβλεπόμενων επιδοτήσεων, διατίθεται κάθε έτος με απόφαση των Υπουργών Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Οικονομικών για τη χρηματοδότηση των αναγκών λειτουργίας των Υπουργείων Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Οικονομικών, προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ερευνών υδρογονανθράκων, για τη χρηματοδότηση φορέα επεξεργασίας και εφαρμογής της Εθνικής Ενεργειακής πολιτικής, για την παροχή κινήτρων παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, καθώς και για τη χρηματοδότηση των Ταμείων Αρωγής των υπαλλήλων των Υπουργείων Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου.

Η κίνηση του λογαριασμού θα αποτυπώνεται κατ' έτος στις υπουργικές αποφάσεις". Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ΚΥΑ 2/87720/ 0022/2000 (ρύθμιση υπολοίπων ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα προβληματικών περιοχών της χώρας) ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "1. Ορίζουμε τις διαφορές του, πέραν του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του Ν.2470/97 μηνιαίου ποσού εκ του ειδικού λογαριασμού Νο 234226/9 για όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης, και ειδικότερα για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ, σε 50.000 δρχ. 2.

Με όμοια απόφαση τα ανωτέρω ποσά δύναται να αυξομειώνονται ανάλογα με τα υπόλοιπα του ανωτέρω λογαριασμού Νο 234226/9. 3. Τα καταβαλλόμενα κατά τα ανωτέρω ποσά θα υπόκεινται στα κριτήρια καταβολής, στις κρατήσεις του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/97 και σε φόρο εισοδήματος. 4. Δικαιούχοι των παραπάνω διαφορών είναι:

α) οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης που έχουν οργανικές θέσεις σε αυτό την 01.01.2001 και παρέχουν υπηρεσία: i. στην Κεντρική, τις Περιφερειακές και Διανομαρχιακές Υπηρεσίες του, καθώς και στο Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων του ΥΒΕΤ ii. στις Υπηρεσίες Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στις οποίες τελούν εν αποσπάσει, σύμφωνα με το νόμο και εφόσον προσφέρουν υπηρεσίες στα αντικείμενα των τομέων Βιομηχανίας, Ενέργειας, Έρευνας και Τεχνολογίας και Εμπορίου, β) Οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου Αορίστου χρόνου, γ) Οι μετακλητοί υπάλληλοι στα γραφείου Υπουργού, Υφυπουργών και Γενικών Γραμματέων του Υπουργείου Ανάπτυξης, δ) Οι αποσπασμένοι στην Κεντρική Υπηρεσία από τα Νομικά Πρόσωπα που εποπτεύονται από τους ανωτέρω φορείς, ε) Οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου καθώς και οι αποσπασμένοι ή διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών ή Γενικών Γραμματέων του Υπουργείου Ανάπτυξης των οποίων οι αποδοχές δεν καθορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97".

Στη συνέχεια, με την ΚΥΑ 2/21244/0022/2001 τροποποιήθηκε η πιο πάνω ΚΥΑ (2/87720/0022/22.12.2000) ως ακολούθως: "1.- Παράγραφος 4 Δικαιούχοι των παραπάνω διαφορών είναι: α) οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης που έχουν οργανικές θέσεις σε αυτό την 1.1.2001 και παρέχουν υπηρεσία: i. στην Κεντρική, τις Περιφερειακές και Διανομαρχιακές Υπηρεσίες του, καθώς και στο Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων του ΥΒΕΤ. ii.

στις Υπηρεσίες Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στις οποίες τελούν εν αποσπάσει, σύμφωνα με το νόμο, β) Οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου Αορίστου Χρόνου του Υπουργείου Ανάπτυξης, γ) Οι μετακλητοί υπάλληλοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, δ) Οι αποσπασμένοι ή διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης των οποίων οι αποδοχές δεν καθορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97.

Η διαδικασία χρέωσης του ειδικού λογαριασμού για την πληρωμή της ανωτέρω διαφοράς ορίζεται ως ακολούθως: Κάθε χρόνο με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης θα μεταφέρεται σε εμπορική Τράπεζα από τον Ειδικό Λογαριασμό Νο 234226/9 "Ειδικός λογαριασμός για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας" ο οποίος τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος, το αντίστοιχο ποσό που αναφέρεται στην εκάστοτε Κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης για την καταβολή στους δικαιούχους υπαλλήλους της διαφοράς, πέραν του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του Ν. 2470/97 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης".

Στη συνέχεια εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/59618/0022/2001, σύμφωνα με την οποία ορίστηκε το μηνιαίο ποσό κατηγορίας ΠΕ σε 60.000 δραχμές. Ακολούθως, με την ΚΥΑ 2/71420/0022/2002 ορίστηκε το ποσό του ως άνω επιδόματος σε 355 ευρώ για τους υπαλλήλους έως 16 έτη υπηρεσίας και σε 370 ευρώ σε αυτούς με 16 έτη υπηρεσίας και άνω, ως προς δε τους δικαιούχους, ορίστηκαν τα εξής:

Δικαιούχοι των παραπάνω διαφορών είναι: "α. οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης που έχουν οργανικές θέσεις καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου του Υπουργείου Ανάπτυξης εφ'όσον παρέχουν υπηρεσία: Ι. Στην Κεντρική Υπηρεσία, ΙΙ. στις Επιθεωρήσεις Μεταλλείων Νοτίου και Βορείου Ελλάδος (ΕΜΝΕ και ΕΜΒΕ), ΙΙΙ.

στις Αλυκές με απόσπαση και IV. στις υπηρεσίες του ΤΕΑΔΥ (Βιομηχανίας, Εμπορίου, Γ.Γ.Ε.Τ., Τουρισμού), β. οι μετακλητοί υπάλληλοι, Ειδικοί Σύμβουλοι Συνεργάτες στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, γ. οι αποσπασμένοι ή διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, εφόσον δεν λαμβάνουν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή άλλη αντίστοιχη παροχή από τις υπηρεσίες τους.

Στη συνέχεια, με την ΚΥΑ 2/379/0022/4.2.2004 προσαυξήθηκαν τα ως άνω ποσά, από 1.1.2004, κατά 100 ευρώ, ανά κλάδο και έτη, και κατά τα λοιπά οι δικαιούχοι παρέμειναν οι ίδιοι. Ακολούθως με την ΚΥΑ 2/43567/0022/10.8.2004, προσαυξήθηκαν τα ως άνω ποσά, από 1.7.2004 κατά 50 ευρώ, ανά κλάδο και έτη, και με την ΚΥΑ 2/29922/0022/13.6.2005, προσαυξήθηκαν από 1.6.2005 τα ως άνω ποσά κατά 70 ευρώ, για τους υπαλλήλους έως 15 έτη και κατά 85 ευρώ για τους υπαλλήλους με 16 έτη και άνω, και ως προς τους δικαιούχους ορίστηκαν τα εξής:

δικαιούχοι είναι: 1) οι μόνιμοι και επί θητεία υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης, οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου εφ'όσον είναι τοποθετημένοι και παρέχουν υπηρεσία: (Ι) Στην Κεντρική Υπηρεσία, του ΥΠΑΝ, (ΙΙ), στις Επιθεωρήσεις Μεταλλείων Νοτίου και Βορείου Ελλάδος (ΕΜΝΕ και ΕΜΒΕ), στις Αλυκές με απόσπαση και στις Υπηρεσίες του ΤΕΑΔΥ (Βιομηχανίας, Εμπορίου και Γ.Γ.Ε.Τ.), 2) οι Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς του Υπουργείου Ανάπτυξης, οι οποίο εντάσσονται στην Κατηγορία ΠΕ με 15 έτη και άνω υπηρεσία, 3) οι υπηρετούντες σε νομοθετημένη θέση, Αποσπασμένοι, Μετακλητοί υπάλληλοι, Ειδικοί Σύμβουλοι - Συνεργάτες οι επί Συμβάσει Ιδιωτικού Δικαίου υπάλληλοι του άρθρου 33 του ν.2190, που υπηρετούν στα γραφεία, Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών και Ειδικών Γραμματέων του Υπουργείου Ανάπτυξης καθώς και των ανδρών ασφαλείας του Υπουργού, 4) Οι Αποσπασμένοι και διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών και Ειδικών Γραμματέων του Υπουργείου Ανάπτυξης, και εφόσον λαμβάνουν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή άλλη, αντίστοιχης μορφής παροχή από τις υπηρεσίες τους μπορούν με δήλωσή τους να επιλέξουν μεταξύ του επιδόματος της παρούσης και του επιδόματος που ήδη λαμβάνουν, 5) οι υπάλληλοι που υπηρετούν με απόσπαση ή μετακίνηση από οποιαδήποτε Υπηρεσία του Δημοσίου, τους εποπτευόμενους Φορείς από το Υπουργείο Ανάπτυξης και Φορείς του Δημόσιου Τομέα, στη Δ/νση Προώθησης της Ανταγωνιστικότητας, εφόσον δεν λαμβάνουν επίδομα ή άλλη αντίστοιχης μορφής παροχή με το κίνητρο παραγωγικότητας της παραγ. 2β του άρθρου 19 του ν. 3054/2002 από τις υπηρεσίες που έχουν αποσπασθεί ή μετακινηθεί, 6) "Οι υπάλληλοι που υπηρετούν στο Υπουργείο Ανάπτυξης με απόσπαση από υπηρεσίες του Δημοσίου, τους εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου Ανάπτυξης και δεν λαμβάνουν επίδομα ή άλλη ειδική παροχή που αντιστοιχεί στο κίνητρο παραγωγικότητος της παρ. 2β του άρθρου 19 του ν. 3054/2002 (ΦΕΚ 2330/Α/2002)", 7) οι αποσπασμένοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης σε φορείς που τελούν υπό την εποπτεία του ΥΠ.ΑΝ., 8) οι υπάλληλοι του ΥΠ.ΑΝ.

που υπηρετούν ύστερα από μετακίνηση ή απόσπαση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στην ΕΥΔ-ΕΠΑΝ, σύμφωνα με το έγγραφο του Γ.Λ.Κ. με αριθμ. 2/13359/0022/25.5.2004, μπορούν να προβούν σε δήλωση επιλογής είτε του ειδικού επιδόματος της απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με αριθμ. 19248/160/ΓΔΑΠΠ-ΠΔΕ/8.6.2001είτε του επιδόματος της παρούσας απόφασης".

Ακολούθως με την ΚΥΑ2/17637/0022/2005, προσαυξήθηκαν από 1.1.2006 τα ως άνω ποσά κατά 57 ευρώ, για υπαλλήλους έως 15 έτη και κατά 60 ευρώ, για τους υπαλλήλους από 15 έτη και άνω, και ως προς τους δικαιούχους ορίστηκαν τα εξής: δικαιούχοι είναι: (1) οι μόνιμοι και επί θητεία υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης, οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου εφ' όσον είναι τοποθετημένοι και παρέχουν υπηρεσία: (Ι) Στην Κεντρική Υπηρεσία, του ΥΠΑΝ (ΙΙ) στις Επιθεωρήσεις Μεταλλείων Νοτίου και Βορείου Ελλάδος (ΕΜΝΕ και ΕΜΒΕ) στις Αλυκές με απόσπαση και στις Υπηρεσίες του ΤΕΑΔΥ (Βιομηχανίας, Εμπορίου και Γ.Γ.Ε.Τ.), 2) οι Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς του Υπουργείου Ανάπτυξης, οι οποίοι εντάσσονται στην Κατηγορία ΠΕ με 15 έτη και άνω υπηρεσία, 3) οι υπηρετούντες σε νομοθετημένη θέση, Αποσπασμένοι, Μετακλητοί υπάλληλοι, Ειδικοί Σύμβουλοι - Συνεργάτες οι επί Συμβάσει Ιδιωτικού Δικαίου υπάλληλοι του άρθρου 33 του ν.2190, που υπηρετούν στα γραφεία, Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών και Ειδικών Γραμματέων του Υπουργείου Ανάπτυξης καθώς κα των ανδρών ασφαλείας του Υπουργού, 4) οι Αποσπασμένοι και διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών και Ειδικών Γραμματέων του Υπουργείου Ανάπτυξης, και εφόσον λαμβάνουν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή άλλη, αντίστοιχης μορφής παροχή από τις υπηρεσίες τους μπορούν με δήλωσή τους να επιλέξουν μεταξύ του επιδόματος της παρούσης και του επιδόματος που ήδη λαμβάνουν, 5) οι υπάλληλοι που υπηρετούν με απόσπαση ή μετακίνηση από οποιαδήποτε Υπηρεσία του Δημοσίου, τους εποπτευόμενους Φορείς από το Υπουργείο Ανάπτυξης και Φορείς του Δημόσιου Τομέα, στη Δ/νση Προώθησης της Ανταγωνιστικότητας, εφόσον δεν λαμβάνουν επίδομα ή άλλη αντίστοιχης μορφής παροχή με το κίνητρο παραγωγικότητας της παραγρ.2β του άρθρου 19 του ν.3054/2002 από τις υπηρεσίες που έχουν αποσπασθεί ή μετακινηθεί, 6) "Οι υπάλληλοι που υπηρετούν στο Υπουργείο Ανάπτυξης με απόσπαση από υπηρεσίες του Δημοσίου, τους εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου Ανάπτυξης και δεν λαμβάνουν επίδομα ή άλλη ειδική παροχή που αντιστοιχεί στο κίνητρο παραγωγικότητας της παρ. 2β του άρθρου 19 του ν. 3054/2002 (ΦΕΚ 2330/Α/2002) ", 7) οι αποσπασμένοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης σε φορείς που τελούν υπό την εποπτεία του ΥΠ.

ΑΝ., 8) οι υπάλληλοι του ΥΠ. ΑΝ που υπηρετούν ύστερα από μετακίνηση ή απόσπαση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στην ΕΥΔ-ΕΠΑΝ, σύμφωνα με το έγγραφο του Γ.Λ.Κ. με αριθμ.2/1.3359/0022/25.5.2004, μπορούν να προβούν σε δήλωση επιλογής είτε του ειδικού επιδόματος της απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με αριθμ.19248/160/ΓΔΑΠΠ-ΠΔΕ/8.6.2001 είτε του επιδόματος της παρούσας απόφασης".

Τέλος, με την ΚΥΑ 2/27364/0022/2006, προσαυξήθηκαν από 1.1.2007 τα ως άνω ποσά κατά 57 ευρώ, για Υπαλλήλους έως 15 έτη και κατά 60 ευρώ, για τους υπαλλήλους με 15 έτη και άνω, ενώ κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει η ΚΥΑ 2/17637/0022/ 14.4.2006. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 617/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπηρετούν στο εκκαλούν με την επωνυμία "Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών - ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε (πρώην Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών - Ε.Κ.Θ.Ε.) από τα έτη 1986 έως 2006, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με διάφορες ειδικότητες ανήκοντες όλοι στον κλάδο ΠΕ.

Ακόμη δέχθηκε ότι με την ΚΥΑ 2/87720/0022/2000 θεσπίστηκε παρoχή επιδοματικού xαρακτήρα, η οποία xoρηγήθηκε στο σύνολο αδιακρίτως του προσωπικού που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, τακτικό προσωπικό και μετακλητοί υπάλληλοι και στους αποσπασμένους σ' αυτή (κεντρική υπηρεσία), ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας τους, (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου) την ειδικότητα και τον κλάδο απασχόλησής τους, χωρίς να συναρτάται προς τα εργασιακά τους καθήκοντα, τους ιδιαίτερους όρους εργασίας και τις ειδικότερες συνθήκες εργασίας, που αποσκοπεί ουσιαστικά στην αύξηση του εισοδήματος - προσαύξηση του μισθού - των συγκεκριμένων υπαλλήλων του ως άνω Υπουργείου, εντός του ίδιου νόμιμου ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου απασχόλησης, χωρίς τούτο να υπαγορεύεται και να επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος και ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ως άνω ρύθμιση επιδοματικού χαρακτήρα που εισάγαγε η υπ' αριθμ. 2/87720/0022/2000 ΚΥΑ, καθιερώνει δυσμενή μεταχείριση και ανεπίτρεπτη μισθoλoγική διάκριση κατά παράβαση της αρxής της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος σε βάρος των εφεσιβλήτων, οι οποίοι ως εκ τούτου δικαιούνται το παραπάνω επίδομα.

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι εδικαιούντο το ως άνω επίδομα, το οποίο και επιδίκασε στον καθένα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 30-11-2007. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη 4 του Συντάγματος, καθώς και αυτές των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, που δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση.

Διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών.

Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη παροχή, απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών. Επομένως, ο κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου της αιτήσεως μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.

Σημειώνεται, ότι τα αναφερόμενα στην αίτηση ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2004 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ/τος 496/1974 και ότι οι επικουρικές βάσεις της αγωγής είναι μη νόμιμες, αλυσιτελώς προβάλλονται, γιατί με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην πληττόμενη απόφαση του Εφετείου (λόγω της απορρίψεως της εφέσεως που άσκησε το εναγόμενο - αναιρεσείον ν.π.δ.δ.) το Δικαστήριο επιδίκασε αξιώσεις για το διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 30-11-2007, ενώ οι επικουρικές βάσεις της αγωγής απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2909/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ