Legislator Case Law & Legislation
1291/2010 AI generated

1291/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1291/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1291/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1291 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1291/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μακρή.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ συζ. Ζ, κατοίκου ...) και προσωρινά διαμένουσας στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθ. καταθ. 252/21-5-2003 και 480/6-10-2003 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2006, 749/2006 μη οριστικές και 278/2008 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2008 αίτησή της και με τους από 16-2-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 8-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. Ι ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3 και 4, 570 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων πρέπει να κατατεθεί και να επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ήμερες πριν από τη συζήτηση. Η προθεσμία υπολογίζεται, με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως (Ολ.ΑΠ 143/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 278/2008 οριστικής και 193/2006 και 749/2006 παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας, κατατέθηκε στη γραμματεία του εν λόγω Εφετείου την 03.07.2008 και με την από 16.12.2008 πράξη του Αντιπροέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος ορίστηκε ως χρονολογία συζήτησης αυτής η 22.03.2010. Την 17η Φεβρουαρίου 2010 η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, με αριθμό 48/2010, το από 16 Φεβρουαρίου 2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση του πρόσθετου αυτού αναιρετηρίου στην αναιρεσίβλητη, αφού η -μη κατατεθέσασα άλλωστε προτάσεις- αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει σχετική προς τούτο έκθεση επιδόσεως. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επιπλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται, στο Εφετείο κατ' εκτίμηση η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί ως περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης πως η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης κινητών πραγμάτων είναι άκυρη ως κατά-πλεονεκτική και η εναγόμενη πωλήτρια υποχρεούται να αποδώσει στην ενάγουσα αγοράστρια τις συναλλαγματικές εκδόσεως της πρώτης και αποδοχής της δεύτερης, τις οποίες η τελευταία παρέδωσε στην εναγομένη χάριν καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος, παρά το νόμο έκρινε ως νομικά και ποσοτικά ορισμένη την αγωγή, μη εφαρμόζοντας την εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, έλαβε δε και υπόψη πράματα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη.

Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, για νομική και ποσοτική αοριστία της αγωγής, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο νομίμως, ούτε επίσης αναφέρει το περιεχόμενο της αγωγής.

Η περιεχομένη στον ίδιο λόγο αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, πως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση και όχι όταν η αγωγή κρίθηκε νόμω βάσιμη ή αβάσιμη.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απόλυτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ' αφορμής άλλης δίκης, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της αγωγής, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά είναι απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής εξ' αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος (με τις προτάσεις) που αυτά προσκομίστηκαν και το περιεχόμενό τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, προσάπτεται στο Εφετείο ότι: 1) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα εξής αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα προσκόμισε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιόν του: α)το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Αντωνίου Δημητριάδη με το οποίο μεταβιβάστηκε στην αναιρεσίβλητη από τον πατέρα της, λόγω γονικής παροχής, η ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου μιάς διώροφης οικίας στο ..., β)το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βόλου Σουζάνας Ψαρογιώργου με το οποίο η αναιρεσίβλητη αγόρασε διαμέρισμα στο ... αξίας 26.750.000 δρχ., γ)την υπ' αριθμ.... πράξη της άνω συμβολαιογράφου Βόλου, με την οποία συνεβλήθη η αναιρεσίβλητη και έγινε άρση της διαλυτικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η αγορά του προαναφερομένου διαμερίσματος, δ) το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννου Πολυχρονάκη, με το ποίο η αναιρεσίβλητη αγόρασε θέση στάθμευσης αντί ποσού 836.000 δρχ., ε) το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βόλου Σουζάνας Ψαρογιώργου, με το οποίο η αναιρεσίβλητη αγόρασε οικόπεδο στο ... αντικειμενικής αξίας 46.000 ευρώ, στ) το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Βόλου Γαρουφαλλιάς Ζέρβα, με το οποίο η ενάγουσα αναιρεσίβλητη πούλησε ακίνητό της αντί τιμήματος 73.300 ευρώ, ζ) το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Ι. Παπαδοπούλου, με το οποίο η αναιρεσίβλητη αγόρασε από τον αδελφό της το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικίας αντί τιμήματος 42.880 ευρώ, η) την υπ' αριθμ....

πράξη του συμβολαιογράφου Βόλου Ι. Παπαδοπούλου, με την οποία εξοφλήθηκε το τίμημα για την αγορά του άνω 1/2 εξ αδιαιρέτου και καταργήθηκε διαλυτική αίρεση, θ) το από ... συμβόλαιο του γερμανού συμβολαιογράφου 'Εριχ Νόϊπαουερ, με το οποίο η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της επώλησαν την επιχείρηση τους ιατρείου στη ..., ι) την από 5.7.2005 κατάθεση του συζύγου της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, στην οποία ο σύζυγός της κατέθεσε πως δεν μπορούσε να αντιληφθεί τρίτος ότι η ενάγουσα έπασχε από ψυχολογική νόσο και ότι ούτε ο ίδιος ενημέρωσε σχετικά και την αναιρεσείουσα, ια) την από 14.10.2002 ευχαριστήρια καρτ-ποστάλ που η αναιρεσίβλητη απέστειλε στην αναιρεσείουσα από το ..., ιβ) τις φωτογραφίες στις οποίες εμφανίζεται η αναιρεσίβλητη, ο σύζυγός της και ο αδελφός της στην οικία της στο ..., περιχαρείς εν μέσω και άλλων φιλικών τους προσώπων, με φόντο μέρος των κινητών πραγμάτων (επίπλων και διακοσμητικών) που η αναιρεσίβλητη αγόρασε από την αναιρεσείουσα, ιγ) την από 15.1.2002 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα με την οποία, ουδέν αναφέρει περί δήθεν εκμετάλλευσης της απειρίας της για την κατάρτιση της πώλησης, αλλά παραπονείται μόνο ότι δεν της παρέδωσε τα νόμιμα παραστατικά για τη διάγνωση της καλλιτεχνικής αξίας των πωληθέντων, ιδ) την από 8.1.2003 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, με την οποία επικαλείται ότι δήθεν την εξαπάτησε για την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης των κινητών πραγμάτων (επίπλων και διακοσμητικών), χωρίς να κάνει κανένα λόγο ότι πάσχει χρονίως από μανιο-καταθλιπτική νόσο, που γνώριζε η πωλήτρια αναιρεσείουσα και εκμεταλλεύθηκε δήθεν την απειρία ή κουφότητά της, ιε) το υπ' αριθμ.389/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο η αναιρεσείουσα πωλήτρια απαλλάχθηκε της πράξης κακουργηματικής απάτης, για την οποία είχε ασκηθεί δίωξη μετά μήνυση της αναιρεσίβλητης, ιστ) το από 12.11.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο έγινε αντικατάσταση των παλιών συναλλαγματικών, που είχε αποδεχθεί η ενάγουσα χάριν καταβολής του τιμήματος, με νέες, ιζ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ...

και ιη) την από 19.2.2003 βεβαίωση της μεταφορικής εταιρίας SIGMA ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ από την οποία προκύπτει ότι τα πωληθέντα πράγματα μεταφέρθηκαν στη ... και παρελήφθησαν από τον σύζυγο της ενάγουσας την 4.9.2002 (2ος λόγος), 2) ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 21221/2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Θανάση Μαντέκα, η οποία είχε ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης (αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υπ' αριθμ.3/03 Διαταγής Πληρωμής), την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (8ος λόγος) και 3) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την πιστοποίηση παλαιότητας και προέλευσης των πωληθέντων πραγμάτων της εταιρίας ...

Θ. ΑΕ", την από 10.3.03 βεβαίωση του ιατρού .... (την οποία προσκόμισε η εκκαλούσα) και την υπ' αριθμ. 4443/03 ένορκη βεβαίωση του συζύγου της εκκαλούσας και το υπ' αριθμ. 101/05 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου με το οποίο η αναιρεσείουσα απαλλάχθηκε της κατηγορίας της απάτης (10ος πρόσθετος λόγος). Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ των οποίων ρητώς αναφέρεται η υπ' αριθμ. 4443/03 ένορκη βεβαίωση, τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που διορίστηκαν με την παρεμπίπτουσα απόφασή του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς άμεση και έμμεση απόδειξη, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες τις προσβαλλόμενης, αναμφίβολα προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και όλα τα άνω έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η άνω υπ' αριθμ. 21221/03 ένορκη βεβαίωση, που είχε ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης, καθώς και τις καταθέσεις μαρτύρων, εκτός από το υπ' αριθμ. 389/05 βούλευμα, το οποίο δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

IV. Επειδή κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της επ' ακροατηρίω συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή της διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Η παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει και τη διενέργεια πραγματο-γνωμοσύνης, αν, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του, πρόκειται για ζητήματα που για να γίνουν αντιληπτά απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 52 παρ. 1 εδ.

στ', 370, 372, 376, 377, 379, 381, 383, 387 και 388 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα εξής: Τους πραγματογνώμονες μπορεί να τους αντικαταστήσει, για εύλογη αιτία, ο εισηγητής ή ο δικαστής που τους διόρισε, με αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., στην οποία, κατά το άρθρο 690 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. αρκεί πιθανολόγηση.

Η υπόνοια μεροληψίας του ορισθέντος πραγματογνώμονος υπέρ κάποιου από τους διαδίκους, ακόμη και όταν στηρίζεται σε συμπαιγνία εκείνου με αυτόν τον διάδικο, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της πραγματο-γνωμοσύνης, η οποία σε κάθε περίπτωση εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, αλλά μπορεί να στηρίξει αίτηση του έχοντος τέτοια υπόνοια διαδίκου για εξαίρεση του πραγματογνώμονα, ή αντικατάσταση αυτού, η οποία αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πραγματογνωμοσύνης, ενώ μετά το πέρας αυτής μόνο αίτηση για νέα πραγματογνωμοσύνη μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς, η οποία σε κάθε περίπτωση επαφίεται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, γι' αυτό, δεν υποχρεούται να διατάξει απόδειξη για την συνδρομή ή μη λόγου για διεξαγωγή νέας πραγματο-γνωμοσύνης.

Το δικαστήριο δίδει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, που τους είναι χρήσιμα. Στην περίπτωση που οι πραγματογνώμονες είτε δεν ακολουθήσουν τις οδηγίες, είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίες και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα της έκθεσης, ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, διότι το δικαστήριο αφ' ενός μεν εκτιμά ελεύθερα την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα, αν δε δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες ή οι διευκρινίσεις των διαδίκων, αφετέρου δε μπορεί, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε και αυτεπαγγέλτως, νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες.

Το δικαστήριο, που διορίζει ή αντικαθιστά τους πραγματογνώμονες, μπορεί, αν κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του το κρίνει σκόπιμο, να διορίσει πραγματογνώμονες και πρόσωπα εκτός του καταλόγου πραγματογνωμόνων, εφόσον κρίνει τα πρόσωπα αυτά κατάλληλα για το σκοπό της πραγματογνωμοσύνης. Το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, δίδει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ορίζει ιδίως:

α) αν κρίνει αναγκαίο, να παραστούν οι πραγματογνώμονες σε διαδικαστικές πράξεις και β) αν η πραγματογνωμοσύνη θα διενεργηθεί ενώπιόν του ή από μόνους τους πραγματογνώμονες. Τις ίδιες εξουσίες, ως προς τις οδηγίες στους πραγματογνώμονες, έχει και το δικαστήριο ή ο εντεταλμένος δικαστής, που μετ' αίτηση ή παραγγελία ενεργεί διαδικαστικές πράξεις, εφόσον δεν όρισε διαφορετικά το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτονται στο Εφετείο οι εξής αιτιάσεις: α) ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης για αντικατάσταση των διορισθέντων με την υπ' αριθμ 193/2006 παρεμπίπτουσα απόφασή του πραγματογνωμόνων και με τη υπ' αριθμ. 749/2006 απόφασή του αντικατέστησε τους διορισθέντες πραγματογνώμονες, δεχόμενο την αίτηση της αναιρεσίβλητης για αντικατάσταση (3ος λόγος), β) παρά το νόμο δεν εκήρυξε άκυρη την πραγματογνωμοσύνη της Π, η οποία διορίστηκε σε αντικατάσταση του αρχικώς ορισθέντος, για να εκτιμήσει την αξία των πωληθέντων στην αναιρεσίβλητη από την αναιρεσείουσα πραγμάτων, με την συμπρο-σβαλλόμενη υπ' αριθμ.749/2006 απόφαση του Εφετείου, η οποία (πραγματογνώμονας) είναι γραμμένη με αριθμό 12 στον κατάλογο του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην κατηγορία ΚΑ "Επί θεμάτων εκτιμήσεως κινητών πραγμάτων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων κλπ", δηλαδή σε κατηγορία εντελώς άσχετη με τα πωληθέντα στην ενάγουσα κινητά πράγματα, την εκτίμηση των οποίων διορίστηκε να διενεργήσει (4ος λόγος), γ) παρά τον νόμο δεν εκήρυξε άκυρη την πραγματογνωμοσύνη της άνω πραγματογνώμονα Π, η οποία για τον έλεγχο και εκτίμηση των πωληθέντων στην αναιρεσίβλητη κινητών πραγμάτων, που ευρίσκοντο στην οικία της στη ..., μετέβη στη ...

και προέβη σε εκτίμηση των πραγμάτων που της υπέδειξε η αναιρεσίβλητη, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 ΚΠολΔ, 14 της από 11.5.1938 ελληνογερμανικής σύμβασης, που κυρώθηκε με το α.ν.1432/1938 και 3 παρ.3 του Κανονισμού (ΕΚ) 1206/01, η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης στη ... έπρεπε να διαβιβασθεί, σύμφωνα με τον άνω κανονισμό, στην αρμοδία κεντρική αρχή της ..., σχετική αίτηση του δικάζοντος δικαστηρίου (Εφετείου) (5ος λόγος) και δ) παρά τον νόμο (άρθρο 270 ΚΠολΔ) δεν εκήρυξε απαράδεκτο το διορισμό πραγματογνωμόνων με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 193/2006 απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 254 ΚΠολΔ προκειμένου να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Εφετείου οι διάδικοι και οι πρωτοδίκως εξετασθέντες μάρτυρες για την παροχή διευκρινίσεων και διασαφήσεων (6ος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559, είναι απορριπτέοι, για τις εξής αιτίες: ο υπό στοιχείο α' ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι το απαράδεκτο της αίτησης για αντικατάσταση των πραγματογνωμόνων προέβαλε ενώπιον του Εφετείου, κατά την εκδίκαση της αίτησης αντικατάστασης των αρχικώς διορισθέντων πραγματογνωμόνων, οι δε υπό στοιχεία β' και δ', ο πρώτος ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου ως προς το πρόσωπο του διορισθέντος πραγματογνώμονα δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και ο δεύτερος δε ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, για επανάληψη της συζήτησης, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει και πραγματογνωμοσύνη, εφόσον κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του, απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Ο υπό στοιχείο γ' λόγος είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι από την επισκόπηση της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 193/2006 απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διέταξε τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης στην αλλοδαπή και δή στη ....

V. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Στην προκειμένη περίπτωση, προσάπτονται στο Εφετείο οι εξής αιτιάσεις: α) με το να δεχθεί πως μεταξύ των αντιδίκων συμφωνήθηκε ότι τα πωληθέντα πράγματα ήταν ιδιαίτερης κατασκευής, υψηλής αισθητικής, με μεγάλη καλλιτεχνική αξία, ισχυρισμό που δεν προέβαλε με την αγωγή της η ενάγουσα αγοράστρια, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (7ος λόγος σκέλος 2), β)παρά το νόμο δέχθηκε ότι η πωλήτρια αναιρεσείουσα γνώριζε, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης, την απειρία της ενάγουσας αγοράστριας ως προς την αξία και τις τιμές των πωληθέντων πραγμάτων και εκμεταλλεύθηκε αυτή και γ) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης και ενάγουσας πωλήτριας (ήδη αναιρεσεί-ουσας), ότι αυτή, κατά την αντικατάσταση των αρχικών συναλλαγματικών, που είχε αποδεχθεί η αγοράστρια με νέες, δεν ζήτησε να συμπεριληφθούν και οι τόκοι υπερημερίας (9ος λόγος σκέλος 2).

Οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι οι υπό στοιχεία α' και γ' ως απαράδεκτοι, διότι η παραδοχή του Εφετείου ότι τα πωληθέντα πράγματα δεν ήταν ιδιαίτερης κατασκευής, με υψηλική αισθητική και καλλιτεχνική αξία, αποτελεί επιχείρημα, ως προς την παραδοχή του, της προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής, όπως επίσης επιχείρημα αποτελεί και ο ισχυρισμός της εναγομένης πωλήτριας ότι κατά την αντικατάσταση των αρχικών συναλλαγματικών με νέες, μετά την κατάρτιση της σύμβασης, αυτή δεν ζήτησε να συμπεριληφθούν ως οφειλόμενοι και οι τόκοι υπερημερίας.

Ο υπό στοιχείο β' λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως, από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, εκτίθεται σ' αυτή ότι η εναγομένη πωλήτρια, πέτυχε την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πώλησης εκμεταλλευθείσα την απειρία της ενάγουσας αγοράστριας, στον τομέα των συναλλαγών αντικών και παλαιών αντικειμένων.

VI. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου..", συνάγεται ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφαρμόσει ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Η παραβίαση από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 179 Α.Κ., άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται αφενός μεν η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που τελούν κατά το χρόνο της συνομολόγησής τους, κατά τις περιστάσεις, σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφ' ετέρου δε η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης ,της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες, περιεχομένου αναγκαίως, κατά στην έννοια της εκμετάλλευσης, και του, προϋπόθεση αυτής αποτελούντος, στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων.

Έτσι, για την αναγνώριση ως άκυρης σύμβασης, ως αισχροκερδούς, πρέπει να συντρέχουν οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) κουφότητα, απειρία ή ανάγκη του ενός από τους συμβληθέντες ,ως τέτοιων νοουμένων: 1) Ως ανάγκης, εκτός άλλων, και της οικονομικής τοιαύτης, που έχει χαρακτήρα επιτακτικότητας και ανεπίδεκτο αναβολής, 2) Ως κουφότητας της αδιαφορίας του άλλου συμβαλλομένου για τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του.

Δηλαδή το θύμα, λόγω της απερισκεψίας ή της έλλειψης επαρκούς σκέψης, η οποία μπορεί να οφείλεται και σε διανοητική μειονεξία, δεν αποδίδει, στις πράξεις του τη σημασία και την αξία που αυτές έχουν και 3) ως απειρίας της έλλειψης συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές, β) εκμετάλλευση της κουφότητας, απειρίας ή ανάγκης του ενός από τους συμβληθέντες από τον άλλον και γ) προφανής δυσαναλογία παροχών, η οποία κρίνεται, κατ' αντικειμενική κρίση, με βάση το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, κατά τις τότε υφιστάμενες περιστάσεις.

Για την κρίση, αν πρόκειται προφανής δυσαναλογία, λαμβάνονται υπόψη και συγκρίνονται οι εκατέρωθεν παροχές. Αν συντρέξουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 179 Α.Κ., σε κάθε ανταλλακτική σύμβαση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 180 Α.Κ. Η διάταξη του άρθρου 179 αποσκοπεί στην πάταξη της ανεντιμότητας και ανηθικότητας στις συναλλαγές.

Αν συντρέχουν οι κατά τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, η αυτή τύχη (ακυρότητα) αρμόζει και για την από αισχροκερδή αιτία γενόμενη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο κατάρτισης της ένδικης δικαιοπραξίας (24.8.2002), ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 Ν. 2447/1996, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά τον χρόνο που έγινε το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", ενώ πριν την ως άνω νομοθετική μεταβολή το δεύτερο εδάφιο της διάταξης διατυπώνονταν ως "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο ...

δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια". Στην ανωτέρω λεκτική μεταβολή, ο νομοθέτης προέβη (όπως και στην αντίστοιχη νέα διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ για τη δικαστική συμπαράσταση) με το σκοπό χρήσης της ορθής ορολογίας "ψυχική ή διανοητική διαταραχή", αντί της "πνευματικής ασθενείας" και "περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", αντί της "δεν είχε τη χρήση του λογικού", έτσι ώστε να είναι κατανοητό το κείμενο του νόμου από τους μη ειδικούς, συγχρόνως όμως να εκφράζουν οι νέοι όροι όλες τις καταστάσεις που στο προϊσχύσαν δίκαιο αποδίδονταν με αυτούς.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά τον χρόνο που έγινε ο δηλών, από τις άνω αιτίες, δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε εύλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρίσκονταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.

Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε. Κατά τη διάταξη αυτή (ΑΚ 131) αρκεί η ύπαρξη ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που να αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς κατά τον κρίσιμο χρόνο, χωρίς να είναι απαραίτητο ο δικαιοπρακτών να έχει κηρυχθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης.

Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχων έννομο συμφέρον προς τούτο δύναται να την προσβάλει. Για το ορισμένο της αγωγής (αναγνωριστικής), με την οποία ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν είναι απαραίτητη η αναφορά νόσου ειδικώς, η οποία μπορεί να είναι οιαδήποτε και αδιάγνωστη ακόμη, γιατί επιρροή ασκεί, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα και δη της στερήσεως της συνειδήσεως των πράξεών του και της βουλήσεώς του.

Ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα οφείλει να αποδείξει τα συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η έλλειψη συνείδησης των πράξεων και η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς του κατά τον χρόνο της δηλώσεως. Το δε δικαστήριο κρίνει περί της εννοίας της ελλείψεως της συνειδήσεως των πράξεων και του περιορισμού αποφασιστικά της λειτουργίας της βούλησής του, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση κατά την εκτίμηση αυτών και συναγωγή του εντεύθεν πορίσματος και των κοινών γνώσεων και των εν γένει κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, που κάθε νουνεχής άνθρωπος και επομένως και ο δικαστής κατέχει.

Η ακυρότητα της δικαιοπραξίας, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, απαγγέλλεται συνεπεία ελαττώματος στη βούληση του δικαιοπρακτούντος, και δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:

Η ήδη αναιρεσίβλητη στην αγωγή της εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας εκθέτει, ότι με σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης, η τελευταία επώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν αντί συμφωνηθέντος συνολικού τμήματος 300.820 ευρώ, τα αναφερόμενα στην αγωγή λεπτομερώς κατ' είδος, ποσότητα και συμφωνηθέν τίμημα κινητά πράγματα (έπιπλα, φωτιστικά και διακοσμητικά) συμφωνήθηκε δε όπως η καταβολή του τιμήματος γίνει σε τρείς δόσεις, ήτοι 58.700 ευρώ την 27.12.2002, 199.560 ευρώ την 28.2.2003 και 42.560 ευρώ την 30.4.2003, για την εξασφάλιση της καταβολής των οποίων αποδέχθηκε τρείς ισόποσες με τις άνω δόσεις συναλλαγματικές εκδόσεως της εναγομένης με ημερομηνίες λήξεως τους άνω χρόνους πληρωμής των δόσεων.

Περαιτέρω, εκθέτει ότι την 12.11.2002 οι άνω τρείς συναλλαγματικές αντικαταστάθηκαν με επτά άλλες εκδόσεως της εναγόμενης πωλήτριας και αποδοχής της αγοράστριας, λήξεως και ποσού η κάθε μία, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή. Με βάση τα περιστατικά αυτά και ισχυριζόμενη περαιτέρω, κυρίως μεν ότι η άνω σύμβαση πώλησης είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική, άλλως διότι αυτή κατά το χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση δεν είχε συνείδηση των πράξεών της λόγω ψυχοσωματικών διαταραχών, άλλως διότι στην κατάρτιση της σύμβασης παρασύρθηκε με απάτη από την πωλήτρια, άλλως διότι υπαναχώρησε από τη σύμβαση, ζήτησε να αναγνωρισθεί ως άκυρη η εν λόγω σύμβαση και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ που αυτή κατέβαλε έναντι του τιμήματος καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, καθώς και να της επιστρέψει τις συναλλαγματικές τις οποίες αυτή αποδέχθηκε και παρέδωσε στην εναγομένη χάριν καταβολής του τιμήματος.

Η αναιρεσείουσα πωλήτρια, με την αγωγή της εναντίον της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη και αυτή την άνω σύμβαση πώλησης και ότι η εναγομένη αγοράστρια κατέστη υπερήμερη ως προς την πληρωμή των παραπάνω επτά συναλλαγματικών, ζητεί να υποχρεωθεί η αγοράστρια να της καταβάλει το ποσό των 281.820 ευρώ, που απομένει μετ' αφαίρεση του ποσού των 19.000 ευρώ το οποίο της κατέβαλε η εναγομένη αγοράστρια.

Το Πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 137/2005 απόφασή του, συνεκδίκασε τις αντίθετες αυτές αγωγές και δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσείουσας πωλήτριας απέρριψε δε ως αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας έφεση της αγοράστριας, δέχθηκε αυτή, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, και δίκασε τις αντίθετες αγωγές, δέχθηκε την αγωγή της αγοράστριας κατά την κυρία βάση της και απέρριψε την αντίθετη αγωγή της πωλήτριας (ήδη αναιρεσείουσας).

Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, δεχόμενο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τον μήνα Αύγουστο 2002 η ήδη αναιρεσείουσα, που διατηρεί στο ... κατάστημα πώλησης επίπλων και διακοσμητικών ειδών, επώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη διάφορα έπιπλα, φωτιστικά και διακοσμητικά (που περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση), αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος 300.820 ευρώ, η καταβολή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει σε χρονικό διάστημα εννέα μηνών και χάριν της καταβολής του οποίου η αγοράστρια αποδέχθηκε τρείς συναλλαγματικές εκδόσεως της πωλήτριας, λήξεως 27.12.2002, 28.2.2003 και 30.4.2003, ποσών αντιστοίχως 58.700, 119.560 και 42.560 ευρώ.

Μέχρι την 12.11.2002 η αγοράστρια, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος είχε καταβάλει στην πωλήτρια με μετρητά το ποσό των 19.000 ευρώ, κατά την προαναφερόμενη δε χρονολογία, μετά σχετική συμφωνία των συμπβληθέντων, συμφωνήθηκε όπως το υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος από 281.820 ευρώ, καταβληθεί σε επτά δόσεις την 27.12.02, 28.2.03, 30.4.03, 30.6.03, 30.8.03, 30.10.03.

και 27.12.03, χάριν δε καταβολής του τιμήματος η αγοράστρια αποδέχθηκε ίσου αριθμού συναλλαγματικές εκδόσεως της πωλήτριας με ημερομηνίες λήξεως ως άνω. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης η πωλήτρια διαβεβαίωσε την αγοράστρια ότι τα πωληθέντα και παραδοθέντα πράγματα ήταν ιδιαίτερης κατασκευής, υψηλής αισθητικής καθώς και ότι είχαν μεγάλη καλλιτεχνική αξία, όπως επίσης και ότι ορισμένα από αυτά ήσαν παλαιά-αντίκες, τούτο δε αποδεικνύεται και από το άνω συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρονται τα χαρακτηριστικά και η κατασκευή των πωληθέντων.

Τα πωληθέντα όμως αντικείμενα ουδεμία καλλιτεχνική αξία έχουν, είναι αντικείμενα μαζικής παραγωγής, έχουν κατασκευασθεί πρόσφατα και η εμπορική τους αξία, ανέρχεται στο ποσό των 24.515 ευρώ. Συγκεκριμένα, οι κορνίζες στα κάδρα είναι κατασκευασμένες από λευκό ξύλο-φλαμούρι- βαμμένο με κάσια και κερί, το ασημένιο ντεκόρ δεν είναι χειροποίητο, αλλά χυτό ασήμι σε καλούπι και τα πρόσωπα που απεικονίζονται σ' αυτά δεν είναι ζωγραφισμένα, παρά μόνο σε ένα, αλλά μεταξοτυπίες.

Επίσης, τρείς κορνίζες με ξύλινη διακόσμηση και επένδυη από χυτό κασσίτερο φέρουν στο κάτω μέρος εγχάρακτο έτος κατασκευής 1980 και 1892, αλλά όλες έχουν κατασκευασθεί πρόσφατα και είναι ιταλικής προέλευσης. Όλα τα φωτιστικά, επιτραπέζια και οροφής, και τα διακοσμητικά, ήτοι κρύσταλλα, πορσελάνες, βάζα, κηροπήγια, πιατέλες, κανάτες, δίσκοι, ανθοστήλες κλπ, είναι κατασκευασμένα από σύγχρονα υλικά, μέτριας τεχνικής απόδοσης, αναπαραχθέντα κατά μηχανικό τρόπο και στην πλειοψηφία τους είναι αντικείμενα μαζικής παραγωγής, οι χρωματισμοί, οι διακοσμήσεις και τα σκαλίσματα είναι βαμμένα σε απομίμηση χρυσού χρώματος με ρετούς τεχνική παλαίωση και δεν καλύπτονται από φύλλα χρυσού, όπως αναφέρεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό.

Τα έπιπλα και οι καθρέπτες έχουν ογκώδη και εντυπωσιακή εμφάνιση, σκαλίσματα και ντεκόρ από ορειχάλκινες εναρμονίσεις, σε απομίμηση χρυσού χρώματος και με στυλ εν μέρει ροκοκό και ύφος αναγεννησιακό, τα στοιχεία δε αυτά και η κατασκευή τους, συντελούν, ώστε τα έπιπλα, οι καθρέπτες και τα μικροέπιπλα να έχουν εξωτερικά την εμφάνιση παλαιοτέρων επίπλων με ρετούς τεχνική παλαίωση, το ίδιο δε συμβαίνει και με την εμφάνιση των άλλων αντικειμένων, ήτοι κρύσταλλα, πορσελάνες, καθρέπτες, γυάλινα και ορειχάλκινα αντικείμενα.

Το ντεκόρ στα έπιπλα και τους καθρέπτες είναι από χυτή πλαστική ύλη σε καλούπι και οι ορειχάλκινες εναρμονίσεις και κατασκευές είναι χυτός ορείχαλκος επίσης σε καλούπι. Η αγοράστρια είναι ιατρός και κατοικεί μόνιμα στην πόλη ..., από τριακονταετίας και πλέον, από δε το έτος 1997 εμφάνισε έντονα συμπτώματα κατάθλιψης και σύμφωνα με την από 2.6.1997 ψυχιατρική γνωμάτευση του πανεπιστημιακού καθηγητή ..., αυτή χαρακτηρίστηκε "οριστικά νευρωτική", λόγω δε της χρόνιας ψυχικής της πάθησης γνωματεύθηκε, ότι δεν είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμά της ως ιατρού ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη ενασχόληση.

Κατά το χρονικό διάστημα από 4.3.1998 μέχρι 30.4.1998, αυτή νοσηλεύθηκε στην κλινική ...-Νοσοκομείο, για νευρολογικές ψυχιατρικές παθήσεις Εσωτερική ιατρική και Ψυχοθεραπεία- στο ..., με διάγνωση βαρύτατο καταθλιπτικό επεισόδιο με μακρόχρονη καταθλιπτική εξέλιξη, υποβλήθηκε δε σε διττή θεραπεία, ήτοι φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία.

Στις 30.4.1998, αφού σταθεροποιήθηκε η κατάστασή της, εξήλθε της κλινικής και της επετράπη η κατ' οίκον θεραπεία. Στην υπ' αριθμ.... ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του ορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα ...ψυχοθεραπευτή, αναφέρεται ότι η αγοράστρια ενάγουσα πάσχει από διπολική διαταραχή και βρίσκεται σε συνεχή φαρμακευτική αγωγή, στο ψυχιατρικό της δε ιστορικό αναφέρονται οι άνω γνωμοδοτήσεις, καθώς και γνωμάτευση του έτους 2003 από την Ακαδημία του ..., με διάγνωση ότι αυτή πάσχει από μανιοκαταθλιπτική διαταραχή και βεβαίωση της πανεπιστημιακής πολυκλινικής της ..., χωρίς χρονολογία, στην οποία βεβαιώνεται, ότι πάσχει από υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

Στις 7.7.2002 απεβίωσε η μητέρα της εκκαλούσας (αγοράστριας), η οποία διέμενε στο ..., και αυτή ήλθε στην Ελλάδα, για να παρευρεθεί στην κηδεία της, παρέμεινε δε στο ... για χρονικό διάστημα μερικών μηνών. Κατά την παραμονή της στο ..., επισκέφθηκε αρχικά αρκετές φορές, με τον σύζυγό της, το κατάστημα της πωλήτριας και προέβη σε αγορές διαφόρων αντικειμένων.

Στη συνέχεια, στις 24.8.2002 επισκέφθηκε και πάλι το κατάστημα της πωλήτριας, οπότε και συνήφθη η ένδικη σύμβαση, σε εκτέλεση της οποίας η τελευταία της επώλησε και της παρέδωσε τα προαναφερόμενα κινητά πράματα (έπιπλα, διακοσμητικά κλπ). Η πωλήτρια, κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση, γνώριζε ότι η αγοράστρια διαμένει μόνιμα στη ...

από πολλών ετών, όπως επίσης γνώριζε την απειρία της τελευταίας στις συναλλαγές στην ελληνική αγορά, την άγνοιά της για τις κρατούσες σ' αυτή οικονομικές συνθήκες, είχε δε καλώς αντιληφθεί την έλλειψη της δυνατότητας αυτής (αγοράστριας) να εκτιμήσει την εμπορική και καλλιτεχνική αξία, καθώς και την αυθεντικότητα των πωληθέντων αντικειμένων.

Έτσι, η εφεσίβλητη (πωλήτρια), εκμεταλ-λευόμενη την απειρία της εκκαλούσας στο να εκτιμήσει την πραγματική ποιότητα των πωληθέντων, αλλά και την έλλειψη της ικανότητας της τελευταίας να αντιληφθεί τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεών της, λόγω της άνω κατάστασης της ψυχικής της υγείας, πέτυχε να συνομολογήσει την επίδικη σύμβαση πώλησης, με την οποία προσπόρισε στον εαυτό της αντιπαροχή (τίμημα) 300.820 ευρώ, το οποίο τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή της, δηλαδή την εμπορική αξία των πωληθέντων, ανερχόμενης στο ποσό των 24.515 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια βάση της (καταπλεονεκτική δικαιοπραξία) και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ.

Ειδικότερα: α) με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ, δέχεται πως υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ της παροχής της πωλήτριας (εμπορικής αξίας των πωληθέντων αντικειμένων ανερχομένης στο ποσό των 24.515 ευρώ) και της αντιπαροχής της αγοράστριας (συμφωνηθέντος τιμήματος των 300.820 ευρώ), β)με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχεται ότι η ενάγουσα αγοράστρια, κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, στερείτο εμπειρίας, τόσο ως προς τις εμπορικές τιμές των πωληθέντων αντικειμένων, όσο και ως προς την εκτίμηση της αισθητικής και καλλιτεχνικής τους αξίας, λόγω δε της ψυχικής νόσου από την οποία αύτη έπασχε, επεδείκνυε αδιαφορία (κουφότητα) για τις συνέπειες της πράξης της και γ) σαφώς δέχεται ότι η εναγομένη αγοράστρια είχε αντιληφθεί την απειρία και κουφότητα αυτή της ενάγουσας και έτσι επέτυχε και συνομολόγησε μαζί της την επίδικη σύμβαση.

Η παραδοχή του, πως η ενάγουσα αγοράστρια, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, λόγω της ψυχικής της νόσου, δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεών της, καταφάσκει την κρίση του όχι ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη λόγω ελαττώματος βουλήσεως της αγοράστριας, κατά το άρθρο 131, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά ότι η αγοράστρια, εκτός της απειρίας της περί τις συναλλαγές, επέδειξε και κουφότητα, κατά το άρθρο 179 ΑΚ.

Επομένως, οι 7ος κατά το πρώτο σκέλος του και 9ος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 και οι ίδιοι λόγοι, κατά τα τέταρτο και τρίτο σκέλη τους, αντιστοίχως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο ότι εσφαλμένα προσέτι δε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ είναι αβάσιμοι.

VII. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, ζητήματος, είτε με εσφαλμένη ανάγνωση είτε με παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων τμημάτων, παραμορφώνει το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου και έτσι αποδίδει στο έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αυτό έχει, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εκτίμησε το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως έχει, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ως έγγραφα, κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται τα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα. Δεν είναι δε τέτοιο η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα επί ζητήματος για το οποίο διατάχθηκε από το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη κατά τα άρθρα 368 επ.

ΚΠολΔ, ως αποτελούσα ιδιαίτερο κατά το άρθρο 339 του ιδίου Κώδικα αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως ακριβώς έχει, και εκείνο το οποίο, κατά παραμόρφωση, προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως ακριβώς κατά περιεχόμενο έχει, και το από 24.8.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, κατά τη σύναψη της πώλησης και στο οποίο αναγράφονται τα πωληθέντα αντικείμενα κατ' είδος ιδιότητες και τιμή για ένα έκαστο, κατέληξε δε στην κρίση του ότι η επίδικη σύμβαση είναι αισχροκερδής (καταπλεονεκτική), αφού εκτίμησε και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνες και έγγραφα).

Επομένως, ο 7ος λόγος κατά το πέμπτο και έκτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο 7ος λόγος κατά το τρίτο σκέλος, πράγματι από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται, στο Εφετείο κατ' εκτίμηση η αιτίαση, πως παρά τον νόμο δέχθηκε μάρτυρες προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της ενάγουσας, ότι η εμπορική αξία των πωληθέντων ανέρχεται σε 24.515 ευρώ και όχι στο ποσό των 300.820 ευρώ, που αναγράφεται ως συμφωνηθέν τίμημα στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 278/2008 οριστικής και 193/2006 και 749/2006 παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ