Supreme Court dismisses appeal against traffic accident judgment for failure to consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn a lower court's decision regarding a traffic accident case. The court found that the appellate court had properly considered all evidence, including expert reports and witness testimony, and that the appellants' arguments regarding legal errors were inadmissible. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 558, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has considered all evidence and the appellant's claims regarding legal errors are unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1291 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1291/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Κότσιφα και κατέθεσε προτάσεις, 2) ... συζύγου Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κότσιφα και κατέθεσε προτάσεις, 3) ... του Χ1 , ήδη ενηλικιωθείσας και συνεχίζουσας ατομικά την παρούσα δίκη, κατόπιν δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Κότσιφα, ο οποίος την εκπροσώπησε και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Σπινάσα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/1998 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/1998 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 5/1/2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Γεωργίου Βούλγαρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 558 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος:
ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από την παραπάνω διάταξη ορίζονται τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται σε άσκηση αναίρεσης, εφόσον ηττήθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση. Προϋπόθεση δε του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι η συνδρομή εννόμου συμφέροντος, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, από την οποία πρέπει να προκύπτει η βλάβη του διάδικου, που επιδιώκει την αναίρεση της απόφασης.
Περαιτέρω, το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει, εκτός των άλλων στοιχείων, να περιέχει ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και να καθορίζονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος πρώτα εξετάζει το παραδεκτό της αναίρεσης και αν λείπει κάποια προϋπόθεση του παραδεκτού της την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του αναιρετηρίου προκύπτει, ότι η κρινόμενη αίτηση δεν περιέχει λόγο αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης που να προσήκει στο πρόσωπο του δευτέρου από τους αναιρεσείοντες.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να στρέφουν την αίτηση αναίρεσης εναντίον του, διότι δεν έχουν ηττηθεί από την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή τους κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον του ως παραγεγραμμένη. Την ως άνω πρωτόδικη απόφαση οι αναιρεσείοντες δεν την προσέβαλλαν.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 25-11-1994 αγωγή για αποζημίωσή τους από αυτοκινητικό ατύχημα εναντίον του Ψ1 και της ασφαλιστικής εταιρίας ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α., της οποίας στη συνέχεια ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και στη θέση της υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο, Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 177/96 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο και δέχθηκε αυτήν ως προς τον Ψ1 Κατά της απόφασης αυτής έφεση άσκησε μόνο ο Ψ1.
Οι αναιρεσείοντες δεν άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή τους ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, η αξίωση των αναιρεσειόντων είχε υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/76.
Συνεπώς οι αναιρεσείοντες δεν έχουν ηττηθεί και δεν έχουν υποστεί βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά από την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή τους εναντίον του, την οποία όμως δεν έχουν προσβάλει και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΙI. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Την 13.7.1991 και ώρα 19:00 ο ..., οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και έχοντας συνεπιβάτη του τον ..., τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφού της τρίτης από αυτούς (ήδη αναιρεσειόντων) έβαινε επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς ....
Όταν έφθασε στο 4° χιλιόμετρο της πιο πάνω οδού, όπου υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα για επικίνδυνη στροφή προς τα δεξιά, ο οδηγός του πιο πάνω μοτοποδηλάτου και ενώ ολοκλήρωνε την εν λόγω στροφή, παρεξέκλινε της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και οι επιβαίνοντες σε αυτό εκτινάχθηκαν και επέπεσαν προ του κανονικά κινούμενου στο αντίθετο ρεύμα πορείας υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος. Αποτέλεσμα αυτής της εκτροπής ήταν να τραυματισθούν θανάσιμα και οι δύο επιβαίνοντες του μοτοποδηλάτου. Ευθύνη για το ατύχημα αυτό δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο πρώτος εναγόμενος. Στην άποψη αυτή οδηγήθηκε το δικαστήριο από το ότι: 1) το αυτοκίνητο εκινείτο μέσα στο ρεύμα πορείας του και με ταχύτητα 60 χιλ/ω, που δεν κρίνεται υπερβολική σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην οδό και ότι στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε ανώτατο όριο ταχύτητας. 2) Ο εναγόμενος τη στιγμή που αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο να εκτρέπεται από την πορεία του και να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα, δεν αδράνησε, αλλά τροχοπέδησε προκειμένου να αποτρέψει το ατύχημα, ενέργεια την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να πράξει σαν συνετός οδηγός.
Το γεγονός ότι δεν πραγματοποίησε προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αμέλεια, λόγω του πλάτους της οδού, το οποίο ήταν μόνο 6,80 μ., ήτοι 3,40 μ. ανά ρεύμα πορείας και το οποίο απέτρεπε αυτή την ενέργεια, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι το αυτοκίνητο δεν εκινείτο προς το κέντρο της οδού καταλαμβάνοντας το δεξιό του ρεύματός του.
Και ναι μεν δεξιά του υπήρχε χώρος εκτός οδοστρώματος, όμως αυτός καλυπτόταν με χόρτα και βατώνες, με αποτέλεσμα να μην γίνεται αντιληπτό αν η προς τα εκεί οδήγηση του αυτοκινήτου ήταν ή όχι ασφαλής, λόγω και του υπάρχοντος στο χώρο αυτό αρδευτικού αύλακος. Ο χρόνος αντιδράσεως του εναγομένου οδηγού ήταν ελάχιστος, διότι αντελήφθη το μοτοποδήλατο να εξέρχεται από τη στροφή και να εκτρέπεται από απόσταση 45 μέτρων, όμως, λόγω της αντιθέτου κινήσεως των οχημάτων και της αυξημένης ταχύτητας του μοτοποδηλάτου, τα δύο οχήματα συναντήθηκαν πάντα μέσα στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, όταν το τελευταίο αυτό είχε διανύσει μόλις 20 μ., ενώ το μοτοποδήλατο 25 μ.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 και 16 του ΚΟΚ και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου.
Επίσης, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα σε σχέση με τα αμέσως πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω δήθεν ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο των επικαλουμένων στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως ως άνω ουσιαστικών διατάξεων του ΚΟΚ.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές διότι, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές δέχεται το Εφετείο ότι δεν αποδείχτηκε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου οδηγού του αυτοκινήτου στην επέλευση του επιδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος. Αντίθετα προσδιορίζει την αιτία αυτού στο ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, όταν έφθασε στο 4ο χιλιόμετρο της πιο πάνω οδού, όπου υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα για επικίνδυνη στροφή προς τα δεξιά, ενώ ολοκλήρωνε την εν λόγω στροφή, παρεξέκλινε της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και οι επιβαίνοντες σ' αυτό εκτινάχτηκαν και έπεσαν προ του κανονικά κινούμενου στο αντίθετο ρεύμα πορείας, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Οι αναιρεσείοντες παραθέτουν κάποιες κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ως προς την ταχύτητα και τη θέση του ΙΧΕ αυτοκινήτου επί του οδοστρώματος. Συγκεκριμένα προσδιορίζουν τη θέση αυτού στο μέσον της οδού ,ενώ κατά τις παραδοχές, "το αυτοκίνητο δεν εκινείτο προς το κέντρο της οδού καταλαμβάνοντας το δεξιό του ρεύματός του".
Προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει αν το ατύχημα έγινε εντός ή εκτός κατοικημένης περιοχής. Αυτή όμως δέχεται εμμέσως πλην σαφώς (ήτΟΙ με την παραδοχή ότι στο μέρος του ατυχήματος δεν υπήρχε ανώτατο όριο ταχύτητας και το ατύχημα αυτό έλαβε χώρα στο 4ο χιλ. της επαρχιακής οδού ..., ότι τούτο έλαβε χώρα εκτός κατοικημένης περιοχής.
Επίσης δέχεται ότι το αυτοκίνητο έβαινε με ταχύτητα 60 χιλ. την ώρα, ότι στο μέρος του ατυχήματος δεν υπήρχε ανώτατο όριο ταχύτητας και ότι πάνω ταχύτητα δεν είναι υπερβολική σε σχέση με τις συνθήκες της οδού. Δέχεται επίσης ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός εκινείτο κανονικά στο δικό του ρεύμα πορείας και ότι ναι μεν υπήρχε χώρος προς τα δεξιά, πλην όμως η κίνηση προς το μέρος αυτό δεν ήταν ενδεδειγμένη, διότι δεν ήταν ασφαλής.
Επιπλέον δέχεται ότι εκινείτο με σύνεση και διαρκώς τεταμένη προσοχή και όταν αντελήφθη το μοτοποδήλατο να εκτρέπεται, προέβη στους ενδεδειγμένους χειρισμούς, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους πρώτο και τέταρτο λόγους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και το δεύτερο από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρετηρίου, πλήττουν, με το πρόσχημα την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κι επομένως είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Συνεπώς, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεων τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προτείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας και την κατάθεση του μάρτυρά των. Ο λόγος αυτός, κατ' εκτίμηση, συνιστά πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου.
Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σ' αυτή ειδικώς μνημονεύονται τα παραπάνω εγγράφου (φύλλο 3ο σελ.β). Από τη μνεία αυτή και από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Μετά τα παραπάνω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα αυτού, ο οποίος παρέστη με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-1998 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 551/1998 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ για κάθε ένα από αυτούς (αναιρεσιβλήτους).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ