Legislator Case Law & Legislation
1291/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insufficient reasoning and inadmissibility grounds regarding evidence evaluation.

Case Number 1291/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants argued the lower court failed to properly evaluate evidence and provided insufficient reasoning, while the respondent maintained the court's assessment was sound. The court ruled that the alleged contradictions in the reasoning did not constitute a legal ground for appeal and rejected the appeal for being vague and lacking necessary details.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 71 AK: Insufficient reasoning exists only when facts necessary for the legal rule are unclear or contradictory, not merely when evidence evaluation is lacking; appeals must specify the exact evidence omitted and its substantive impact.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory reasoning evidence evaluation inadmissible appeal legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 71 AK
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1291 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1291/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:Χ1 και 2.Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8972/2000 του ίδιου Δικαστηρίου 9241/2002 μη οριστική και 5361/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2005 αίτησή τους και τους από 26-10-2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως κα όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 ΑΚ το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί, και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Όταν δε η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 29/2006).

Εκ τούτων, και σε συνδυασμό προς το άρθρο 79 Ν.5360/1933 "περί επιταγής", συνάγεται περαιτέρω ότι, επί εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της εντεύθεν ζημίας του κομιστού της είναι (πλέον του νομικού προσώπου) και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού εφόσον υπέγραψε την επιταγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος Ψ1 ζήτησε με την αγωγή του να υποχρεωθούν οι ήδη αναιρεσείοντες (εις ολόκληρον έκαστος και με προσωπική τους κράτηση) να του καταβάλουν χρηματικό ποσό 5.067.000 δραχμών για αποκατάσταση ισόποσης ζημίας που υπέστη ως νόμιμος κομιστής ακάλυπτης επιταγής, την οποία "είχαν εκδώσει από κοινού" την 11-1-1999 ως νόμιμοι εκπρόσωποι και για λογαριασμό της εταιρίας "ΕΛΒΙΚ ΑΒΕΕ".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή το δε Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα έφεση. Για την έκδοση της επίμαχης επιταγής το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι (σημ: δηλαδή οι ήδη αναιρεσείοντες), χωρίς να αμφισβητούν το γεγονός της έκδοσης της επιταγής από την εταιρία τους και της κυκλοφορίας της με τελικό νόμιμο κομιστή τον ενάγοντα, καθώς και της χρήσης σ' αυτήν της σφραγίδας της εταιρίας αυτών, ισχυρίζονται, ότι δεν υπέγραψαν εκείνοι κάτω από την εταιρική επωνυμία, αλλά ο Γ1, υπό την ιδιότητα του διευθυντή προσωπικού και προμηθειών της εταιρίας, και ο Γ2 υπό την ιδιότητα του διευθυντή λογιστηρίου αυτής, έχοντας προς τούτο σχετική εξουσιοδότηση.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με το απ' ..... πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Κρέατος Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρία" που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 7527/23-9-1998 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, εκείνοι μεν είχαν δικαίωμα να εκδίδουν επιταγές για πληρωμή απαιτήσεων φυσικών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η πρώτη κομίστρια, με παράδοση της επίδικης επιταγής εταιρία με την επωνυμία ".....ΕΠΕ Εισαγωγές - Εξαγωγές, ...., ....., ενώ ο Γ1 και ο Γ2 είχαν δικαίωμα να εκδίδουν επιταγές προς πληρωμή πάσης φύσεως υποχρεώσεων της εταιρίας προς το Δημόσιο, ΝΠΔΔ και τους λοιπούς δημόσιους οργανισμούς κοινής ωφέλειας ανεξαρτήτως ποσού.

Επίσης ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων, κατά τον οποίο είχαν τυπικά τις ιδιότητες του προέδρου και του αντιπροέδρου της εταιρίας και ότι δεν άσκησαν ποτέ, ατομικά ή συλλογικά, καμία διαχειριστική ή εκπροσωπευτική πράξη και ειδικότερα δεν εξέδωσαν την επίδικη για λογαριασμό της εταιρίας τους.

Συγκεκριμένα από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος προκύπτει ότι οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν αυτόν υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, ότι θα πληρωθεί η επίδικη επιταγή, χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα και ότι με τη συμπεριφορά τους αυτή κατέστησαν εμφανές ότι είναι οι υπογραφείς τη επιταγής.

Η κατάθεση του μάρτυρα αυτού κρίνεται πειστική, διότι ήταν παρών στη συμφωνία ενάγοντος και εναγομένων. Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι οι υπογραφές στη θέση του εκδότη της επίμαχης επιταγής κάτω από την εταιρική επωνυμία της εταιρίας "ΕΛΒΙΚ ΑΒΕΕ" ανήκουν στους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες).

Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων, ως προς τον λόγο ευθύνης των εναγομένων (αναιρεσειόντων) για τη ζημία που προκλήθηκε από το ένδικο αδίκημα εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτοί υπέγραψαν την επιταγή για λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπούσαν.

Η προβαλλόμενη αντίφαση, που αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων (και δη στην εκτίμηση από ... και ..... εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης) και στο άνω πλήρες και σαφές πόρισμα του Εφετείου, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο πρώτος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τους οποίους, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παράβαση με ενδοιαστικές κρίσεις και αντιφατική αιτιολογία, των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικό μέσο, το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από το συγκεκριμένο αποδεικτικό αυτό μέσο, και το αποδεικτικό του περιεχόμενο, καθώς και ο ισχυρισμός που θα αποδεικνυόταν από αυτό και ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψιν ως αποδεικτικά μέσα δύο έγγραφα, και δη υπεύθυνες δηλώσεις των Γ2 και Γ1, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το αποδεικτικό τους περιεχόμενο, ουδέ ο ισχυρισμός που θα αποδεικνυόταν από αυτές. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί λόγω της αοριστίας του ως απαράδεκτος.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν την επικληθείσα από τους αναιρεσείοντες ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι "υπογραφείς της επιταγής δεν ήσαν αυτοί, αλλά οι Γ1 και Γ2." Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, δεν περιέχεται πράγματι σ' αυτές η επικαλούμενη ομολογία. Αβάσιμος, τέλος είναι και τέταρτος λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο μη νόμιμα το Εφετείο έλαβε υπόψιν έγγραφο, και δη το από .... πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εκδότριας της επιταγής εταιρίας, το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν είχε νομοτύπως επικαλεσθεί. Τούτο δε, διότι, κι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο, και, επομένως, νομίμως αυτό συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις. Κατόπιν, αυτών, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.9.2005 αίτηση του Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 5361/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ