Legislator Case Law & Legislation
1291/2006 AI generated

1291/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1291/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1291/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980, που ορίζει, εκτός των άλλων, ότι "το δικαστήριο εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβή του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριμένως, υπολογιζομένη βάσει του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 22 του Ν.Δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού ή εν ελλείψει τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 και επόμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1291 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1291/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, Δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός της.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Αμαρουσίου, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο Αμαρουσίου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Τσίνα - Ντώνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-4-2001 και 11-3-2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2002 αναβλητική και 229/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1014/2003 μη οριστική και 9125/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 28-9-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 91,92, 94, 170 και 248 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ των σχέση χαρακτηρίζεται ως αμοιβομένη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.

Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες, που προσέφερε, καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξαρτήτως του αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ειδικότερα, προκειμένου περί αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένου για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτου, υπό τη διάταξη του άρθρου 119 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 και 110 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος του αιτούντος τον καθορισμό προσωρινής αποζημιώσεως για απαλλοτρίωση ακινήτου, η οποία κατέστη οριστική, δικαιούται από τον εντολέα του αμοιβή για τη σύνταξη της αιτήσεως καθορισμού και των προτάσεων της συζητήσεώς της, που καθορίζεται σε ποσοστό 2% και 1% αντιστοίχως, ήτοι συνολικώς 3% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής, το οποίο δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, η αξία δε αυτή ταυτίζεται με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που καθορίζεται από το δικαστήριο με τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως (ΑΠ 596/2001).

Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980, που ορίζει, εκτός των άλλων, ότι "το δικαστήριο εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβή του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριμένως, υπολογιζομένη βάσει του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 22 του Ν.Δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού ή εν ελλείψει τούτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 και επόμ.

του αυτού Ν.Δ/τος", δεν έχει την έννοια ότι ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων, που παρέστησαν στις δίκες αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που γίνεται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο κατ' επιταγή της διατάξεως αυτής, αποτελεί "επιδίκαση" υπέρ του διαδίκου, που νίκησε, ούτε "καταδίκη" στη δικαστική αυτή του υποχρέου στην καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά συνιστά ένα απλό καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων έναντι των εντολέων των, με βάση το συμφωνητικό, που τυχόν υπάρχει, ή αν δεν υπάρχει συμφωνητικό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων, προς τον σκοπό υπαγωγής της αμοιβής αυτής στο ειδικό καθεστώς της παρακρατήσεως του οριζομένου κάθε φορά ποσοστού από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασμού του Συλλόγου αυ του (ΑΠ 1254/1998). Εξάλλου, το άρθρο 307 του π.δ. 410/1995 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας ορίζει τα εξής : "1.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, που ισχύουν κάθε φορά. Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί με απόφαση του δικαστηρίου, που δικάζει πίνακα αμοιβών τους, έως το πενήντα τοις εκατό των κατωτάτων ορίων, που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως του δήμου ή της κοινότητας, που έχει διορίσει δικηγόρο. 2.

Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα τοις εκατό των κατωτάτων ορίων, που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων". Με το άρθρο αυτό ρυθμίζονται δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αφορά σε δίκη με αντικείμενο την επιδίκαση της κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβής του διορισθέντος από ΟΤΑ δικηγόρου, για τις επ' ονόματι και για λογαριασμό εκείνου πραγματοποιηθείσες από αυτόν δικαστικές και εξώδικες εργασίες και ορίζει ότι το δικαστήριο, που δικάζει τέτοια διαφορά, μπορεί να ελαττώσει την αξιουμένη με την αγωγή αμοιβή του δικηγόρου έως το 50% των οριζομένων από τον Κώδικα κατωτάτων ορίων, μετά από εκτίμηση, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του υποχρέου της αμοιβής ΟΤΑ, της περιουσιακής καταστάσεως αυτού.

Η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άνω άρθρου αναφέρεται σε οποιαδήποτε δίκη με διάδικο ΟΤΑ και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, κατά τον καθορισμό των αναγκαίων για τη διεξαγωγή της δίκης δικαστικών και εξώδικων εξόδων (άρθρ. 189 Κ.Πολ.Δ.), που επιδικάζονται εις βάρος ή υπέρ του ΟΤΑ, λόγω της ήττας ή νίκης αυτού αντιστοίχως (176 Κ.Πολ.Δ.), να περιορίσει, κατ' αυτεπάγγελτη ενέργεια, τα έξοδα αυτά έως το 50% των κατωτάτων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι, προκειμένης δίκης που αφορά διαφορά για την επιδίκαση του κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελαχίστου της αμοιβής του δικηγόρου του υποχρέου σε αποζημίωση απαλλοτριωθέντος ακινήτου του ΟΤΑ, για την κατόπιν εντολής αυτού σύνταξη της αιτήσεως καθορισμού της αποζημιώσεως και των προτάσεων της συζητήσεως αυτής, που ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί της προσδιορισθείσης από το δικαστήριο αποζημιώσεως, δεν έχει εφαρμογή, καθόσον αφορά το ποσό της αμοιβής αυτής, η πιο πάνω διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 307 του π.δ. 410/1995 κι' επομένως το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα, είτε κατ' αίτηση του ΟΤΑ είτε αυτεπαγγέλτως, να περιορίσει έως 50% την διεκδικουμένη αυτή ελάχιστη αμοιβή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα. Η ενάγουσα, δικηγόρος Αθηνών, κατόπιν σχετικής εντολής, που η Δημαρχιακή Επιτροπή του εναγομένου Δήμου νομίμως, με την αριθμ. 14/1995 απόφασή της, χορήγησε σ' αυτή, συνέταξε και κατέθεσε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από ...

αίτηση του εναγομένου περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του με την αριθ. 125/16-2-1995 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου Δήμου, που κυρώθηκε με την αριθ. 1333/1995 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, κηρυχθέντος αναγκαστικώς απαλλοτριωτέου, για την ανέγερση του δημοτικού καταστήματος, οικοπέδου, εμβαδού 3697,23, μετά των συστατικών και παραρτημάτων του.

Η αίτηση αυτή δικάστηκε στις 4.10.1996 και ο εναγόμενος Δήμος εκπροσωπήθηκε στη συζήτησή της, κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Δημαρχιακής Επιτροπής, από την ενάγουσα, η οποία κατέθεσε επ' ονόματί του προτάσεις. Επί της αιτήσεως αυτής του εναγομένου και της συνεκδικασθείσης απαιτήσεως των δυο καθών η αίτηση, εκδόθηκε η αριθ. 1751/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων), η οποία καθόρισε την καταβλητέα από τον υπόχρεο εναγόμενο Δήμο προσωρινή αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 1.008.268.000 δραχμών, που αντιστοιχούν σε 2.958.966,98 ευρώ, και προσδιόρισε και την αμοιβή της δικηγόρου του Δήμου εναγούσης σε ποσοστό 3% επί της καθορισθείσης αποζημιώσεως, την οποία (αποζημίωση) ακολούθως ο εναγόμενος Δήμος παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, ο δεύτερος των καθών η αίτηση δικηγόρος, με την ιδιότητα του οριστικού συνδίκου της εκ των συνιδιοκτητών του απαλλοτριωθέντος πτωχής εταιρίας, άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 10.2.1997 αίτηση περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, αλλά το δικαστήριο αυτό, στο οποίο ο εναγόμενος Δήμος εκπροσωπήθηκε από άλλη δικηγόρο, απέρριψε την αίτηση.

Η ενάγουσα, στις 21.10.1996 συνέταξε και υπέβαλε στον εναγόμενο "πίνακες αμοιβών" για τη πιο πάνω υπόθεσή του, με τους οποίους ζήτησε ως αμοιβή της για τη διεξαγωγή της υποθέσεώς αυτής το συνολικό ποσό των 758.000 δραχμών, το οποίο ο Δήμος της κατέβαλε. Η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή για τη σύνταξη της αιτήσεως καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκασή της, σύμφωνα με τα άρθρα 100 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι διάδικοι είχαν καταρτίσει ειδική συμφωνία περί της αμοιβής της, ποσοστό 3% (2% + 1% αντιστοίχως) επί της ως άνω δικαστικής καθορισθείσης αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (1.008.268.000 δρχ.), που αντιστοιχεί σε 30.248.000 δραχμές. Με τις συνεκδικαζόμενες αγωγές της η ενάγουσα ζήτησε την καταβολή του συνολικού ποσού των 28.705.340 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 84.241,64 ευρώ, ο δε εναγόμενος Δήμος με τους πρόσθετους λόγους της εφέσεώς του ζήτησε την εφαρμογή, ως προς το ύψος της δικαστικής δαπάνης, που πρέπει να επιδικαστεί σε βάρος του για τη συγκεκριμένη υπόθεση, του άρθρου 307 του π.δ. 410/1995.

Το Εφετείο όμως δέχθηκε ότι το πιο πάνω ποσό των 84.241,64 ευρώ, πρέπει σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 307 που π.δ. 410/1995, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, να μειωθεί κατά 50%, ήτοι στο ποσό των 42.120,82 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επιδίκασε στην ενάγουσα κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεων, το 50% της αιτουμένης αμοιβής της.

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δια της εφαρμογής της μη εφαρμοστέας στη συγκεκριμένη περίπτωση, διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 307 του π.δ. 410/1995. Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.

Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσειούσης (άρθρ. 307 π.δ. 410/1995).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 9125/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσειούσης, που καθορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ