Supreme Court allows appeal against final judgment in investment fraud case involving illegal foreign lending.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding an investment fraud case. The appellants argued that the defendant company participated in illegal lending to Greek investors without authorization, causing them financial loss through the 'AURORA' product. The court found the appeal admissible and ordered a remittal to a different panel of judges for further examination of the merits. Consequently, the defendant was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 299, 330 of the Civil Code; The court established that liability for damages in investment fraud requires proof of illegal and intentional conduct by the defendant, a resulting loss, and a causal link between the fraudulent behavior and the investors' financial detriment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1290 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ν. - Ν. - Ε. Β. του Ν., κατοίκου ..., 3) Μ. Β. του Κ., κατοίκου ..., 4) Γ. Β. του Α., κατοίκου ..., 5) Α. Β. - Γ. του Α., κατοίκου ..., 6) Ε. χήρας Γ. Δ. το γένος Θ. Α., κατοίκου ... και 7) Μ. - Ε. Δ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σπυράκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "CACEIS Ireland Limided" πρώην "CASEIS Fastnet Ireland Limited" εδρεύουσας στην Ιρλανδία, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Κρικέτου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-06-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 895/2021 του ίδιου Δικαστηρίου, 5707/2022 του Εφετείου Αθηνών και 2490/2023 διορθωτική αυτής. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-06-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 30-6-2023 αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ'αριθ. 5707/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την από 7-5-2021 έφεση των εναγόντων/εκκαλούντων/αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθ. 895/2021 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η από 12-6-2018 αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναιρέσεως της πιο πάνω αποφάσεως, που δημοσιεύθηκε στις 10-11-2022 και δεν προκύπτει επίδοσή της, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 30-6-2023 μαζί με το νόμιμο παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη αδικοπραξίας και αντίστοιχη υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση του παθόντος (άρθρα 297 και 299 ΑΚ) απαιτούνται, εκτός από την επέλευση της ζημίας, οι εξής προϋποθέσεις:
α) η ζημία αυτή να έχει επέλθει από τον δράστη παράνομα, συγχρόνως δε και υπαίτια, δηλαδή από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή, στον χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η μεν προξενηθείσα από τον δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από τον νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή, του, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 359/2012, ΑΠ 831/2005).
Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενεργείας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφαλείας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους (ΑΠ 380/2008, ΑΠ 427/2008, ΑΠ 1454/2001 ΕλλΔνη 2002.1614).
Κατά την πιο πάνω έννοια, αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις οφείλει κατά την καλή πίστη να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία (κατά τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας) για την αποτροπή ζημιών, έστω και αν τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 1028/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ.
Θεμελιώνεται δε η συμμετοχική αδικοπρακτική συμπεριφορά κάποιου εξ αυτών στην απάτη, ως αστικό αδίκημα, ακόμη και αν η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους, εκδηλωθεί μετά την ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς του αυτουργού και την ζημιογόνο ενέργεια του παραπλανηθέντος προσώπου, εφόσον αποσκοπεί και συμβάλλει είτε στο να διατηρηθεί στον παραπλανηθέντα η εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών γεγονότων, είτε στο να επέλθει ή να οριστικοποιηθεί η ζημία του παθόντος, είτε στο να διατηρηθεί το εκ του αδικήματος όφελος των δραστών ή τρίτων (ΑΠ 1124/2015).
Προϋπόθεση της εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 926 ΑΚ είναι η συμπεριφορά κάθε προσώπου που συμμετέχει στην πρόκληση μιας ζημίας -και με αυτή την ευρεία έννοια "συμμετόχου" - να πληροί αυτοτελώς το πραγματικό ενός νόμιμου λόγου ευθύνης, συνήθως αδικοπραξία κατά 914 ΑΚ, μπορεί όμως να είναι και προβλεπόμενη στο νόμο περίπτωση αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση ή άλλης εκ του νόμου ευθύνης , αφού το ζήτημα που αντιμετωπίζει η ΑΚ 926 δεν είναι η θεμελίωση της ευθύνης, η οποία προκύπτει για τον κάθε συμμέτοχο με βάση την ΑΚ 914 ή άλλη διάταξη (ανάλογα με το νόμιμο λόγο ευθύνης), αλλά η πρόκληση της ζημίας από περισσότερα πρόσωπα και η θέση τους έναντι του ζημιωθέντος.
Με τη ρύθμιση αυτή απαλλάσσεται ο ζημιωθείς από τη δυσχερή απόδειξη του ποσοστού της αιτιώδους συμβολής του καθενός από τους συμμέτοχους στην πρόκληση της ζημίας και ευνοείται από την ίδρυση ευθύνης εις ολόκληρον. Η προϋπόθεση ισχύει, δηλαδή εφαρμόζεται η ΑΚ 926 εδ. 1 περ. α, όταν είναι βέβαιη η αιτιώδης συμβολή της συμπεριφοράς κάποιου στην πρόκληση της ζημίας, αλλά αμφισβητείται απλώς το ποσοστό αυτής της συμβολής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 147, 149, 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνον την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή στην έκταση που δικαιούται αποζημίωσης για κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 715/2011, ΑΠ 1399/2007, ΑΠ 1458/2001).
Στην πρώτη περίπτωση η αποζημίωση συνίσταται στο αρνητικό διαφέρον, δηλαδή ο απατηθείς, που επέλεξε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, δικαιούται παράλληλα και αποζημίωση για την κάλυψη κάθε ζημίας που θα είχε αποφευχθεί αν δεν είχε πιστέψει στην κατάρτιση έγκυρης σύμβασης. Αντίθετα αν ο απατηθείς επιλέξει να αποδεχθεί την ακυρώσιμη λόγω της απάτης δικαιοπραξία, η αποζημίωση που δικαιούται συνίσταται στο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπλήρωσης, με το οποίο καλύπτονται οι ζημίες που θα είχαν αποφευχθεί, αν τα κρίσιμα περιστατικά ήταν υπαρκτά και όχι ανύπαρκτα και η δικαιοπραξία εκπληρωνόταν όπως αυτός την είχε πιστέψει (ΑΠ 715/2011, ΑΠ 1960/2009, ΑΠ 373/2008, ΑΠ 776/2004).
Στην αστική απάτη, στο πλαίσιο της ΑΚ 147, η ύπαρξη ζημίας δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητη, αντίθετα με τα ισχύοντα στην ποινική απάτη, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται περιουσιακή βλάβη. Η αιτιακή αλυσίδα στο πλαίσιο της ΑΚ 147 ολοκληρώνεται στην δήλωση βούλησης του απατώμενου, ενώ η περαιτέρω αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και τυχόν ζημιών του τελευταίου δεν είναι νομικά κρίσιμη για την ακύρωση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 149/2024).
Απάτη δε, κατά την έννοια του άρθρ. 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 1535/2023, ΑΠ 715/2011, ΑΠ 491/2008, ΑΠ 325/2009, ΑΠ 282/2010).
ΙΙ. Ο ν.3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις" (καταργηθείς πλέον με τον ν. 4514/2018 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις"), ο οποίος είχε εισαγάγει και ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και εξακολουθεί να εφαρμόζεται επί πράξεων ή παραλείψεων τελεσθεισών μέχρι τη θέση σε ισχύ του Ν. 4514/2018 (άρθρο 98 § 1 αυτού ), προβλέπει, μεταξύ άλλων: (άρθρο 3) "1.
Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ, στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. 2. Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: (α) το άρθρο 2, (β) η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού, καθώς και τα άρθρα 6, 7, 12 έως 15 και 19, (γ) τα άρθρα 25 έως 30, (δ) οι παράγραφοι 1,6 και 7 του άρθρου 31, οι παράγραφοι 1,2,4 και 5 του άρθρου 32, τα άρθρα 34 και 49 έως 58, (ε) τα άρθρα 59 έως 62, 66 και 69 και (στ) το άρθρο 71".
Σύμφωνα με το άρθρο 4: " Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ' αυτών, (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης, (η) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης" (παρ.1), κατά δε την παράγραφο 2 αυτού:" Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται οι εξής: (α) Η φύλαξη και διοικητική διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανόμενης της παροχής υπηρεσιών θεματοφύλακα και παροχής συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων ή παρεχόμενων ασφαλειών. (β) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο, (γ) Η παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου τους, την κλαδική στρατηγική και συναφή θέματα, καθώς και παροχή συμβουλών και υπηρεσιών σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων, (δ) Η παροχή υπηρεσιών ξένου συναλλάγματος εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, (ε) Η έρευνα στον τομέα των επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση ή άλλες μορφές γενικών συστάσεων που σχετίζονται με συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, (στ) Η παροχή υπηρεσιών σχετιζόμενων με την αναδοχή, (ζ) Η παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σχετικά με τα υποκείμενα μέσα των παραγώγων που περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις ε` έως ζ και ι' του άρθρου 5, εφόσον σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών".
Περαιτέρω, στο άρθ. 29 υπό τον τίτλο "Συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι" ορίζονται τα εξής: "1. Οι ΑΕΠΕΥ μπορούν να ορίζουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως συνδεδεμένους αντιπροσώπους, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα.
Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι δεν επιτρέπεται να κατέχουν χρήματα ή χρηματοπιστωτικά μέσα για λογαριασμό πελατών. 2. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι ενεργούν για λογαριασμό μιας και μόνο ΑΕΠΕΥ υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη της. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι μπορούν να διαφημίζουν τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που δύναται να παρέχει η ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, να μεσολαβούν για την τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων και να παρέχουν συμβουλές σε πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα και υπηρεσίες που παρέχει η ΑΕΠΕΥ. 3.Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος γνωστοποιεί την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί και την ΑΕΠΕΥ την οποία αντιπροσωπεύει όποτε έρχεται σε επαφή με δυνητικό πελάτη ή προτού διαφημίσει ή παράσχει τις υπηρεσίες της παραγράφου 2 σε πελάτη. 4.
Οι ΑΕΠΕΥ που ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων των μη υποκείμενων στον παρόντα νόμο δραστηριοτήτων του συνδεδεμένου αντιπροσώπου στις δραστηριότητες που ασκεί αυτός για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ. 5. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα εγγράφονται από την ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που αντιπροσωπεύουν σε μητρώο συνδεδεμένων αντιπροσώπων που τηρείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος αντίστοιχα.
Το μητρώο ενημερώνεται τακτικά και η πρόσβαση του κοινού είναι ελεύθερη. Οι ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα που προτείνουν την εγγραφή συνδεδεμένου αντιπροσώπου στο μητρώο, βεβαιώνουν ότι αυτός διαθέτει καλή φήμη και κατάλληλες γενικές, εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις που τους επιτρέπουν να παρέχουν με ακρίβεια στον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προτεινόμενη υπηρεσία. 6.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή με Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται αντίστοιχα οι προϋποθέσεις για την εγγραφή των συνδεδεμένων αντιπροσώπων στο μητρώο, το οποίο τηρείται κατά περίπτωση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος αντίστοιχα, καθώς και οι τεχνικές λεπτομέρειες για την τήρηση και ενημέρωση του μητρώου και την πρόσβαση του επενδυτικού κοινού σε αυτό.
Με την ίδια απόφαση και πράξη ορίζονται οι οργανωτικές απαιτήσεις των ΑΕΠΕΥ και των πιστωτικών ιδρυμάτων αντίστοιχα, που χρησιμοποιούν συνδεδεμένους αντιπροσώπους, καθώς και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικά με τη λειτουργία των συνδεδεμένων αντιπροσώπων". Η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως στους κανόνες των άρθρων 298, 330, 914 ΑΚ.
Οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ανωτέρω μορφής ευθύνης αναλύονται ειδικότερα στην απαιτούμενη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχόμενων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και στην υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας που παρέχει τις υπηρεσίες παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ και 25 του ν. 3606 /2007.
Εξειδικευμένη μορφή παραβίασης των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκτιμήσεως των συμφερόντων του πελάτη, διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σ' αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα.
Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 του ν.2251/1994 , που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν.2251/1994 όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθετήσεως του κεφαλαίου του (ΑΠ 589/2001 ΕΕΝ 69.613).
Συγκεκριμένα από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1,2,3,4 του ν.2251/1994 , κατά τις οποίες: Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία περιουσιακή ή ηθική βλάβη που προκάλεσε υπαιτίως και παρανόμως κατά την παροχή των υπηρεσιών. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας.
Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητός της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης, που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος.
Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ , κατά την οποία "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", συνάγεται ότι προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η οποία μπορεί να είναι ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ανεξαρτήτως προϋφιστάμενης ενοχικής σχέσης μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος, είναι α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της απόδειξης της έλλειψής της, λαμβάνονται δε σχετικά υπόψη ως κριτήρια η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και ειδικότερα οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τις οποίες επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης του παρέχοντος τις υπηρεσίες και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δ) η ζημία και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (ΑΠ 589/2001 ό.π.).
Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το φερόμενο ως ζημιογόνο γεγονός, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν πρόσφορο να επιφέρει και πράγματι επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1134/2017, ΑΠ 394/2002 ΕλλΔνη 2003.419).
Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες κατά την προαναφερθείσα διάταξη εμπίπτουν, ως ήδη προελέχθη, και οι τράπεζες, οι οποίες συνεπώς υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης, και αδικοπραξία (ΑΠ 589/2001).
Εξάλλου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 25 ν. 3606/2007, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, (ως τέτοιας δε νοούμενης της παροχής προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του, είτε με πρωτοβουλία της ΑΕΠΕΥ σχετικά με μία ή με περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 εδ. ε` ν.3606/2007 και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, οι ΑΕΠΕΥ όπως και οι τράπεζες κατ' άρθρο 3 παρ. 2 ν.3606/2007 , οφείλουν να ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία και επαγγελματισμό, και να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους. Οι πληροφορίες που παρέχουν σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων και των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές.
Εξάλλου, πρέπει να τους παρέχουν κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.
Η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει μεταξύ άλλων στοιχείων και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται, με τις επενδύσεις. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία ταυ πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή τους (έλεγχος καταλληλόλητας).
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).
Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφασή του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν πόσο η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι' αυτόν.
Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Ως εκ των ανωτέρω και σύμφωνα με την αρχή της καταλληλόλητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως.
Με βάση, λοιπόν, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.
Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 1738/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Με την από 12-6-2018 αγωγή τους (όπως το περιεχόμενο αυτής διορθώθηκε παραδεκτά κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ ως προς τα ειδικότερα αναφερόμενα στοιχεία που διατυπώθηκαν εκ παραδρομής εσφαλμένα) οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη εναγόμενη αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "Private Client Portofolio Investment Management Ltd" ετύγχανε εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και διαχειρίστρια επενδύσεων, υπεύθυνη για την προώθηση και τη διάθεση διαφόρων επενδυτικών προϊόντων σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα και ότι η δεύτερη εναγόμενη "Private Client Portofolio Support Ltd", η οποία αποτελούσε θυγατρική της εταιρεία, αναλάμβανε την ανεύρεση συνεργατών για την προώθηση των προϊόντων αυτής (της πρώτης εναγόμενης), την εκπαίδευση αυτών και τη διαμόρφωση και έκδοση διαφημιστικών φυλλαδίων.
Ότι ένα από τα κεφάλαια που διαχειριζόταν και διέθετε η πρώτη εναγόμενη αποτελούσε και το κεφάλαιο με την ονομασία "Private Client Portfolio", το οποίο διέθετε δυο κατηγορίες υποκεφαλαίων, τα Global Management Funds και τα Specialist Funds, στα οποία (Specialist Funds) ανήκε μεταξύ άλλων και το κεφάλαιο "Aurora Defined Benefits Funds-USD Accelerated Class" (εφεξής "Aurora"), το οποίο αποτελούσε Οργανισμό Συλλογικών Επενδύσεων που λειτουργεί με τον ακόλουθο τρόπο:
ο επενδυτικός φορέας (δηλαδή η πρώτη εναγόμενη) συλλέγει από τους επενδυτές κοινά κεφάλαια και δημιουργεί μια περιουσία, η οποία επενδύεται και διαχειρίζεται συλλογικά, έχοντας ως σκοπό να συνδέσει την ανάπτυξη του κεφαλαίου με την επένδυση σε ένα χαρτοφυλάκιο ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής (Trated Life Policies) σε διαφορετικές χώρες.
Ότι η πρώτη εναγόμενη είχε συνάψει συμφωνίες με ασφαλιστικούς συμβούλους, τους οποίους αναζητούσε και εκπαίδευε για λογαριασμό της η δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου αυτοί, έναντι προμήθειας, να προωθούν τα επενδυτικά προϊόντα της πρώτης εναγόμενης στην ελληνική αγορά και να εξυπηρετούν τους πελάτες της κατά τη διάρκεια της κατοχής τους.
Ότι το "Aurora", καίτοι στα ενημερωτικά φυλλάδια που παρέδιδαν οι ως άνω σύμβουλοι στους επενδυτές τιτλοφορείτο ως "Αμοιβαίο Κεφάλαιο Καθορισμένης Απόδοσης" που επαγγελλόταν ετήσια κέρδη 7%-9%, στην πραγματικότητα ήταν ένα ιδιαίτερα σύνθετο επενδυτικό προϊόν, το οποίο ουδεμία σχέση είχε με ένα παραδοσιακό αμοιβαίο κεφάλαιο, καθώς δεν αποτελούσε ομάδα περιουσίας από κινητές αξίες αλλά επένδυε σε ασφαλιστήρια συμβόλαια η τιμή των οποίων δεν επηρεαζόταν από τις συνθήκες της χρηματαγοράς, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν. 3283/2004 και ν. 4099/2012 περί αμοιβαίων κεφαλαίων που στόχο είχαν το κέρδος που προερχόταν από την αγορά του δικαιώματος στις ασφαλιστικές καταβολές και το οποίο θα ενεργοποιούνταν με το θάνατο του ασφαλισμένου.
Ότι, επομένως, κριτήριο για τη λειτουργία του κεφαλαίου δεν ήταν η τιμή του χαρτοφυλακίου αλλά το προσδόκιμο της ζωής του ασφαλισμένου (αξία ωρίμανσης), που εκτιμάτο με βάση τα στατιστικά θνησιμότητας και την απόδειξη υγείας του (του ασφαλισμένου). Ότι η διευθέτηση των διοικητικών ζητημάτων και θεμάτων διαχείρισης της επένδυσης στα μερίδια του παραπάνω κεφαλαίου είχε ανατεθεί από την πρώτη εναγόμενη σε Διοικητικό Διαχειριστή, ήτοι στην εταιρεία με την επωνυμία "CACEIS (Cayman) Limited".
Ότι η τελευταία, με τη σειρά της, είχε αναθέσει τις ως άνω αρμοδιότητες της στο μέλος του Ομίλου της -ήδη τρίτη εναγόμενη- η οποία τυγχάνει πιστωτικός φορέας, παρέχουσα τραπεζικές και επενδυτικές υπηρεσίες και εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα της Ιρλανδίας και η οποία, έχουσα πλήρη πρόσβαση στο προφίλ και στα στοιχεία κάθε επενδυτή, είχε αναλάβει, μέσω αλληλογραφίας, την ενημέρωσή τους για την πορεία της επένδυσης, την είσπραξη των καταθέσεων στις οποίες προέβαιναν, την καταβολή και την πίστωση στους τραπεζικούς λογαριασμούς αυτών των σχετικών αποδόσεων, την τήρηση του μητρώου μεριδούχων, την είσπραξη και λογιστική καταχώρηση των συμμετοχών, την καταβολή και την καταχώρηση των εξαγορών στις καρτέλες των επενδυτών (λογιστική παρακολούθηση), κατά τρόπο που είχε πλήρη ενημέρωση για την πορεία της επένδυσης και του προϊόντος, καθώς και πλήρη πρόσβαση στο οικονομικό προφίλ και τα στοιχεία του κάθε επενδυτή.
Ότι μεταξύ των συμβούλων με τους οποίους η πρώτη εναγόμενη είχε συνάψει συμβάσεις συνεργασίας, με σκοπό την ανεύρεση επενδυτών στην ελληνική αγορά και την προώθηση του επενδυτικού προϊόντος "AURORA", ήταν ο Α. Μ. και η Ε. Γ., που δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά ως ασφαλιστικοί σύμβουλοι. Ότι οι ως άνω σύμβουλοι-προστηθέντες της πρώτης εναγόμενης προσέγγισαν με δική τους πρωτοβουλία τους ενάγοντες, οι οποίοι ήταν συντηρητικοί επενδυτές και δεν διέθεταν ιδιαίτερες γνώσεις στον τομέα των επενδύσεων και τους οποίους, στις κατ' ιδίαν συναντήσεις τους διαβεβαίωναν ότι το "Aurora" αφενός θα διασφάλιζε το κεφάλαιο τους και αφετέρου θα τούς απέφερε σταθερές αποδόσεις της τάξεως από 7% έως 9%, υπό τη προϋπόθεση της διατήρησης αυτού (του κεφαλαίου) στο εν λόγω προϊόν για τουλάχιστον επτά έτη, οπότε έκαστος εξ αυτών, εξ αρχής, θα λάμβανε επιπλέον, ως bonus, μια προσαύξηση του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης κατά 10%, που θα του αποδιδόταν, εφόσον διατηρούσε την επένδυση για το εν λόγω χρονικό διάστημα και ακόμα ότι θα μπορούσε να αξιώσει το κεφάλαιό του οποτεδήποτε, με τις αναφερόμενες μειωμένες αποδόσεις, χωρίς ωστόσο να τους παρέχουν οποιαδήποτε διευκρίνηση αναφορικά με τους κινδύνους που συνδέονταν με τη συγκεκριμένη επένδυση.
Ότι το 2012 ο Α. Μ., προσέγγισε τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος πεισθείς από τις ως άνω διαβεβαιώσεις του και τις πληροφορίες που έλαβε από το ενημερωτικό έγγραφο που τού παρέδωσε αυτός, για τη συμμετοχή του στο εν λόγω προϊόν α) την 03.04.2012 προέβη, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, σε κατάθεση ποσού 109.221,43 δολαρίων ΗΠΑ (ήτοι 82.028,86 ευρώ με ισοτιμία 1,3315) στον τραπεζικό λογαριασμό του κεφαλαίου "Aurora" που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη στην τράπεζα της Ιρλανδίας, παράλληλα δε απέστειλε προς τον Διοικητικό Διαχειριστή (τρίτη εναγόμενη) την από 05.04.2012 προδιατυπωμένη αίτηση της πρώτης εναγόμενης εταιρείας με τίτλο "AURORA PCP- Αίτηση για την απόκτηση μεριδίων" που του χορήγησε ο ως άνω ασφαλιστικός σύμβουλος, στην οποία ανέγραψε τα προσωπικά του στοιχεία καθώς και το ποσό του κεφαλαίου της κατάθεσής του.
Στη συνέχεια η πρώτη εναγόμενη, με σχετική επιστολή της, επιβεβαίωσε τη λήψη της κατάθεσης και τού απέστειλε ενημερωτικό έντυπο με τον αριθμό της συναλλαγής του, την ημερομηνία και την αξία αυτής, καθώς και έτερο ενημερωτικό έντυπο για τη χορήγηση του bonus 10% επί του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσής του, ήτοι για ποσό 10.922,14 δολάρια, το οποίο προστέθηκε στην επένδυσή του, β) την 26.04.2012 προέβη, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, σε κατάθεση ποσού 92.300 δολαρίων ΗΠΑ (ήτοι 69.844,87 ευρώ με ισοτιμία 1,3215) στον τραπεζικό λογαριασμό του κεφαλαίου "Aurora" που η πρώτη εναγόμενη τηρούσε στην τράπεζα της Ιρλανδίας, ακολούθως δε επαναλήφθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία, ήτοι η αποστολή αίτησης του επενδυτή στις 26.04.2012 προς τον Διοικητικό Διαχειριστή, η επιβεβαίωση της λήψης της κατάθεσης από την πρώτη εναγόμενη στις 03.05.2012 καθώς και η αποστολή από την τελευταία αφενός ενημερωτικού εντύπου με τον αριθμό συναλλαγής του, την ημερομηνία και την αξία αυτής και αφετέρου ενημερωτικού εντύπου για τη χορήγηση του bonus 10% επί του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσής του, ήτοι για ποσό 9.230,00 δολάρια, το οποίο προστέθηκε στην επένδυσή του, γ) την 20.03.2013 προέβη, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, σε κατάθεση ποσού 21.289,00 δολαρίων ΗΠΑ (ήτοι 16.600,23 ευρώ με ισοτιμία 1,2945) στον τραπεζικό λογαριασμό του κεφαλαίου "Aurora" που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη στην τράπεζα της Ιρλανδίας, ακολούθως δε επαναλήφθηκε η προαναφερόμενη διαδικασία με την αποστολή αίτησης του επενδυτή προς τον Διοικητικό Διαχειριστή και την επιβεβαίωση της λήψης της κατάθεσης από την πρώτη εναγόμενη στις 12.04.2013, την αποστολή από την τελευταία ενημερωτικού εντύπου με τον αριθμό συναλλαγής του, την ημερομηνία και την αξία αυτής, καθώς και ενημερωτικού εντύπου για τη χορήγηση του bonus 10% επί του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσής του, ήτοι για ποσό 2.148,91 δολάρια, το οποίο προστέθηκε στην επένδυσή του.
Ότι συνολικά ο πρώτος ενάγων κατέθεσε στο κεφάλαιο "AURORA" το χρηματικό ποσό των 168.473,96 ευρώ, μετά δε την αναστολή λειτουργίας του Αμοιβαίου Κεφαλαίου AURORA και τη θέση αυτού σε καθεστώς εκκαθάρισης, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες ημερομηνίες, επεστράφησαν σε αυτόν διάφορα χρηματικά ποσά, ανερχόμενα συνολικά σε 82.215,42 ευρώ, οπότε η απώλεια του κεφαλαίου του ανήλθε στο ποσό των 86.258,54 ευρώ.
Ότι το Δεκέμβριο του έτους 2010, η Γ., προσέγγισε την δεύτερη ενάγουσα, η οποία πεισθείσα από τις σχετικές διαβεβαιώσεις και τις πληροφορίες που έλαβε από το ενημερωτικό έγγραφο που τής παρέδωσε αυτή, για τη συμμετοχή της στο εν λόγω προϊόν προέβη τις αναλυτικά αναφερόμενες καταθέσεις , ακολουθώντας την ίδια διαδικασία όπως και με τον πρώτο ενάγοντα και συνολικά κατέθεσε στο κεφάλαιο "AURORA" το χρηματικό ποσό των 124.104,39 ευρώ, μετά δε την αναστολή λειτουργίας του Αμοιβαίου Κεφαλαίου AURORA και τη θέση αυτού σε καθεστώς εκκαθάρισης, της επεστράφησαν, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, διάφορα χρηματικά ποσά, ανερχόμενα συνολικά σε 63.669,42 ευρώ, οπότε η απώλεια του κεφαλαίου της, ανήλθε στο ποσό των 60.434,97 ευρώ.
Ότι το Μάιο του έτους 2011, η Γ., προσέγγισε την τρίτη ενάγουσα, κατέθεσε στο κεφάλαιο "AURORA" το χρηματικό ποσό των 52.044,95 ευρώ, μετά δε την αναστολή λειτουργίας του Αμοιβαίου Κεφαλαίου AURORA και τη θέση του σε καθεστώς εκκαθάρισης, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, επεστράφησαν σε αυτήν διάφορα χρηματικά ποσά, ανερχόμενα συνολικά σε 25.103,94 ευρώ, οπότε η απώλεια του κεφαλαίου της, ανήλθε στο ποσό των 25.941,01 ευρώ.
Ότι τον Ιούλιο του έτους 2007 ο Α. Μ., προσέγγισε την τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων, οι οποίες πεισθείσες από τις διαβεβαιώσεις του και τις πληροφορίες που έλαβαν από το ενημερωτικό έγγραφο που τούς παρέδωσε αυτός, για τη συμμετοχή τους στο εν λόγω προϊόν., κατέθεσαν με τις ίδιες διαδικασίες από κοινού στο κεφάλαιο "AURORA" το χρηματικό ποσό των 918.484,10 ευρώ, μετά δε την αναστολή λειτουργίας του Αμοιβαίου Κεφαλαίου AURORA και τη θέση του σε καθεστώς εκκαθάρισης, κατά τις ειδικότερες ημερομηνίες τούς επεστράφησαν διάφορα χρηματικά ποσά, ανερχόμενα συνολικά σε 521.544,72 ευρώ, οπότε η απώλεια του κεφαλαίου τους ανήλθε στο ποσό των 396.939,38 ευρώ.
Ότι περί τα μέσα Μάϊου 2010 η Ε. Γ., προσέγγισε την έκτη ενάγουσα, η οποία πεισθείσα από τις ως άνω διαβεβαιώσεις της και τις πληροφορίες που έλαβε από το ενημερωτικό έγγραφο που τής παρέδωσε αυτή, αποφάσισε, με την έβδομη ενάγουσα-θυγατέρα της, συνδικαιούχο στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, η οποία ενημερώθηκε για το επενδυτικό προϊόν αποκλειστικά και μόνο από την μητέρα της, τη συμμετοχή τους στο εν λόγω προϊόν οπότε αμφότερες κατέθεσαν από κοινού στο κεφάλαιο "AURORA" ,όπως αναλυτικά περιγράφεται στην αγωγή, το χρηματικό ποσό των 345.474,18 ευρώ, μετά δε την αναστολή λειτουργίας του Αμοιβαίου Κεφαλαίου AURORA και τη θέση του σε καθεστώς εκκαθάρισης, τούς επεστράφησαν, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, διάφορα χρηματικά ποσά, απερχόμενα συνολικά σε 174.080,74 ευρώ, οπότε η απώλεια του κεφαλαίου τους, ανήλθε στο ποσό των 171.393,44 ευρώ.
Ότι εντελώς αιφνιδιαστικά η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, με επιστολή που απέστειλε στους ενάγοντες στις 13.12.2013, τμήμα της οποίας παρατίθεται στην αγωγή, τους ενημέρωσε για την αναστολή λειτουργίας του προϊόντος και των αντίστοιχων ασφαλιστήριων συμβολαίων, ενώ άπαντες οι ενάγοντες έλαβαν την από 08.02.2017 επιστολή της εταιρείας του κεφαλαίου AURORA, ήτοι της εταιρείας "The Private Client Ροrtofolio"με την οποία τους γνωστοποιείτο ότι το κεφάλαιο τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση.
Ότι κατόπιν καταγγελιών που έτεροι Έλληνες επενδυτές τής απηύθυναν, προκειμένου να διερευνήσει τη νομιμότητα και την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας για τη διάθεση των μεριδίων του Αμοιβαίου Κεφαλαίου "AURORA" στην ελληνική αγορά, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατέληξε oτι για το συγκεκριμένο προϊόν που αποτελούσε κεφάλαιο Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων (ΟΣΕΚΑ), δεν είχε εκδοθεί η προβλεπόμενη στα άρθρα 36 παρ.2 του ν. 3283/2004 (για την περίοδο διάθεσης έως 19.12.2012) και στα άρθρα 92 παρ. 1 του ν. 4099/2012 (για την περίοδο διάθεσης 20.12.2012-31.12.2019) άδεια για την κυκλοφορία του, με σκοπό τη νόμιμη διάθεση μεριδίων Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων (ΟΣΕ) με έδρα τρίτο κράτος (εν προκειμένω τα Cayman lslands).
Oτι στο πλαίσιο της εποπτείας που ασκεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού προέβη στη συλλογή των απαιτούμενων έγγραφων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ενημέρωσε το επενδυτικό κοινό για την κατά παράβαση του νόμου κυκλοφορία και διάθεση του προϊόντος "AURORA" στην Ελλάδα, επισημαίνοντας την ακαταλληλότητά του για ιδιώτες και εν συνεχεία, λόγω της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 36 παρ.2 του ν. 3283/2004 και 92 παρ. 1 του ν. 4099/2012, αποφάσισε την επιβολή προστίμων στην πρώτη εναγόμενη, ύψους 100.000 ευρώ, σε καθένα από τους ασφαλιστικούς συμβούλους, Ε.
Γ. και Α. Μ., ύψους 40.000 ευρώ, σε καθένα από τους Π. Τ. και Π. Φ., ύψους 15.000 ευρώ και στην εταιρεία "ISIS Μεσίτες Ασφαλίσεων Α.Ε." ύψους 10.000 ευρώ. Ότι οι ενάγοντες δεν θα είχαν υποστεί οιαδήποτε ζημία στην περιουσία τους από την εν λόγω επένδυσή τους, αν η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων, οι οποίες γνώριζαν, άλλως όφειλαν να γνωρίζουν, τόσο σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις όσο και με βάση την αρχή της πρόνοιας και ασφάλειας των συναλλαγών που απορρέουν από την αρχή της καλής πίστης, τις νόμιμες προϋποθέσεις διάθεσης του προϊόντος στην Ελλάδα, απείχαν από την προώθηση και πώληση του, ως "Αμοιβαίου Κεφαλαίου", χαρακτηριζόμενου επενδυτικού προϊόντος "AURORA", το οποίο , κατά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, χρησιμοποιούσε περίπλοκες επενδυτικές στρατηγικές που εμπεριείχαν υπολογισμούς σχετικά με τη διάρκεια ζωής των ανθρώπων, οι υπολογισμοί και προβλέψεις των οποίων μπορεί να αποδειχθούν εσφαλμένοι με αποτέλεσμα οι αποδόσεις να είναι μικρότερες των προβλεπομένων .
Ότι θα είχε αποφευχθεί η ζημία στην περιουσία τους αν η τρίτη εναγόμενη η οποία, ως Διοικητικός Διαχειριστής των θεμάτων επένδυσης του εν λόγω προϊόντος αλλά και ένεκα της εμπειρίας της στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, γνώριζε ή έστω όφειλε να γνωρίζει, τις προϋποθέσεις για τη νόμιμη διάθεση και κυκλοφορία αυτού (του επενδυτικού προϊόντος) στην Ελλάδα, και εφόσον διαπίστωνε ότι δεν είχε χορηγηθεί η απαιτούμενη άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να απείχε από κάθε ενέργεια που απέβλεπε στη διάθεση και διαχείριση του προϊόντος προς ιδιώτες επενδυτές.
Ότι περαιτέρω η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων δεν τήρησαν τις προβλεπόμενες στο νόμο (άρθρο 25 του ν. 3606/2007 και 8 παρ.1 του ν. 2251/1994) υποχρεώσεις πληροφόρησης, διαφώτισης και συμβουλευτικής καθοδήγησης κατά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών τους προς τους ενάγοντες, ενώ παραβίασαν τις απορρέουσες από τις επιμέρους συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υποχρεώσεις τους, παρέχοντας προς τους πελάτες τους-ενάγοντες εσφαλμένες, ακατάλληλες και ελλιπείς πληροφορίες για την επένδυση.
Ότι ακόμα η πρώτη εναγόμενη για την προώθηση του επενδυτικού προϊόντος της, κατόπιν σύναψης σχετικών συμβάσεων που πρόβλεπαν την παροχή υπηρεσιών έναντι προμήθειας, υπολογιζόμενη κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτές, χρησιμοποίησε πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν ως ασφαλιστικοί σύμβουλοι, τα οποία δεν είχαν εκ του νόμου τη δυνατότητα να παρέχουν οποιαδήποτε επενδυτική υπηρεσία, καθώς η νομοθεσία (άρθρο 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του ν. 3606/2007) επιφυλάσσει τη δυνατότητα αυτή σε ειδικές προς τούτο συσταθείσες εταιρείες (ΕΠΕΥ και πιστωτικά ιδρύματα εφόσον ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες) και δεν διέθεταν "πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας τύπου Β" το οποίο να καλύπτει την παροχή επενδυτικών συμβουλών ούτε όμως και "πιστοποιητικό τύπου Α" που αφορά τη λήψη και διαβίβαση εντολών σε κινητές αξίες ή παράγωγα προϊόντα.
Ότι η πρώτη εναγόμενη δια των προστηθέντων ως άνω συμβούλων της, οι οποίοι ενεργούσαν υπό τις εντολές και οδηγίες της, καταστρατήγησε τις υποχρεώσεις ενημέρωσης, διαφώτισης και συμβουλευτικής καθοδήγησης, καθόσον αυτοί (ασφαλιστικοί σύμβουλοι), καίτοι αντιλήφθηκαν ότι ουδείς των εναγόντων διέθετε ειδικευμένες γνώσεις ώστε να δύναται να αντιληφθεί το είδος των συγκεκριμένων επενδύσεων, τα χαρακτηριστικά και το υψηλό τους ρίσκο, όχι μόνο δεν παρείχαν τη δέουσα πληροφόρηση αλλά επιπλέον δεν προέβησαν σε έλεγχο καταλληλόλητας της επένδυσης στο πρόσωπό τους, με βάση τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά ενός εκάστου.
Ότι το πληροφοριακό έντυπο που παραδόθηκε στους επενδυτές από τους προστηθέντες της πρώτης εναγόμενης όχι μόνο δεν διευκρίνιζε τη φύση του προϊόντος αλλά, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, δημιούργησε σε αυτούς παντελώς ανακριβείς και παραπλανητικές εντυπώσεις. Ότι ακόμα η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων, κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών τους προς τους ενάγοντες, μολονότι αντλούσαν οι ίδιες άμεσα οφέλη από την προώθηση του προϊόντος, η μεν πρώτη, ως παραγωγός και διαχειρίστρια του Αμοιβαίου Κεφαλαίου "AURORA" και ως αυτή που προωθούσε την πώλησή του στην Ελλάδα, η δε δεύτερη, ως θυγατρική εταιρεία αυτής, παρά τη σχετική εκ του νόμου (άρθρο 13 του ν. 3606/2007) υποχρέωση τους, αποσιώπησαν τη σύγκρουση συμφερόντων, ότι δηλαδή υπήρχε κίνδυνος η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους να υποβαθμιστεί χάριν εξυπηρέτησης δικών τους συμφερόντων.
Ότι η τρίτη εναγομένη αποτελεί έναν κορυφαίο τραπεζικό οργανισμό, μέλος του Ομίλου CACEIS, με τεράστια εμπειρία και εξειδίκευση στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και ως εκ τούτου γνώριζε, και πάντως όφειλε να γνωρίζει, από τη στιγμή που προσέφερε υπηρεσίες, ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, σε επενδυτές που βρίσκονταν στην Ελλάδα, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η διάθεση του επίδικου προϊόντος στην Ελλάδα.
Ότι αυτή όφειλε, προκειμένου να συνδράμει την πρώτη στην προώθηση του επίδικου προϊόντος, να διασφαλίσει ότι τηρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις που θέτει το κράτος- μέλος για τη νόμιμη διάθεση και κυκλοφορία του. Ως εκ τούτου, όφειλε και να απέχει από κάθε ενέργεια που απέβλεπε στην διάθεση και διαχείριση του προϊόντος προς ιδιώτες επενδυτές που βρίσκονταν στην Ελλάδα, εφόσον δεν είχε χορηγηθεί αντίστοιχη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που να επιτρέπει τη διαχείριση αυτή.
Ότι ως διοικητικός διαχειριστής των θεμάτων της επένδυσης, είχε καθοριστική συμβολή στην πραγματοποίηση, διεκπεραίωση και εκκαθάριση των επίδικων συναλλαγών και είχε αναλάβει, σε συνεργασία με την πρώτη και δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, την επικοινωνία με τους μεριδιούχους και την αλληλογραφία από την υποβολή της αίτησης συμμετοχής στο προϊόν, τη συνεχή ενημέρωση για την πορεία της επένδυσης, την είσπραξη των καταθέσεων και την καταβολή και πιστώσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς των μεριδιούχων.
Περαιτέρω, είχε αναλάβει και το διοικητικό - διαχειριστικό σκέλος του προϊόντος και συγκεκριμένα την τήρηση του μητρώου μεριδιούχων, την είσπραξη και λογιστική καταχώρηση των συμμετοχών, την καταβολή και την καταχώρηση των εξαγορών στις καρτέλες των επενδυτών του κεφαλαίου Aurora (λογιστική παρακολούθηση), κατά τρόπο που είχε πλήρη ενημέρωση για την πορεία της επένδυσης και του προϊόντος καθώς και πλήρη πρόσβαση στο προφίλ και στα στοιχεία κάθε επενδυτή.
Ότι οι αιτήσεις που απηύθυναν οι ενάγοντες για την αγορά του επίδικου προϊόντος απευθύνονταν, καθ' υπόδειξη των διαμεσολαβούντων, στην τρίτη εναγόμενη, ως εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, η οποία τρίτη εναγόμενη, αφού καταχωρούσε τις αιτήσεις στο λογιστικό της σύστημα, τις απέστελλε στην πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να αποκτηθούν τα αντίστοιχα από τον κάθε επενδυτή μερίδια, με βάση τη συμμετοχή τους στο προϊόν.
Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η τρίτη εναγόμενη δεν περιοριζόταν στην διεκπεραίωση μίας τραπεζικής συναλλαγής, αλλά παρείχε υπηρεσίες επενδυτικού χαρακτήρα προς αυτούς στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας να εκπληρώνει ένα σημαντικό μέρος της ολοκλήρωσης της διάθεσης του επίδικου προϊόντος, για τον οποίο δεν υπήρχε σχετική άδεια από την αρμόδια Αρχή, στους έλληνες επενδυτές.
Ότι η τρίτη εναγόμενη, ως φορέας που δραστηριοποιείται στην παροχή τραπεζικών και επενδυτικών υπηρεσιών, με έδρα σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γνώριζε άριστα τη φύση, τα χαρακτηριστικά , τη λειτουργία και τον τρόπο απόδοσης του επενδυτικού προϊόντος AURORA , τον εν γένει σύνθετο χαρακτήρα του και τις απαιτήσεις που θα έπρεπε να τηρούνται για τη νόμιμη διάθεσή του.
Ότι όφειλε να απέχει από κάθε ενέργεια που απέβλεπε στη διάθεση και διαχείριση του προϊόντος προς ιδιώτες επενδυτές που βρίσκονταν στην Ελλάδα, εφόσον δεν είχε χορηγηθεί σχετική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που να επιτρέπει τη διαχείριση αυτή. Ότι δέχθηκε να αναλάβει την επεξεργασία και προώθηση των αιτήσεων των επενδυτών από την Ελλάδα για το επίδικο προϊόν, με συνέπεια με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, να προκαλέσει σ'αυτούς αιτιωδώς τη ζημία που υπέστησαν από την αγορά του επενδυτικού προϊόντος AURORA και συνεπώς ευθύνεται εις ολόκληρον με τις δύο πρώτες εναγόμενες για την αποκατάστασή της.
Ότι πλην της αναφερόμενης ήδη ζημίας τους, οι ενάγοντες υπέστησαν και αποθετική ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια των τόκων που θα εισέπρατταν από τις αντίστοιχες εξάμηνες προθεσμιακές καταθέσεις των ποσών που κατέβαλαν για την αγορά του επενδυτικού προϊόντος "AURORA" δοθέντος ότι μετά βεβαιότητας και πάντως κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παραπάνω παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων θα τοποθετούσαν και θα διατηρούσαν τα εν λόγω κεφάλαιά τους σε προθεσμιακές καταθέσεις.
Ότι σύμφωνα με τους πίνακες επιτοκίων προθεσμιακών καταθέσεων που έχουν ληφθεί από τις αντίστοιχες καταστάσεις που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος, για τα επίδικα ανά περίπτωση χρονικά διαστήματα, η ζημία που έχουν υποστεί οι ενάγοντες ανέρχεται, για τον πρώτο εξ αυτών, στο ποσό των 14.845,52 ευρώ, για την δεύτερη εξ αυτών, στο ποσό των 11.910,04 ευρώ, για την τρίτη εξ αυτών, στο ποσό των 4.557,61 ευρώ, για την τέταρτη και πέμπτη εξ αυτών, στο ποσό των 174.032,04 ευρώ συνολικά και για την έκτη και έβδομη εξ αυτών, στο ποσό των 51.994,62 ευρώ συνολικά.
Ότι αν οι εναγόμενες τους είχαν ενημερώσει σχετικά με τη φύση, τα χαρακτηριστικά, τους κινδύνους και τη λειτουργία του επενδυτικού προϊόντος "AURORA", ο ενάγοντες δεν θα είχαν τοποθετήσει τα κεφάλαιά τους στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν. Ότι ένεκα της κατά τα άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων που είχε ως συνέπεια την εξαιρετικά μεγάλη βλάβη της περιουσίας τους, ο ενάγοντες δοκίμασαν λύπη, αγανάκτηση και στεναχώρια.
Με βάση αυτό το ιστορικό, άλλως και όλως επικουρικώς ισχυριζόμενοι ότι η σύμβαση αγοράς μεριδίων του προϊόντος "Αμοιβαίο Κεφάλαιο Καθορισμένης Απόδοσης AURORA" που έκαστος εξ αυτών συνήψε με την πρώτη εναγόμενη τυγχάνει άκυρη, λόγω αντίθεσής της στο νόμο (άρθρο 174 ΑΚ), καθώς η τελευταία προέβη στη διάθεσή του στην Ελλάδα, χωρίς προηγουμένως να έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία με βάση τα άρθρα 36 του ν. 3283/2004 και 92 του ν. 4009/2012, ήτοι χωρίς να έχει λάβει την προβλεπόμενη Άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε κάθε δε περίπτωση διότι αυτή (σύμβαση αγοράς των μεριδίων (επενδυτικού προϊόντος AURORA) αφορούσε σε απαγορευμένη παροχή για το λόγο ότι δεν είχαν τηρηθεί οι απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις (έγκριση και χορήγηση άδειας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς) για τη διάθεση και κυκλοφορία του στην ελληνική αγορά, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον, με την ταυτόχρονη μεταβίβαση εκ μέρους τους (των εναγόντων) προς αυτές (ως εναγόμενες) των απαιτήσεων που διατηρεί έκαστος τούτων από τη συμμετοχή του στο προϊόν AURORA τα στην αγωγή ειδικότερα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Επι της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ'αριθ. 1786/2020 μη οριστική απόφαση ερήμην των δύο πρώτων εναγομένων και αντιμωλία της τρίτης, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση κατ'άρθ. 105 ΚΠολΔ προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελλείψεις που αφορούσαν την δικαστική πληρεξουσιότητα της τρίτης εναγομένης /ήδη αναιρεσίβλητης.
Με την από 9-6-2020 κλήση της προς τους ενάγοντες, η τρίτη εναγομένη επέσπευσε τη συζήτηση της αγωγής μόνο ως προς αυτήν και τους ενάγοντες και όχι ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, χωρίς να κριθεί αναγκαία η ενιαία διεξαγωγή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την υπ'αριθ. 895/2021 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά της τρίτης εναγομένης ως νόμω αβάσιμη.
Ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 5707/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεσή τους με το ίδιο σκεπτικό με αυτό της πρωτόδικης απόφασης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "...με το αγωγικό δικόγραφο αποδίδεται η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά μόνο στις δύο πρώτες εναγόμενες, ως προς τις οποίες η αγωγή δεν εισήχθη προς συζήτηση.
Αντίθετα, η αποδιδόμενη στην τρίτη εναγόμενη - εφεσίβλητη συμπεριφορά δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως αδικοπρακτική. Τούτο, διότι ο ρόλος και οι αρμοδιότητες της ως άνω εναγομένης, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, συνίσταντο στην, μέσω αλληλογραφίας, ενημέρωση των επενδυτών για την πορεία της επένδυσης, στην είσπραξη των καταθέσεων και στην καταβολή και πίστωση των σχετικών αποδόσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς των μεριδούχων, στην τήρηση του μητρώου μεριδούχων, στην είσπραξη και λογιστική καταχώρηση των συμμετοχών, καθώς και στην καταβολή και καταχώρηση των εξαγορών στις καρτέλες των επενδυτών του κεφαλαίου .......... (λογιστική παρακολούθηση).
Δηλαδή, η τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, ως διοικητικός διαχειριστής, ήταν επιφορτισμένη, όπως σαφώς συνάγεται από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, με την απλή διεκπεραίωση των συναλλαγών στο πλαίσιο ήδη καταρτισθεισών συμβάσεων μεταξύ των εκκαλούντων και της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, οι ως άνω δε ενέργειές της ανάγονταν σε χρόνο μεταγενέστερο των ενεργειών των διαμεσολαβούντων προσώπων - συμβούλων - προστηθέντων της πρώτης εναγόμενης εταιρείας κι ενώ οι ενάγοντες, έχοντας πεισθεί από τους τελευταίους ότι η αγορά του επίδικου επενδυτικού προϊόντος ήταν συμφέρουσα, είχαν ήδη καταθέσει στον λογαριασμό που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη το ποσό της επένδυσης.
Συνεπώς, η τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ουδεμία ανάμειξη είχε στη διάθεση και προώθηση του, ως αμοιβαίου κεφαλαίου, χαρακτηριζόμενου επενδυτικού προϊόντος ...ούτε παρείχε οποιοσδήποτε φύσεως επενδυτικές συμβουλές ή υπηρεσίες προς τους ενάγοντες. Κατ` ακολουθίαν τούτων, δεν μπορεί να της καταλογιστεί παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τους ενάγοντες.
Ούτε, εξάλλου, μπορεί να αποδοθεί σ` αυτήν (τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη) τέτοια συμπεριφορά (αδικοπρακτική) λόγω της επικαλούμενης παράλειψής της να ελέγξει, αν είχε χορηγηθεί στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία η κατά νόμο απαιτούμενη άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη διάθεση του επίδικου επενδυτικού προϊόντος στους ενάγοντες.
Και τούτο, διότι, όπως εκτέθηκε στην ηγουμένη μείζονα σκέψη, ευθύνη από παράλειψη δημιουργείται, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, τούτο δε συμβαίνει, όταν ιδίως ο ζημιώσας με προηγουμένη πράξη του δημιούργησε κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα αποτροπής του κινδύνου, προϋπόθεση, ωστόσο, που δεν συντρέχει στην ερευνώμενη περίπτωση, αφού, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η επικίνδυνη κατάσταση (ήτοι η διάθεση του επενδυτικού προϊόντος στους ενάγοντες επενδυτές, χωρίς προηγουμένως να έχει χορηγηθεί η κατά νόμο απαιτούμενη άδεια για την κυκλοφορία του στην Ελλάδα) δεν δημιουργήθηκε από την τρίτη των εναγομένων, αλλά από τις λοιπές εξ αυτών (δηλαδή την πρώτη και την δεύτερη των εναγομένων) και τους προστηθέντες τους.
Επομένως, η αγωγή παρίσταται μη νόμιμη και απορριπτέα και κατά το ως άνω σκέλος της κατά το οποίο η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εφεσίβλητης επιχειρείται να θεμελιωθεί στην προεκτεθείσα παράλειψή της...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτό ότι η αγωγή, καθό μέρος στρέφεται κατά της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης είναι νόμω αβάσιμη με το προδιαληφθέν σκεπτικό, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 298, 914,926, 281 και 288 ΑΚ σε συνδ. με αυτές των άρθ. 8 ν.2251/1994 και 3 επ. ν.3606/2007, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού στην ιστορική της βάση αναπτύσσεται η συμμετοχική δράση, με την μορφή της απλής συνέργειας της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, στις απατηλές ενέργειες των δύο πρώτων εναγομένων εταιριών και των υπ'αυτών προστηθέντων υπαλλήλων, συνισταμένη στο ότι, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει αυτή (αναιρεσίβλητη) ότι αυτές δεν είχαν άδεια προωθήσεως του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος, το οποίο, ήταν ιδιαίτερης επικινδυνότητος για τέτοιου επενδυτικού προφίλ επενδυτές, εν τούτοις , σε συνεργασία μαζί τους, ως διοικητικός διαχειριστής, ήταν επιφορτισμένη, με την επικοινωνία με τους μεριδιούχους και την αλληλογραφία από την υποβολή της αίτησης συμμετοχής στο προϊόν, τη συνεχή ενημέρωση για την πορεία της επένδυσης, την είσπραξη των καταθέσεων και την καταβολή και πιστώσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς των μεριδιούχων.
Ότι, συγκεκριμένα, οι αιτήσεις που απηύθυναν οι ενάγοντες για την αγορά του επίδικου προϊόντος απευθύνονταν, καθ' υπόδειξη των διαμεσολαβούντων, στην τρίτη εναγόμενη, ως εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, η οποία τρίτη εναγόμενη, αφού καταχωρούσε τις αιτήσεις στο λογιστικό της σύστημα, τις απέστελλε στην πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να αποκτηθούν τα αντίστοιχα από τον κάθε επενδυτή μερίδια, με βάση τη συμμετοχή τους στο προϊόν.
Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η τρίτη εναγόμενη δεν περιοριζόταν στην διεκπεραίωση μίας τραπεζικής συναλλαγής, αλλά παρείχε υπηρεσίες επενδυτικού χαρακτήρα προς αυτούς στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας να εκπληρώνει ένα σημαντικό μέρος της ολοκλήρωσης της διάθεσης του επίδικου προϊόντος, για τον οποίο δεν υπήρχε σχετική άδεια από την αρμόδια Αρχή, στους Έλληνες επενδυτές.
Επομένως, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η συμμετοχική της δράση δεν περιοριζόταν στο μετά την κατάρτιση των συμβάσεων χρονικό διάστημα, αλλά προηγείτο κατά το μεγαλύτερο μέρος της αυτού, αποσκοπούσε δε και συνέβαλε είτε στο να δημιουργηθεί είτε στο διατηρηθεί στους παραπλανηθέντες επενδυτές η εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών γεγονότων, είτε στο να επέλθει ή να οριστικοποιηθεί η ζημία τους από την αγορά του προϊόντος, είτε στο να διατηρηθεί το εκ του αδικήματος όφελος των δραστών ή τρίτων.
Υπ'αυτά τα πραγματικά περιστατικά, αρκούσε να θεμελιωθεί κατά νόμο η αδικοπρακτική της ευθύνη και η παραβίαση των ως άνω ειδικών νόμων και, συντρέχοντος και του αιτιώδους συνδέσμου, δεδομένου ότι η αδικοπρακτική της συμπεριφορά, σε συνδυασμό με εκείνη των άλλων συνεναγομένων της, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, ήταν ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει και την όντως προξενηθείσα στους ενάγοντες/αναιρεσείοντες ζημία, στην οποία περιλαμβάνεται ως αποθετική ζημία λόγω διαφυγόντος κέρδους (θετικό διαφέρον) και η απώλεια των τόκων που θα εισέπρατταν αυτοί, πιστεύοντας στην εγκυρότητα της σύμβασης, από τις αντίστοιχες εξάμηνες προθεσμιακές καταθέσεις των ποσών που κατέβαλαν για την αγορά του επενδυτικού προϊόντος "AURORA" με το σκεπτικό ότι μετά βεβαιότητας και πάντως κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παραπάνω παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων, θα τοποθετούσαν και θα διατηρούσαν τα εν λόγω κεφάλαιά τους σε προθεσμιακές καταθέσεις, η οποία αποζημιώνεται με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ήτοι το εδώ αποκαθιστάμενο διαφέρον εκπληρώσεως της συμβάσεως, που αποζημιώνεται επί δευτερογενούς ενοχής προς αποζημίωση και περιλαμβάνει ό,τι θα είχαν οι ζημιωθέντες αν δεν είχε μεσολαβήσει η ζημιογόνος συμπεριφορά των εναγόμενων δηλ.
εν προκειμένω το επενδυθέν κεφάλαιο και τους τόκους που θα εισέπρατταν από την επένδυση του κεφαλαίου, η οποία ήταν αποτέλεσμα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους από του δικάσαντες δικαστές, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στους αναιρεσείοντες και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας της κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 5707/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές από τους δικάσαντες.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ