Legislator Case Law & Legislation
1290/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision on co-ownership dispute due to insufficient grounds.

Case Number 1290/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by co-owners against the appeal court's rejection of their lawsuit regarding property access and usage rights. The appellants argued that the lower court violated substantive law by improperly evaluating evidence and rejecting their claim of abuse of rights. However, the court found the appeal inadmissible because the grounds cited did not specify the factual errors or legal misinterpretations necessary for a substantive review under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 559(1a), 559(19) of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the grounds fail to specify the factual errors or legal misinterpretations constituting the violation of substantive law, thereby preventing the court from conducting a substantive review of the evidence evaluation.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Substantive Review Evidence Evaluation Co-ownership Dispute Abuse of Rights Legal Misinterpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Civil Procedure Code
Article 559(1) of the Civil Procedure Code
Article 559(1a) of the Civil Procedure Code
Article 559(19) of the Civil Procedure Code
Article 281 of the Civil Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1290/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Κ. του Σ., χήρας Δ. Ν., 2) Σ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργιάδη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Γ., 2) Ε. Τ. του Θ., συζύγου Α. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Λιόλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/ΜΙ-ΚΟ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2067/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14-10-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 2067/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση των εναγομένων - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της αριθμ. 38/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσία, την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν, λόγω της προσβολής του δικαιώματος (συγ)κυριότητας, (συν)νομής και (συγ)κατοχής τους, κατά ποσοστό 21,50% εξ αδιαιρέτου, επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της περιγραφόμενης οικοδομής να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης:

α) να παραλείπουν να εμποδίζουν την πρόσβασή τους στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, καθαιρώντας τον τοίχο με τον οποίο έκλεισαν την είσοδο και έξοδο του διαδρόμου προς τον χώρο αυτό και να τον απελευθερώσουν σε όλο το μήκος του, β) να παραλείπουν να καλλιεργούν τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής μόνο για λογαριασμό τους και να άρουν τις κατασκευές που έχουν τοποθετήσει σ'αυτόν άλλως να επιτραπεί σ' αυτούς να το πράξουν με έξοδα των εναγομένων και γ) να προκαταβάλουν τη δαπάνη για την άρση των κατασκευών αυτών, ποσού 5.000,00 ευρώ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το τελευταίο αίτημα.

Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τις εναγόμενες- εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το πιο πάνω άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, Α.Π 53/2023, Α.Π 46/2020, Α.Π1597/2018).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (Α.Π 301/2019, ΑΠ 58/2015). Επίσης, με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφ' όσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθ' όσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Α.Π 848/2019, ΑΠ 319/2017).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για την πλημμέλεια από το εδάφιο 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την επίκληση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 29, 8παρ. 2 και 22 παρ.2 του ν. 1577/1985 (...) και 13 του Ν. 3741/1929 και έκρινε νόμιμη την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη.

Προς θεμελίωση του λόγου αυτού επικαλούνται κατά πιστή αντιγραφή από την υπό κρίση αίτηση "διότι από τις προσκομισθείσες αποδείξεις ήτοι έγγραφα και μάρτυρες και εν γένει τα διαδικαστικά έγγραφα και στοιχεία που νόμιμα προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε στην κατ'έφεση δίκη προέκυψε ότι το αίτημα των αντιδίκων, για προσπέλαση προς τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, μέσω του επιδίκου τμήματος των 9,45 τ.μ του ισογείου είναι μη νόμιμο" και διότι οι αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι ο χώρος των 9,54 τ.μ, αποτελεί μέρος της ατομικής τους περιουσίας στη συσταθείσα οριζόντια ιδιοκτησία και είναι αδύνατη και ανεπίτρεπτη η προσπέλαση μέσω του χώρου αυτού, προς τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, ενώ δεν προέκυψε ότι έγινε νόμιμη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ως άνω προσπέλαση και τέλος, ότι αποχαρακτηρίστηκε ο ακάλυπτος χώρος και αυτός πλέον προσμετράται στην κάλυψη και δεν είναι προσπελάσιμος.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος δεδομένου ότι δεν πλήττεται η νομική επάρκεια της αγωγής, δηλαδή ότι το Δικαστήριο αρκέστηκε για την κρίση του περί νομιμότητας της σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που οι προαναφερόμενες, ως παραβιασθείσες, διατάξεις απαιτούν, με βάση το περιεχόμενο αυτής, αλλά πλήττεται απαραδέκτως, η μη υποκείμενη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ), αφού όσα διαλαμβάνονται στους λόγους αυτούς συνιστούν τα εκ μέρους των αναιραισειουσών συμπεράσματα τα οποία συνήγαγαν οι ίδιες από την εκτίμηση κατά την κρίση τους των αποδείξεων.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά τα λοιπά σκέλη του, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α και 19 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 1577/1985 (...) και 13 του Ν. 3741/1929, αναφορικά με την αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο ακάλυπτος χώρος της περιγραφόμενης οικοδομής είναι κοινόχρηστος χώρος και την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειουσών, ότι ο χώρος αυτός έχει απωλέσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο περιέχονται αποσπασματικές κατά την κρίση των αναιρεσειόντων και όχι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειουσών ως αβάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκτίθεται τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ενώ δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, όσο αφορά την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, και όσο αφορά την πλημμέλεια από το αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και ποια τα αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α και 19 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 Α.Κ., διότι εσφαλμένα το Δικαστήριο απέρριψε την ένστασή τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώ έπρεπε να την κάνει δεκτή.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος διότι υπό το πρόσχημα των, κατά τα ως άνω, επικαλούμενων παραβάσεων, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας , αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό συνιστούν την, κατά την εκδοχή των αναιρεσειουσών, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτών εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ'αυτούς αποδεικτικού πορίσματος περί της αποδοχής της πιο πάνω ενστάσεώς τους.

Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 14-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2067/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Τέλος, στις αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείβλητων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-10-2019 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2067/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εις βάρος των αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ