Legislator Case Law & Legislation
1290/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for lack of prior objection at lower courts.

Case Number 1290/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment regarding a forced execution against a sublessee. The appellant argued the objection was inadmissible due to a lack of legal interest after the sublease contract expired, but this argument was never raised before the first or appellate courts. The court ruled that since the objection was not presented earlier, it is now inadmissible as a procedural violation, regardless of the substantive merit of the legal interest claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An objection to execution based on lack of legal interest must be raised at the first instance or appellate court, and failure to do so renders it inadmissible at the Supreme Court.

Keywords

AI generated
inadmissible objection lack of legal interest sublessee execution procedural waiver forced execution sublease contract Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq. and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 940, number 3 of the Code of Obligations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1290/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Ε., κατοίκου Ανατολής Ιωαννίνων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. - Β. (V. - V.) Χ. (C.) του Ν., 2) Μ. - Ν. (M. - N.) Ν. - Μ. (N. - M.) Χ. (C.) του Ν., κατοίκων Στοκχόλμης Σουηδίας, ως υπεισελθουσών λόγω κληρονομικής διαδοχής, εκ διαθήκης, στη θέση του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Νικολάου Χατζάκου του Βασιλείου, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαμπράκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Κοινοποίηση: ... Α.Β.Ε.Ε.Π." που εδρεύει στην Νέα Ερυθραία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/200 ανακοπή του ήδη αποβιώσαντος Νικολάου Χατζάκου του Βασιλείου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/4/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17-4-2018 κλήση του αναιρεσείοντος, φέρεται προς συζήτηση η από 24-4-2017 αίτησή του, για την αναίρεση της 111/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της, κατά την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο της 16-4-2018. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ.

και 313 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστο-ποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, ενώ η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή της δίκης.

Στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνονται κατ' αυτού, είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται από μόνοι τους κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 740/2016, ΑΠ 642/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο αρχικός διάδικος - ανακόπτων - αναιρεσίβλητος, Ν. Χ. του Β., αποβίωσε στις 10-4-2017 και με τη με αριθμό 3640/12-7-2017 δημόσια διαθήκη του, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Κ., εγκατέστησε ως κληρονόμους του, σε ολόκληρη την περιουσία του, τις θυγατέρες του, Β. - Β.

Χ. και Μ. - Ν. Χ., οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία με την 12205/2018 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ίδιας όπως παραπάνω Συμβολαιογράφου. Ο θάνατος του αναιρεσίβλητου, στις 10-4-2017, έλαβε χώρα πριν από την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης (στις 25-4-2017). Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση αυτής, γνώριζε το θάνατο του αντιδίκου του.

Ήδη, ο τελευταίος, επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την 17-4-2018 κλήση του, την οποία απευθύνει κατά των άνω κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, καλώντας αυτές να παραστούν κατά την ορισθείσα με την κλήση αρχική δικάσιμο της 18-9-2019, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 9-3-2020 και ακολούθως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά την τελευταία δε δικάσιμο, οι ως άνω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου - αναιρεσίβλητου παραστάθηκαν και πρόβαλαν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και μπορεί να προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση της αναίρεσης με τις προαναφερθείσες κληρονόμους του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες συνεχίζουν τη δίκη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της σκέψης αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. β ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων των διαδίκων, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι όταν, πλην άλλων, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, ενώ με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 76, ορίζεται ότι η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου παρόλο που αδράνησαν και ως εκ τούτου αυτοί πρέπει να καλούνται, κατά το άρθρο 110 ΚΠολΔ, στη συζήτηση της αναίρεσης. Διαφορετικά, σε περίπτωση μη κλήτευσης ή μη αυτόκλητης εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 εδ.

α του άρθρου 576 ΚΠολΔ (ΑΠ 197/2020, ΑΠ 223/2018, ΑΠ 1697/2017). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 553, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 855/2015).

Οι προθεσμίες δε της ανακοπής ερημοδικίας και της αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Κατά το άρθρο, όμως, 937 παρ. 1 περ. 2 ΚΠολΔ, στις δίκες περί την εκτέλεση δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας για οποιοδήποτε γενικώς λόγο, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Συνακόλουθα τούτων, στις δίκες περί την εκτέλεση, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του Εφετείου, ως μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι τελεσίδικες για όλους τους διαδίκους και παραδεκτά έκτοτε προσβάλλονται με αναίρεση (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 686/2018, ΑΠ 770/2009, 1102/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο αρχικός διάδικος - αναιρεσίβλητος, ήδη αποβιώσας, Ν. Χ., με την από 18-5-2010 ανακοπή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, κατά των, α) Β. Κ., ήδη αναιρεσείοντος και β) Ανώνυμης Βιοτεχνικής και Εμπορικής Εταιρίας Πετρελαίων με την επωνυμία, ... ΑΒΕΕΠ, επικαλούμενος ότι, ο πρώτος των καθών (αναιρεσείων) εκμίσθωσε στη δεύτερη των καθών το περιγραφόμενο κατάστημα - πρατήριο υγρών καυσίμων, η οποία, ακολούθως, όπως είχε δικαίωμα από ρητή πρόβλεψη της μισθωτικής σύμβασης παραχώρησε τη χρήση αυτού στον ίδιο (ανακόπτοντα), δυνάμει σύμβασης υπομίσθωσης, ότι επί αγωγής του πρώτου των καθών κατά της δεύτερης, εκδόθηκε η με αριθμό 210/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία υποχρεώθηκε η μισθώτρια και κάθε τρίτος που έλκει τα δικαιώματά του από αυτή να αποδόσει στον εκμισθωτή τη χρήση του μισθίου ακινήτου, και ότι ακολούθως, δυνάμει εκτελεστού απογράφου της πιο πάνω απόφασης, αποβλήθηκε ο ίδιος από το μίσθιο πρατήριο, με την 304/6-5-2010 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού Επιμελητή 'Αρτας, Δ.

Π., ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη και ανίσχυρη η ως άνω, με αριθμό 304/6-5-2010 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης, λόγω αντίθεσής της, στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 188/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία το τελευταίο δικαστήριο δικάζοντας ερήμην της δεύτερης των καθών, ...

ΑΒΕΕΠ και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και κήρυξε άκυρη και ανίσχυρη τη με αριθμό 304/6-5-2010 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού Επιμελητή 'Αρτας Δ. Π., που συντάχθηκε για την εκτέλεση, που έλαβε χώρα σε βάρος του. Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 3-9-2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 357/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση λόγω της μη κλήτευσης στη δίκη, της δεύτερης των καθών η ανακοπή, ...

ΑΒΕΕΠ, αναγκαίας ομοδίκου του πρώτου (αναιρεσείοντος), ενώ στη συνέχεια το άνω δικαστήριο, στο οποίο επανήλθε η έφεση προς συζήτηση με κλήση του εκκαλούντος, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης, με αριθμό 111/2016 απόφασή του, με την οποία δικάζοντας χωρίς την παρουσία της ... ΑΒΕΕΠ, που είχε κληθεί στη δίκη με επιμέλεια του εκκαλούντος και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε την έφεση τυπικά και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν.

Επομένως, παραδεκτά ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης, από τον αναιρεσείοντα, αναγκαίο ομόδικο της ερημοδικασθείσας ως άνω εταιρίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής κατά της έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης από το άνω μίσθιο ακίνητο, δηλαδή σε δίκη σχετικά με την εκτέλεση, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έτσι είναι τελεσίδικη.

Περαιτέρω, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, είναι παραδεκτή, καθώς κλήθηκε και η αναγκαία ομόδικος του αναιρεσείοντος, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε στον πρώτο, ούτε στο δεύτερο βαθμό και δεν άσκησε έφεση, ούτε και αναίρεση. Ειδικότερα, η ένδικη αίτηση για την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, φέρεται προς συζήτηση με την προαναφερθείσα από 17-4-2018 κλήση του αναιρεσείοντος, με την οποία, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της αίτησης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16-4-2018, ορίστηκε δικάσιμος αυτής η 18-3-2019, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 9-3-2020, οπότε και πάλι αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο (20-9-2021).

Κατά την τελευταία δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ανώνυμη εταιρία με την "... ΑΒΕΕΠ", αναγκαία ομόδικος του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, επικαλείται και προσκομίζει τις με αριθμούς 5446Δ, 5444Δ και 5445Δ/4-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ακριβή αντίγραφα της ως άνω αίτησης αναίρεσης, της από 17-4-2018 κλήσης για την, μετά τη ματαίωση, δικάσιμο της 18-3-2019 και της με αριθμό πρωτοκ. 67/11-4-2019 βεβαίωσης αναβολής του γραμματέα του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο της 9-3-2020, κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι η συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναγκαία ομόδικο του αναιρεσείοντος.

Συνακόλουθα, η παραδεκτή άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αναιρεσείοντα έχει αποτέλεσμα και για την αναγκαία ομόδικό του, η οποία, εφόσον απουσιάζει, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, αντιπροσωπεύεται από τον, παριστάμενο, αναιρεσείοντα και, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, έχει κλητευθεί νόμιμα να παραστεί κατ` αυτή, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης, χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 616 του ΚΠολΔ, η οποία αποδίδει πλήρως κατά περιεχόμενο, τη ρύθμιση της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 659 ΚΠολΔ, μετά την κατάργησή της, με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, αποφάσεις που αφορούν την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, εκτελούνται κατά των υπομισθωτών, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματα του από το μισθωτή ή κατέχει το μίσθιο γι' αυτόν.

Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται εξαιρετική περίπτωση διεύρυνσης των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας των αποφάσεων που αφορούν την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, καταλαμβάνοντας τον υπομισθωτή, καθώς και οποιονδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από το μισθωτή ή κατέχει το μίσθιο γι' αυτόν.

Με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στον εκμισθωτή, στο πλαίσιο της αυτής εκτελεστικής διαδικασίας, στρεφόμενος κατά του μισθωτή, να επιτύχει την ελευθέρωση του μισθίου ακινήτου από κάθε πρόσωπο, που έλκει τα δικαιώματά του από τον τελευταίο, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η τήρηση ιδιαίτερης προδικασίας, δηλαδή η επίδοση χωριστής επιταγής.

Έτσι, ο δικαστικός επιμελητής στον οποίο δόθηκε η εντολή προς αποβολή του μισθωτή, νομίμως αποβάλλει από το μίσθιο οποιοδήποτε κατέχοντα τούτο, όπως ο υπομισθωτής. Η άμυνα δε των προσώπων αυτών, κατά της σε βάρος τους εκτέλεσης επιτυγχάνεται με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, μετά την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του υπομισθωτή, με εκτελεστό τίτλο, απόφαση απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου, ο τρίτος (υπομισθωτής) εναντίον του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, μπορεί να προστατευθεί με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ και να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά του τίτλου, της διαδικασίας ή της εκτελεστέας απαίτησης.

Εξάλλου, συνέπεια της άνω εισαγόμενης ρύθμισης, είναι η απώλεια του δικαιώματος άσκησης τριτανακοπής εναντίον της απόφασης απόδοσης μισθίου εκ μέρους του υπομισθωτή, διότι δεν θεωρείται τρίτος (άρθρο 586 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός βέβαια αν επικαλεστεί δόλο ή συμπαγνία μεταξύ εκμισθωτή - μισθωτή και τριτανακόψει την απόφαση, δυνάμει του άρθρου 586 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 23/1997, ΑΠ 203/1997), εάν, όμως, έχει ήδη επισπευσθεί η διαδικασία της εκτέλεσης κατά του προσώπου τους, χωρεί κατά τα προεκτεθέντα, μόνο η άσκηση της κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της εκτέλεσης.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι το έννομο συμφέρον και η νομιμο-ποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009) και ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1938/2017).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, χωρίς επίκληση ενάρριθμης αναιρετικής πλημμέλειας, αλλά, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείων, αιτιάται το Εφετείο για τη μη απόρριψη, ως απαράδεκτης, της ένδικης ανακοπής κατά της εκτέλεσης, κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ανακόπτοντος, υπομισθωτή του ένδικου πρατηρίου, σε βάρος του οποίου έλαβε χώρα η εκτέλεση, με την αποβολή του από το μίσθιο, με τίτλο εκτελεστό τη με αριθμό 210/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας (εκδοθείσα μεταξύ του καθού η ανακοπή ως εκμισθωτή και της μισθώτριας), επικαλούμενος ότι ο τελευταίος δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκησή της, καθώς δεν έχει την ιδιότητα του καθού η εκτέλεση, αφού ουδέποτε κοινοποιήθηκε σ' αυτόν επιταγή προς εκτέλεση και έτσι δεν κατέστη παθητικό υποκείμενο της εκτέλεσης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ο ανακόπτων - υπομισθωτής, σε βάρος του οποίου επιχειρήθηκε η εκτέλεση, με τίτλο εκτελεστό την άνω απόφαση, που εκδόθηκε μεταξύ του καθού η ανακοπή και της μισθώτριας, πλην, όμως, καταλαμβάνει και τον ίδιο (υπομισθωτή), ως πρόσωπο που έλκει τα δικαιώματά του από τη μισθώτρια, κατά τις διατάξεις του άνω άρθρου 659 ΚΠολΔ, νομίμως αμύνεται κατά της εκτέλεσης, με την άσκηση της ανακοπής από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, ακόμη και αν δεν είχε επιδοθεί σ' αυτόν η επιταγή προς εκτέλεση.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσης απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, το οποίο υπάρχει, όταν, με την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον τούτου, που είναι άξιο προστασίας από το νόμο (ΑΠ 955/2019, ΑΠ 206/2015).

Η ύπαρξη δε εννόμου συμφέροντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί ύπαρξης ή μη αυτού ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1278/2017). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παρέχεται στον καθού η εκτέλεση δικαίωμα αποζημίωσης κατ' εκείνου που την επέσπευσε, αν η ενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ.

Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης σε περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας εκτέλεσης. Έτσι, ο καθού η εκτέλεση έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, δυνάμενος μετά την αμετάκλητη ακύρωση της, να ζητήσει και αποζημίωση από τον επισπεύδοντα για τις ζημιές που προκλήθηκαν από την εκτέλεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άνω άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 216/2015, ΑΠ 955/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημόσιας τάξης, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 654/2007).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 717/2018).

Έτσι, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 938/2020, ΑΠ 201/2017).

Ειδικά δε όσον αφορά το έννομο συμφέρον του διαδίκου, το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην, όμως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ο περί αυτού ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 1259/2018, ΑΠ 244/2004).

Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης (ΟλΑΠ 12/2009, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 939/2019, ΑΠ 261/2017, ΑΠ 758/2014, ΑΠ 49/2005).

Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, χωρίς να παρεμποδίζεται η γέννηση ή να επέρχεται η απόσβεση αυτού, υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ,η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος, έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005, ΑΠ 939/2019, ΑΠ 1179/2017, ΑΠ 1484/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 540/2016, ΑΠ 511/2016). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 37/2021, ΑΠ 1551/2018).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ''αιτιολογία'', ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 17-6-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ των καθών η ανακοπή, ο πρώτος από αυτούς Β. Κ. εκμίσθωσε στη δεύτερη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... ΑΒΕΕΠ, ένα κατάστημα εμβαδού 15 τμ, με τέσσερις υπόγειες δεξαμενές που βρίσκεται στη Γέφυρα Άρτας, μετά του εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου, κοινού με τα λοιπά καταστήματα που βρίσκονται στο χώρο αυτό, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την τελευταία ως πρατήριο υγρών καυσίμων και λιπαντικών, αντί μηνιαίου μισθώματος 440 ευρώ, προκαταβαλλόμενου στον εκμισθωτή την πρώτη ημέρα εκάστου μήνα και αναπροσαρμοζόμενου κάθε δύο έτη μετά την 1-7-2005, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο παραπάνω μισθωτήριο συμβόλαιο.

Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε πενταετής αρχόμενη από 1-7-2005 και λήγουσα την 3-6-2007, οπότε αυτή παρατάθηκε αναγκαστικά έως την 30-6-2014, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πδ/τος 34/1995, η εμπορική μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρόνο, όπως εν προκειμένω.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης (άρθρο 5 αυτού) επιτρεπόταν απόλυτα οποιαδήποτε μετατροπή της χρήσης του μισθίου ακινήτου ή η ολική ή μερική υπομίσθωσή του ή η με οποιοδήποτε τρόπο με ή χωρίς αντάλλαγμα παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτους, καθώς και η πρόσληψη συνεταίρου, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτή.

Με βάση την παραπάνω σύμβαση, ο ανακόπτων στις 18-6-2002 συνήψε με τη δεύτερη των καθών σύμβαση συνεργασίας στο πλαίσιο της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων να εκμεταλλεύεται ο ίδιος το παραπάνω πρατήριο υγρών καυσίμων ως ενοικιαστής αυτού από τη δεύτερη των καθών, διαθέτων σε ισχύ νόμιμη άδεια πώλησης υγρών καυσίμων και λιπαντικών επ' ονόματί του και να μεταπωλεί από το παραπάνω πρατήριο υγρών καυσίμων προς το κοινό καύσιμο και λιπαντικά, αποκλειστικά της δεύτερης των καθών, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο προβλεπόταν μεταξύ άλλων, ότι τα έξοδα εκμετάλλευσης του πρατηρίου (ενοίκιο, φως, νερό, τηλέφωνο, έξοδα προσωπικού, δημοτικά τέλη και φόροι) βαρύνουν τον ανακόπτοντα.

Κατόπιν αυτών και βάσει της συμφωνίας του με τη δεύτερη των καθών, τους όρους της οποίας γνώριζε εξ αρχής ο πρώτος των καθών, ο ανακόπτων κατά το πρώτο χρονικό διάστημα της εν λόγω μίσθωσης και συγκεκριμένα από τον Ιούλιο του 2002 μέχρι και το Μάρτιο του 2003 κατέβαλε το συμφωνηθέν μίσθωμα για λογαριασμό της δεύτερης των καθών, απευθείας στον πρώτο των καθών, ο οποίος εξέδιδε προς τούτο έγγραφη απόδειξη, πλην, όμως, στη συνέχεια, ο τελευταίος του ζήτησε αφενός μεν να αιτηθεί από τη ΔΕΗ την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για το εν λόγω πρατήριο στο όνομά του, αφετέρου δε να καταβάλει πλέον το συμφωνηθέν μίσθωμα, στη δεύτερη των καθών.

Έτσι, ο ανακόπτων από τον Απρίλιο του έτους 2003 και εφεξής κατέβαλε το συμφωνηθέν μίσθωμα στη δεύτερη των καθών η ανακοπή στον τηρούμενο από αυτήν στην Εμπορική Τράπεζα με αριθμό ... λογαριασμό Ταμιευτηρίου και ο πρώτος των καθών εισέπραττε αυτό με τη σειρά του από την παραπάνω εταιρία. Στις αρχές του έτους 2009, η δεύτερη των καθών η ανακοπή (υπεκμισθώτρια) εταιρία έπαψε να εφοδιάζει με καύσιμα τα πρατήρια με τα οποία συνεργαζόταν ανά την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και αυτό του ανακόπτοντος.

Για το λόγο αυτό ο τελευταίος με την από εξώδικη πρόσκλησή του που κοινοποίησε στη δεύτερη των καθών με την έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθανών Α. Τ., την καλούσε να εφοδιάζει τακτικά το πρατήριό του με τις ανάλογες ποσότητες καυσίμων. Η δεύτερη των καθών, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή του ανακόπτοντος και έτσι αυτός αναγκάσθηκε, προκειμένου να συνεχίσει τη λειτουργία του πρατηρίου του, να αφαιρέσει τα σήματα της δεύτερης των καθών η ανακοπή προμηθεύτριας εταιρίας και να συνεχίσει να λειτουργεί αυτό, ως ανεξάρτητο πρατήριο, αφού εν των μεταξύ ενημέρωσε σχετικά με την από 26-2-2009 υπεύθυνη δήλωση το Τμήμα Εμπορίου ΝΑ Άρτας με αριθ.

Πρωτ. 272/27-2-2009, με την οποία δήλωνε ότι από τις 26-2-2009 και εφεξής διακόπτει τη συνεργασία του με τη δεύτερη των καθών και θα λειτουργεί το παραπάνω πρατήριο ως ανεξάρτητο πρατήριο υγρών καυσίμων, αναρτώντας μάλιστα σε κάθε εμφανές σημείο αυτού την ένδειξη "ΑΠ" (Ανεξάρτητο Πρατήριο). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την άσκηση από τον πρώτο των καθών (εκμισθωτή) της από 21-10-2009 αγωγής απόδοσης του μισθίου, λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων από δυστροπία, σε βάρος της δεύτερης (μισθώτριας), εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, η 210/2010 απόφαση, με την οποία μεταξύ άλλων, υποχρεώθηκε η εναγομένη (μισθώτρια) καθώς και κάθε τρίτος που έλκει από αυτή δικαιώματα να αποδώσει τη χρήση του μισθίου καταστήματος στον πρώτο των καθών εκμισθωτή.

Ακολούθως, ο τελευταίος στις 6-5-2010, προέβη στην αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω απόφασης, δυνάμει του με αριθμό 70/9-4-2010 πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής και της από 9-4-2010 επιταγής προς εκτέλεση, που κοινοποιήθηκε στη δεύτερη των καθών. Ειδικότερα, στις 6-5-2010, μετέβησαν στο ως άνω πρατήριο του ανακόπτοντος ο δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Άρτας Δ.

Π. και ο συμπράττων με αυτόν στο ίδιο Πρωτοδικείο δικαστικός Επιμελητής, Δημήτριος Κακοσίμος, παρουσία και του επισπεύδοντος την εκτέλεση (πρώτου των καθών η ανακοπή), όπου απέβαλαν από το μίσθιο τη δεύτερη των καθών και κάθε τρίτο έλκοντα από αυτή δικαιώματα και συγκεκριμένα τον ανακόπτοντα και εγκατέστησαν σ' αυτό τον επισπεύδοντα - πρώτο των καθών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην 304/6-5-2010 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας Δ.

Π.. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων μέχρι την ημέρα εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης και την αποβολή του από το μίσθιο δεν είχε ενημερωθεί από τους καθών η ανακοπή για την άσκηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου και την έκδοση της απόφασης επ' αυτής. Αλλά ούτε και για την επικείμενη εκτέλεση της απόφασης, είτε προφορικά από τους καθών, είτε με επίδοση επιταγής εκ μέρους του επισπεύδοντος και προς αυτόν, σε βάρος του οποίου θα εκτελούνταν η απόφαση, ως τρίτου κατέχοντος το μίσθιο.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων μέχρι την αποβολή του από το μίσθιο πίστευε ότι η μίσθωση συνεχίζεται, χωρίς να υπάρχει κάποιο πρόβλημα, δεδομένου ότι αφενός μεν ο ίδιος κατέβαλε κανονικά τα μισθώματα στη δεύτερη των καθών (υπεκμισθώτρια) μέχρι και το μήνα Μάϊο του έτους 2010, που έγινε η αποβολή του από το μίσθιο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση αντίγραφα γραμματίων είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας, αφετέρου δε ο πρώτος των καθών κατά το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του έτους 2009 έως και την 6-5-2010, όταν ο ανακόπτων τον ρωτούσε, εάν εισπράττει τα μισθώματα από τη δεύτερη των καθών (στην οποία αυτός κατέβαλε ανελλιπώς), αυτός τον διαβεβαίωνε ότι τα μισθώματα καταβάλλονται κανονικά και τον παρότρυνε μάλιστα να συνεχίσει να καταθέτει το ποσό που αντιστοιχούσε σε αυτά στο λογαριασμό της μισθώτριας εταιρίας, όπως έκανε μέχρι τότε.

Έτσι, τον καθησύχαζε, διασκεδάζοντας κάθε ανησυχία του για μη πληρωμή των μισθωμάτων και την εξέλιξη της μίσθωσης μετά τη διακοπή της συνεργασίας του με τη δεύτερη των καθών, Ωστόσο, ο πρώτος των καθών (εκμισθωτής) σε συμπαιγνία με τη δεύτερη (μισθώτρια) και με σκοπό να αποβάλουν τον ανακόπτοντα από το μίσθιο, μεθόδευσαν την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του με την άσκηση από τον πρώτο της ως άνω αγωγής απόδοσης του μισθίου σε βάρος της δεύτερης, σύμφωνα με την οποία εμφανιζόταν η τελευταία να καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων για χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2009 μέχρι και την άσκηση της αγωγής (Οκτώβριο του 2009), παρότι αυτά είχαν καταβληθεί, και έτσι πέτυχαν την έκδοση της προαναφερόμενης 210/2010 απόφασης το Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο με βάση τον οποίο πέτυχαν κατά τα ανωτέρω, την αποβολή του ανακόπτοντος από το μίσθιο.

Για το λόγο αυτό μέχρι και την ημέρα εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης κανένας από τους καθών η ανακοπή δεν ενημέρωσε με οποιοδήποτε τρόπο των ανακόπτοντα για την άσκηση της αγωγής και την επικείμενη αναγκαστική εκτέλεση. Η εκ μέρους των καθών η ανακοπή έκδοση της ως άνω απόφασης περί απόδοσης του μισθίου και η με βάση αυτή αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος και αποβολή του από το μίσθιο, χωρίς μάλιστα καμιά προηγούμενη ενημέρωση για την επικείμενη εξωστική διαδικασία μέχρι και την ημέρα αποβολής του από το μίσθιο, σε συνδυασμό με τις ρητές διαβεβαιώσεις του πρώτου των καθών η ανακοπή, ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα σχετικά με την καταβολή των μισθωμάτων σε αυτόν από τη δεύτερη των καθών - μισθώτρια και την ταυτόχρονη παρότρυνσή του να συνεχίσει να καταβάλει τα μισθώματα στο λογαριασμό της δεύτερης, έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς αυτή συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, η οποία στηρίζεται σε όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενισχύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία: Από το ότι ο πρώτος των καθών η ανακοπή, πριν από την άσκηση της παραπάνω αγωγής απόδοσης του μισθίου δεν διαμαρτυρήθηκε στη δεύτερη για τη μη καταβολή των μισθωμάτων, ούτε όχλησε με οποιοδήποτε τρόπο αυτήν για την καταβολή τους, καθώς και από το ότι η τελευταία δεν εμφανίστηκε σε κανένα στάδιο της εξωστικής διαδικασίας, ούτε άσκησε κατά της εκδοθείσας σε βάρος της απόφασης κάποιο ένδικο μέσο, ούτε ανακοπή κατά της επισπευδόμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν επεδίωξε να αποφύγει την εκτέλεση της απόφασης με την καταβολή έστω, των οφειλόμενων μισθωμάτων, τα οποία μάλιστα είχε ήδη εισπράξει από τον υπομισθωτή (ανακόπτοντα).

Επίσης, από το ότι ο πρώτος των καθών προέβη στην αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης σε βάρος του ανακόπτοντος, χωρίς προηγουμένως να προβεί σε οποιαδήποτε όχληση του τελευταίου για εκούσια απόδοση του μισθίου, καθώς επίσης δεν του έδωσε ολιγοήμερη αναβολή της εκτέλεσης, όπως αυτός εύλογα του ζήτησε, ενόψει και του αιφνιδιασμού του, αφού αυτός μέχρι τότε, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε ενημερωθεί για την έκδοση της απόφασης, ώστε να φροντίσει για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέκυπταν από την εκτέλεση, είτε με την αναζήτηση χώρου μετεγκατάστασης της επιχείρησης, είτε με την πώληση των καυσίμων που είχε προμηθευτεί και είχε στις δεξαμενές του πρατηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι ο επισπεύδων δεν θα υφίστατο ουδεμία ζημία από την αναβολή της εκτέλεσης, σε αντίθεση με τον ανακόπτοντα.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι με την 227/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία εκδόθηκε επί τριτανακοπής που άσκησε ο ανακόπτων κατά της 210/2010 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου και η οποία κατέστη τελεσίδικη, κηρύχθηκε άκυρη και ανίσχυρη ως προς τον ανακόπτοντα η εν λόγω απόφαση, διότι κρίθηκε ότι αυτή εκδόθηκε με δόλο και συμπαιγνία των διαδίκων, οι οποίοι μεθόδευσαν να εμφανιστεί ότι η μισθώτρια καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση της εξωστικής απόφασης και την αποβολή του ανακόπτοντος από το μίσθιο Τέλος, ο εκκαλών (αναιρεσείων) προβάλλει με σχετικό λόγο της έφεσής του, ότι η σύμβαση υπομίσθωσης, με βάση την οποία ο ανακόπτων κατείχε το μίσθιο πρατήριο είχε ήδη λυθεί, κατά το χρόνο της αναγκαστικής εκτέλεσης αυτοδίκαια κατ' άρθρο 3 παρ. 2 περ.

β του πδ/τος 34/1995, ως παρεπόμενη σύμβαση, μετά τη διακοπή της κύριας σύμβασης που είχε συναφθεί μεταξύ του ανακόπτοντος και της δεύτερης των καθών, ήτοι αυτής της εμπορικής συνεργασίας σχετικά με τη λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων και συνεπώς ο ανακόπτων παράνομα κατείχε το μίσθιο, ώστε η άσκηση της ένδικης ανακοπής εκ μέρους του να καθίσταται καταχρηστική.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, η επικαλούμενη λύση της σύμβασης υπομίσθωσης δεν ασκεί έννομη επιρροή εν προκειμένω, καθόσον η ένδικη ανακοπή αναφέρεται στην καταχρηστική άσκηση της αναγκαστικής εκτέλεσης, που έγινε σε βάρος του ανακόπτοντος, όχι λόγω λύσης της σύμβασης υπομίσθωσης, αλλά για άλλη αιτία αφορώσα την κύρια σύμβαση μίσθωσης, ήτοι την απόδοση του μισθίου λόγω της επικαλούμενης καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων εκ μέρους της μισθώτριας.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση ανακοπής, ο οποίος αναφέρεται στην καταχρηστική άσκηση της αναγκαστικής εκτέλεσης και την αποβολή του ανακόπτοντος από το μίσθιο, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει όμοια, επικυρώνοντας την απόφαση αυτή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της. Ειδικότερα, την παραπάνω κρίση του Εφετείου, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος κατά την αποβολή του ανακόπτοντος - υπομισθωτή, ήδη αναιρεσίβλητου, από το μίσθιο πρατήριο, με εκτελεστό τίτλο, την εκδοθείσα μεταξύ του καθού η ανακοπή ως εκμισθωτή (αναιρεσείοντος) και της μισθώτριας, με αριθμό 210/2010 απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, δικαιολογούσαν οι παραδοχές του:

α) ότι ο πρώτος των καθών (εκμισθωτής), ήδη αναιρεσείων, σε συμπαιγνία με τη δεύτερη (μισθώτρια - υπεκμισθώτρια) και με σκοπό να αποβάλουν τον ανακόπτοντα (αναιρεσίβλητο) από το μίσθιο, μεθόδευσαν την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, με την άσκηση από τον πρώτο της αναφερόμενης αγωγής απόδοσης του μισθίου σε βάρος της δεύτερης, σύμφωνα με την οποία εμφανιζόταν η τελευταία να καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων για χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2009 μέχρι και την άσκηση της αγωγής (Οκτώβριο του 2009), παρότι αυτά είχαν καταβληθεί, β) ότι με τον τρόπο αυτό, πέτυχαν την έκδοση της παραπάνω, με αριθμό 210/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο, με βάση τον οποίο πέτυχαν, την αποβολή του ανακόπτοντος από το μίσθιο, γ) ότι ο ανακόπτων κατέβαλε κανονικά τα μισθώματα στη δεύτερη των καθών (υπεκμισθώτρια) μέχρι και το μήνα Μαϊο του έτους 2010, που έγινε η αποβολή του από το μίσθιο, ενώ ο καθού η ανακοπή - εκμισθωτής, κατά το χρονικό διάστημα, από το Φεβρουάριο του έτους 2009 έως και την 6-5-2010, όταν ο ανακόπτων τον ρωτούσε, εάν εισπράττει τα μισθώματα από τη δεύτερη των καθών (στην οποία αυτός κατέβαλε ανελλιπώς), τον διαβεβαίωνε ότι τα μισθώματα καταβάλλονται κανονικά και τον παρότρυνε μάλιστα να συνεχίσει να καταθέτει το ποσό που αντιστοιχούσε σε αυτά στο λογαριασμό της μισθώτριας εταιρίας, όπως έκανε μέχρι τότε και έτσι τον καθησύχαζε, διασκεδάζοντας κάθε ανησυχία του για μη πληρωμή των μισθωμάτων και την εξέλιξη της μίσθωσης μετά τη διακοπή της συνεργασίας του με τη δεύτερη των καθών, δ) ότι μέχρι και την ημέρα εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης κανένας από τους καθών η ανακοπή (εκμισθωτή και μισθώτρια) δεν ενημέρωσε με οποιοδήποτε τρόπο των ανακόπτοντα για την άσκηση της αγωγής και την επικείμενη αναγκαστική εκτέλεση και ε) ότι η εκ μέρους των καθών η ανακοπή έκδοση της ως άνω απόφασης περί απόδοσης του μισθίου και η με βάση αυτή αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος και αποβολή του από το μίσθιο, χωρίς μάλιστα καμιά προηγούμενη ενημέρωση για την επικείμενη εξωστική διαδικασία μέχρι και την ημέρα αποβολής του από το μίσθιο, σε συνδυασμό με τις ρητές διαβεβαιώσεις του πρώτου των καθών η ανακοπή, ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα σχετικά με την καταβολή των μισθωμάτων σε αυτόν από τη δεύτερη των καθών - μισθώτρια και την ταυτόχρονη παρότρυνσή του να συνεχίσει να καταβάλει τα μισθώματα στο λογαριασμό της δεύτερης, έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς αυτή συνιστά καταχρηστική άσκηση.

Έτσι, λοιπόν, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του 281 ΑΚ, διότι πράγματι υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος από μέρους του καθού η ανακοπή (αναιρεσείοντος), υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, γι' αυτό και είναι καταχρηστική.

Περαιτέρω το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του καθού η ανακοπή, κατά την εκτέλεση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης, ενώ δεν υφίσταται ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της συμπαικτικής συμπεριφοράς των καθών η ανακοπή, ούτε έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τις επαχθείς συνέπειες στον ανακόπτοντα, από την αποβολή του από το μίσθιο πρατήριο και κυρίως την από αυτή ζημία του.

Και τούτο διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται αναλυτικά η συμπεριφορά των καθών η ανακοπή που οδήγησε στην αποβολή του ανακόπτοντα από το πρατήριο, καθώς και οι αυτόθροα επαχθείς συνέπειες από την εκτέλεση, λόγω της αποβολής του ανακόπτοντος από το μίσθιο πρατήριο, ενώ τέλος, γίνεται λόγος στα προβλήματα που προκλήθηκαν στον ανακόπτοντα, τα οποία αυτός δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει, λόγω του αιφνιαδιασμού του, είτε με την αναζήτηση χώρου μετεγκατάστασης της επιχείρησης, είτε με την πώληση των καυσίμων που είχε προμηθευτεί και είχε στις δεξαμενές του πρατηρίου.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ήτοι περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, με την επίκληση ότι το πόρισμά της δεν προκύπτει σαφώς, αλλά συνάγεται έμμεσα, ενδοιαστικά και υποθετικά από περιστατικά τα οποία δέχθηκε η προσβαλλόμενη, όπως, α) η ερημοδικία της μισθώτριας στη δίκη επί της αγωγής του, ή στην εκτελεστική διαδικασία και η μη άσκηση εκ μέρους της ένδικου βοηθήματος κατά της απόφασης, που αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο, β) η παράλειψη ενημέρωσης του ανακόπτοντα για την άσκηση της αγωγής ή για την εκτελεστική διαδικασία και γ) η μη κοινοποίηση στον ανακόπτοντα επιταγής προς εκτέλεση και η μη παροχή σ' αυτόν προθεσμίας, που δεν είναι δυνατόν να επιστηρίξουν το πόρισμα της, αφού ο ίδιος ουδεμία νόμιμη υποχρέωση είχε να ενημερώσει τον ανακόπτοντα για την άσκηση της αγωγής ή για την εκτελεστική διαδικασία ή να του κοινοποιήσει επιταγή προς εκτέλεση ή να του παράσχει προθεσμία, είναι στο σύνολό τους απαράδεκτες, διότι αφορούν επιχειρήματα, που χρησιμοποίησε το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όχι "ζητήματα" κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, έτσι ώστε σφάλμα για πληρότητα και σαφήνεια των αιτιολογιών, να μην ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.

Επίσης, για τον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτες και οι διαλαμβανόμενες στον άνω τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, όσον αφορά την καταβολή ή μη των μισθωμάτων από τη μισθώτρια στον ίδιο (αναιρεσείοντα), με την επίκληση ότι σε περικοπή των παραδοχών της προσβαλλόμενης, αναφέρεται ότι αυτά είχαν καταβληθεί από τη μισθώτρια, ενώ σε άλλο σημείο αυτής, όπου γίνεται λόγος στη συμπεριφορά της, αναφέρεται ότι αυτή δεν επεδίωξε να αποφύγει την εκτέλεση της απόφασης, ''με την καταβολή έστω των οφειλομένων μισθωμάτων, τα οποία μάλιστα είχε ήδη εισπράξει από τον υπομισθωτή'', αφού και οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τις διαλαμβανόμενες στον τέταρτο και τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 και 1 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για εκ πλαγίου και ευθεία παράβαση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, αντίστοιχα, κατά την απόρριψη της ένστασης του ίδιου (αναιρεσείοντος), περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ανακόπτοντος και του σχετικού λόγου της έφεσής του, με τον οποίο πρόβαλε την άνω ένσταση.

Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη του λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος και του με αυτόν ισχυρισμού του, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ανακόπτοντος, το Εφετείο απέρριψε το λόγο έφεσης δεχόμενο, ότι ο διαλαμβανόμενος στο λόγο αυτό ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ανακόπτοντος - καθού η εκτέλεση, είναι απαράδεκτος, κυρίως λόγω της μη παραδεκτής προβολής του και σε κάθε περίπτωση ως μη ασκών έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση.

Ενόψει αυτών, οι άνω λόγοι κατά το μέρος που αφορούν την κύρια αιτιολογία της απόρριψης της ένστασης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κυρίως, διότι προβλήθηκε το πρώτο στο Εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ για την παραδεκτή βραδεία προβολή της και όχι ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, κατά δε το μέρος που αφορά την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, ως άνω κύρια αιτιολογία απόρριψης της ένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017).

Τέλος, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο για τη μη απόρριψη, ως απαράδεκτης, της ένδικης ανακοπής κατά της εκτέλεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, υπομισθωτή του ένδικου πρατηρίου σε βάρος του οποίου έλαβε χώρα η εκτέλεση με την αποβολή του από το μίσθιο πρατήριο, επικαλούμενος ότι κατά το χρόνο της αποβολής του, η σύμβαση υπομίσθωσης είχε λήξει, λόγω της διακοπής της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, μεταξύ αυτού και της υπομισθώτριας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι ο εν λόγω ισχυρισμός περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, δεν προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε και στο Εφετείο, με παραδεκτό λόγο έφεσης.

Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για ισχυρισμό που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο με τον άνω λόγο προβαλλόμενος ισχυρισμός για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος προς άσκηση της ανακοπής, με το περιεχόμενο που προβλήθηκε είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι ότι αυτή ασκήθηκε μετά τη λύση της σύμβασης υπομίσθωσης και τη διακοπή της εμπορικής συνεργασίας, ζητήματα που δεν κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα με αυτή κρίθηκε η ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης που επιχειρήθηκε στα πλαίσια της άνω εξωστικής απόφασης σε βάρος της μισθώτριας, λόγω μη καταβολής μισθωμάτων.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο ανακόπτων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της εκτέλεσης, καθώς με την αναγκαστική εκτέλεση που επιχειρήθηκε σε βάρος του επηρεάζεται η θέση του, ο ίδιος δε μπορεί μετά την ακύρωση, με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει στη συνέχεια κατά του επισπεύσαντος δανειστή αξίωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 914 ΑΚ και 940 αριθμ. 3 ΚΠολΔ.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-4-2017 (αρ. καταθ. 11/25-4-2017) αίτηση αναίρεσης της 111/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει συνολικά σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ