Legislator Case Law & Legislation
1290/2021 AI generated

Appeal partially allowed; compensation claim dismissed for inconsistency with land benefit removal request.

Case Number 1290/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a compensation claim. The appellant argued that the First Instance Court erred in rejecting a counterclaim for land benefit removal because it did not match the main compensation request. The court held that the counterclaim must align with the main request's chapters, and since the First Instance Court correctly identified the mismatch, it dismissed that specific part of the appeal. The case was remitted for further proceedings on the valid portion of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 20 para. 1 of Law 2882/2001; Art. 20 para. 5 of Law 2882/2002: A counterclaim filed under the provisions regarding the removal of the title of benefit must refer to the same chapters as the main request; otherwise, it is inadmissible.

Keywords

AI generated
compensation claim land benefit removal inadmissible counterclaim mismatch chapters partial appeal success remittal for further proceedings legal cost allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 20 para. 1 of Law 2882/2001
Art. 20 para. 5 of Law 2882/2002
Art. 22 of Law 2882/2001
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 22 para. 3 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Π. Μ. του Ε., κατοίκου Αγρινίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργουλέα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.12.2013 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και συνεκδικάστηκε με επτά (7) αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο και διά των προτάσεων παρεμβάσεις και ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με τις ανταιτήσεις - παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 79/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 69/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19.11.2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 19.11.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 42/21-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 79/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 69/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001- Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ) [ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, καθώς και της διορθωτικής αυτής και δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης αυτής]. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 «Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων», αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικώς την αποζημίωση είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ή το μεγαλύτερο μέρος αυτού, κατά δε την παράγραφο 5 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου 2882/2001, που κατά τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου 2882/2001, εφαρμόζεται αναλόγως και στη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, κάθε ενδιαφερόμενος (κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου που δεν κλητεύτηκε νόμιμα ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης), έχει δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη και να γίνει διάδικος, χωρίς καμία προδικασία και κατάθεση προτάσεων, απλώς με δήλωσή του ενώπιον του δικαστηρίου, δηλαδή κατά τη συζήτηση της αίτησης, η οποία να περιέχει το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία του, ή προκειμένου περί νομικού προσώπου την επωνυμία και την έδρα του.

Κατά την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία ως ειδική, υπερισχύει των κοινών διατάξεων περί παρέμβασης του ΚΠολΔ (άρθρα 79 επ. ΚΠολΔ), τίθενται δύο βασικές προϋποθέσεις για να έχει κάποιος το δικαίωμα να παρέμβει, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού της αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, ήτοι: α) να είναι «ενδιαφερόμενος» και β) να μην έχει κλητευθεί νομίμως ή καθόλου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης. Η έννοια του «ενδιαφερομένου» στη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης προσδιορίζεται επακριβώς με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου 2882/2001, το οποίο ορίζει, ότι, διάδικοι στη δίκη προσδιορισμού αποζημίωσης δύνανται να είναι: α) ο υπόχρεος στην πληρωμή της αποζημίωσης, β) εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση και γ) εκείνος που αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.

Συνεπώς, όποιος συγκεντρώνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις μπορεί να καταστεί διάδικος τόσο στη δίκη του προσδιορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης (άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2882/2001), όσο και στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού (άρθρο 20 αυτού) και μάλιστα χωρίς καμία προδικασία, ήτοι σύνταξη και κατάθεση δικογράφου, κοινοποίηση αυτού, χαρακτηρισμό του δικογράφου, δηλονότι αν πρόκειται για αίτηση, παρέμβαση κ.τ.λ., παρά μόνο με δήλωσή του, καταχωριζόμενη στα πρακτικά του δικαστηρίου και περιέχουσα τα προαναφερόμενα στοιχεία (βλ.

άρθρα 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6). Με τη φράση «δικαιούται να παρέμβη» του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 δεν χρησιμοποιείται ο όρος «παρέμβαση» με την αυστηρή δικονομική έννοια των κοινών διατάξεων των άρθρων 79 επ. ΚΠολΔ, αλλά υποδηλώνει τον τρόπο με τον οποίο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να καταστεί διάδικος στη διαδικασία του προσδιορισμού της αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, γι’ αυτό και οι ως άνω διατάξεις ορίζουν όχι μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμμετοχής στις εν λόγω δίκες, αλλά και τον τρόπο συμμετοχής σ` αυτές, ήτοι τη «δήλωση» του ενδιαφερομένου ενώπιον του δικαστηρίου, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, χωρίς να αποκλείεται και η χρήση δικογράφου, ο χαρακτηρισμός του οποίου, ως αίτησης, παρέμβασης ή δήλωσης, δεν μεταβάλλει τους πιο πάνω όρους και προϋποθέσεις άσκησης.

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα με το οποίο επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η ευχερέστερη παρουσία των ενδιαφερομένων στη δίκη προσδιορισμού της αποζημίωσης, χωρίς τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 79 επ. ΚΠολΔ για την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, στις οποίες, καίτοι μεταγενέστερος νόμος, δεν παρέπεμψε στον ΚΠολΔ.

Συνεπώς, για το παραδεκτό και νόμιμο της άσκησης της εν λόγω δήλωσης στις δίκες προσδιορισμού αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων κατά τον ΚΠολΔ (άρθρο 79 § 1), ήτοι ο παρεμβαίνων να αντιποιείται ολόκληρο ή μέρος από το αντικείμενο της δίκης, που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, ούτε να ασκείται με χωριστό δικόγραφο. Ο παρεμβαίνων, ως ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 14 του Ν. 2802/2001 «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως» γίνεται κύριος διάδικος στη σχετική δίκη και δεν δημιουργείται μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων σχέση, απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 506/2020, ΑΠ 1178/2010, και επί των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του Ν.Δ. 797/1971, ΑΠ 478/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2002, εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται με ποινή απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η ανταίτηση αυτή, που ασκείται με τις προτάσεις, πρέπει να αναφέρεται στα ίδια κεφάλαια με αυτά της κύριας αίτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για το έδαφος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι διαφορετικό από τα κεφάλαια για τον καθορισμό της αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος και για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας.

Κατά συνέπεια, αν ασκηθεί στο Εφετείο αίτηση μόνο για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν, ο αντίδικος του αιτούντος δεν μπορεί να ζητήσει με ανταίτηση τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, ή την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τα αιτήματα αυτά που υποβάλλονται με ανταίτηση, χωρίς αυτά να έχουν υποβληθεί με εμπρόθεσμη αίτηση, είναι απαράδεκτα (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1021/2017, ΑΠ 444/2017, ΑΠ 1424/2010, ΑΠ 24/2010).

Για τους ίδιους λόγους τα παραπάνω αιτήματα είναι απαράδεκτα και όταν υποβάλλονται με παρέμβαση που ασκούν κατά το άρθρο 20 παρ. 6 Ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ (άρθρο 19 παρ.5 Ν.Δ. 797/1971) οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι με σχετική δήλωση ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου ότι και η παρέμβαση αυτή πρέπει να έχει, αναγκαίως, ίδιο αντικείμενο με εκείνο της εκκρεμούς δίκης (άρθρο 79 παρ.1 ΚΠολΔ), η άσκησή της δε με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, δεν επιτρέπει την εκτίμηση αυτής ως αυτοτελούς αιτήσεως για τον απευθείας προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης από το Εφετείο, ή την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1021/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αποτελεί τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο.

Ως «αίτηση», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 506/2020, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ’ άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, αποζημίωσης, ή της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ’ αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).

Για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος, πρέπει να αναφέρεται αφενός ότι υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό αναφορικά με την αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου να προσδιορίζεται επακριβώς η αίτηση που έμεινε αδίκαστη και να αναφέρεται το περιεχόμενό της (ΑΠ 862/2020, ΑΠ 156/2012, ΑΠ 115/2011, ΑΠ 135/2010).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την υπ’ αριθ. 1072288/4721/0010/31-07-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 379/26-08-2008, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1044906/2946/Δ0010/27-05-2009 Κοινή Υπουργική Απόφαση των ιδίων Υπουργών, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 279/16-06-2009, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεως συνολικού εμβαδού 624.900 τ.μ., για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα για τη «Διάνοιξη της Ιονίας Οδού» στο τμήμα Κουβαράς - Κομπότι από χ.θ. 76+618 - χ.θ. 82+139,40 του Δήμου Φυτειών Νομού Αιτωλοακαρνανίας, όπως αυτή απεικονίζεται στα από μηνός Ιουλίου του 2009 κτηματολογικά διαγράμματα και κτηματολογικό πίνακα, που συντάχθηκαν από την «ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΜΜΕΤΡΙΚΗ Α.Ε.» και εγκρίθηκαν με την υπ’ αριθμ.

Δ12/44333/02.12.2009 απόφαση του Διευθυντή της Δ12 Διεύθυνσης του ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ. Ι. Σ. . Με την υπ' αριθμ. 145/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για την άνω απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενά της. Ακολούθως, ενώπιον του αρμοδίου για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ασκήθηκαν (μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν στην ένδικη περίπτωση) οι ακόλουθες αυτοτελείς αιτήσεις:

(Α) η από 31.12.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/03-01-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είχε ως αίτημα τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την άνω απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενά της και η οποία στρεφόταν, εκτός των άλλων, και κατά του Ε. Μ. του Π. (111ος καθ’ ού η αίτηση) και

(Β) η από 30.11.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 52/03-12-2013 αίτηση πενήντα ενός (51) αιτούντων - εικαζόμενων ιδιοκτητών απαλλοτριούμενων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και ο ανωτέρω Ε. Μ. του Π. (30ος αιτών), η οποία στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και είχε τα ακόλουθα αιτήματα: 1) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους και τα επικείμενά τους, σε τιμές μεγαλύτερες από εκείνες που αιτήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και από αυτές που ορίστηκαν προσωρινά, 2) τον καθορισμό ιδιαίτερης τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα μετά την απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών τους και 3) την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τον καθορισμό της ίδιας τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα τμήματα των ιδιοκτησιών τους που κατά τους κτηματολογικούς πίνακες υπόκεινται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων. Ειδικότερα ο ανωτέρω αιτών Ε. Μ. του Π., με την ως άνω από 30.11.2013 αυτοτελή αίτησή του ζήτησε, εκτός των άλλων, και την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τον καθορισμό της ίδιας τιμής μονάδας αποζημίωσης για τη φερόμενη στους κτηματολογικούς πίνακες ως αυτοαποζημιούμενη ιδιοκτησία του, εμβαδού 1.603,65 τ.μ., η οποία εμφαίνεται στον κτηματολογικό πίνακα με αριθμό ιδιοκτησίας ... .

Οι ανωτέρω αυτοτελείς αιτήσεις συζητήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος στις 13.06.2017. Κατά τη συζήτηση αυτή ο αναιρεσείων Π. Μ. του Ε., με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις του, αναφέροντας ότι είναι ιδιοκτήτης της απαλλοτριούμενης με αριθμό στον κτηματολογικό πίνακα ... ιδιοκτησίας, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος, στις 23.04.2014, πατέρα του και άνω αρχικού διαδίκου Ε. Μ. του Π., άσκησε:

(Α) παρέμβαση με ανταίτηση στην άνω με αριθμό καταθ. 1/03-01-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου (όπου ο αρχικός διάδικος πατέρας του ήταν 111ος καθ' ού η αίτηση), με την οποία ζήτησε : α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το υπ’ αριθμ. ... αγροτεμάχιό του στο ποσό των 35 ευρώ το τ.μ. και β) την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τον καθορισμό της ίδιας τιμής μονάδας αποζημίωσης, για τη φερόμενη στον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενη ιδιοκτησία του και

(Β) παρέμβαση στην άνω με αριθμό καταθ. 52/03-12-2013 αίτηση (όπου ο αρχικός διάδικος πατέρας του ήταν 30ος αιτών), με την οποία ζήτησε, ότι είχε αιτηθεί και ο δικαιοπάροχος - πατέρας του με την εν λόγω αυτοτελή αίτησή του και δη: α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το υπ’ αριθμ. ... αγροτεμάχιό του στο ποσό των 35 ευρώ το τ.μ. και β) την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τον καθορισμό της ίδιας τιμής μονάδας αποζημίωσης για τη φερόμενη στον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενη ιδιοκτησία του. Επί των ανωτέρω αυτοτελών αιτήσεων, παρεμβάσεων και ανταιτήσεως που συνεκδικάστηκαν (με άλλες αιτήσεις, παρεμβάσεις και ανταιτήσεις άλλων διαδίκων που δεν ενδιαφέρουν την ένδικη περίπτωση) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 79/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 69/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Με την προσβαλλόμενη αυτή απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο , κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, έγιναν δεκτά τα εξής: α) ότι η άνω με αριθμό έκθ. καταθ. 52/03-12-2013 αυτοτελής αίτηση ( όπου ο άνω αρχικός διάδικος - πατέρας του αναιρεσείοντος ήταν 30ος αιτών), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση στις 11.06.2013, της υπ’ αριθμ. 145/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, δεδομένου ότι δεν έγινε επίδοση αυτής (2η σελίδα του 17ου φύλλου της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 79/2017 απόφασης), β) ότι οι αυτοτελώς αιτούντες (μεταξύ των οποίων και ο άνω δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος), με την εν λόγω υπ’ αριθμ. έκθ. καταθ. 52/03-12-2013 αίτησή τους είχαν ως αίτημα, εκτός των άλλων, την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τον καθορισμό της ίδιας τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα υποκείμενα κατά τους κτηματολογικούς πίνακες σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων ακίνητα (2η σελίδα του 17ου φύλλου της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 79/2017 απόφασης) και γ) ότι η αίτηση αυτή αρμοδίως εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του άνω Εφετείου, ως καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου για την εκδίκασή της και ότι είναι νόμιμη (2η σελίδα του 20ου φύλλου της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 79/2017 απόφασης).

Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 79/2017 απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

«| Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με δηλώσεις των πληρεξουσίων τους δικηγόρων που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως άσκησαν παρεμβάσεις οι ακόλουθοι προβάλλοντας δικαιώματα επί των ακινήτων που αναφέρουν σ’ αυτές και στα πρακτικά:

Με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ουρανίας Μουντζούρη οι 2. α) ..., β) Π. Μ. του Ε., κάτοικος Αγρινίου, για την υπ’ αριθμ. ... ιδιοκτησία, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του Μ. Ε. του Π. [...]. Οι άνω παρεμβάσεις ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρα 14 παρ. 1γ, 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6 ν. 2882/2001) οι παρεμβάσεις των υπό στοιχ. 2 α', β' παρεμβάντων (με αριθμ.

ΚΑΔΕ ... ακινήτων), είναι νόμιμες, καθώς οι τελευταίοι είναι τρίτοι και πρέπει να συνεκδικαστούν με τις κύριες αιτήσεις, δεδομένου ότι οι άνω παρεμβαίνοντες είναι ενδιαφερόμενοι στην παρούσα δίκη ως αξιούντες δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας αναλόγως στα ακίνητα για το οποίο παρεμβαίνουν. Πέραν τούτων οι πιο πάνω αναφερόμενοι ως παρεμβαίνοντες- αξιούντες δικαίωμα κυριότητας επί των με αριθμ.

ΚΑΔΕ … ιδιοκτησιών, με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων τους δικηγόρων αλλά και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, άσκησαν ανταιτήσεις, με τις οποίες ζητούν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας για τα ένδικα ακίνητά τους μετά των επικειμένων αυτών σε ποσά μεγαλύτερα από αυτά που ζητεί το αιτούν, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός απαλλοτρίωσης απομένοντα εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους και την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας για τα υποκείμενα σε αυτοαποζημίωση τμήματα αυτών.

Οι ανταιτήσεις αυτές των παρεμβαινόντων που ασκήθηκαν όχι με την κατάθεση προτάσεων πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση, κατ' άρθρο 20 παρ. 5 του ΚΑΑΑ, αλλά με την κατάθεση των προτάσεων επί της έδρας, είναι παραδεκτές, καθώς σε περίπτωση παρέμβασης για πρώτη φορά στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού ο παρεμβαίνων και μη καταστάς διάδικος στην περί του προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως δίκη, δεν υποχρεούται να τηρήσει την προθεσμία των πέντε ημερών για την κατάθεση των προτάσεων.

Συνεπώς, οι ανταιτήσεις αυτές ως προς το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως μεγαλύτερης εκείνης του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι παραδεκτές και νόμιμες, πλην όμως είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες ως προς τα λοιπά αιτήματα (ανατροπής του τεκμηρίου της ωφέλειας και επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης), καθώς στην κύρια αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, δεν εισάγεται αντίστοιχο (θετικό ή αρνητικό αναγνωριστικό) αίτημα, μόνο δε με αυτοτελή κύρια αίτηση μπορεί να ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα|».

Περαιτέρω, με τη διορθωτική υπ’ αριθμ. 69/2018 απόφαση του ιδίου ως άνω Εφετείου (που εκδόθηκε κατόπιν της υπ’ αριθμ. 8/2018 πράξης του Προεδρεύοντος Εφέτη Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, περί οίκοθεν διορθώσεως - συμπληρώσεως της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 79/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

«| Στην προκειμένη περίπτωση με την υπόψη πράξη του Προεδρεύοντος Εφέτη Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε οίκοθεν, εκτίθεται ότι κατά τη δικάσιμο της 13ης Ιουνίου 2017 συζητήθηκαν μεταξύ άλλων αιτήσεων καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης κλπ, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και οι από 31.12.2013 (αριθμ.

κατ. 1/2014) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά 170 καθών η αίτηση, καθώς και η από 30.11.2013 (αριθμ. κατ. 52/2013) αντίθετη αυτοτελής αίτηση των Ε. Μ. κλπ, με την τελευταία των οποίων ζητούνταν από τους αιτούντες ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, η άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους.

Ότι επιπλέον, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ασκήθηκαν κύριες παρεμβάσεις από τους αναφερόμενους δικαιούχους με ανταιτήσεις, πλην όμως με την εκδοθείσα 79/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, από προφανή παραδρομή τόσο στο προεισαγωγικό μέρος της απόφασης όσο και στο σκεπτικό και το διατακτικό αυτής εμφιλοχώρησαν λάθη και παραλείψεις, οι οποίες προκύπτουν ευθέως από το κείμενο της απόφασης και ως προς τα ειδικότερα στην αίτηση αναφερόμενα ζητήματα.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα που προσκομίζονται, μεταξύ των οποίων τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προς διόρθωση 79/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, τα κατατεθέντα υπό των διαδίκων δικόγραφα (αυτοτελείς αντίθετες αιτήσεις, παρεμβάσεις, ανταιτήσεις κλπ) προκύπτει ότι κατά τη δικάσιμο της 13ης Ιουνίου 2017 συζητήθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, μεταξύ άλλων αιτήσεων, και οι:

α) από 31.12.2013 (αριθμ. κατ. 1/2014) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά 170 καθών η αίτηση, και β) από 30.11.2013 (αριθμ. κατ. 52/2013) αντίθετη αυτοτελής αίτηση των Ε. Μ. κλπ (51) αιτούντων. Με την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου ζητήθηκε ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριούμενων ακινήτων, των συστατικών και επικειμένων αυτών.

Εξάλλου, προκύπτει ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν είναι και οι με αριθμ. ΚΑΔΕ ... ιδιοκτησίες, φερόμενες ως ανήκουσες κατά τον κτηματολογικό πίνακα στον Ε. Μ. και .... αντίστοιχα. Οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση των αιτήσεων, ωστόσο, όπως από τα πρακτικά προκύπτει, κατά τη συζήτηση των άνω αιτήσεων άσκησαν παραδεκτά με τις προτάσεις, αλλά και προφορικά στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις με ανταιτήσεις:

α) ο Π. Μ. για την ΑΚΠ ... ιδιοκτησία, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του Ε. Μ., και β) ... . Oι παρεμβάσεις αυτές κρίθηκαν νόμιμα και παραδεκτώς ασκηθείσες (βλ. σκέψη 15, προς το τέλος), με ειδική δε αιτιολογία και παραπομπή σε νομολογία και θεωρία, κρίθηκαν νόμιμες και οι μ' αυτές ασκηθείσες ανταιτήσεις (βλ.

σκέψη 17), μόνο όμως ως προς το εισαγόμενο με την κύρια αίτηση κεφάλαιο, ήτοι ως προς εκείνο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας μεγαλύτερης εκείνης που ζητούσε το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κρίθηκαν απορριπτέες ως απαράδεκτες ως προς τα αιτήματα άρσης του τεκμηρίου ωφελείας και καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων τους.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν περιέχει οιαδήποτε ασάφεια ή σύγχυση και συνεπώς το αίτημα διορθώσεως της ανωτέρω αποφάσεως κατά το σχετικό κεφάλαιο είναι απορριπτέο. Η επίκληση άσκησης ανταίτησης με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή η άσκηση ανταίτησης με προτάσεις, κατατεθείσες μάλιστα μετά την συζήτηση (14.06.2017) στην με αριθμ. 52/2013 αυτοτελή αίτηση δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, καθώς η μεν προφορική ανταίτηση δεν είναι νόμιμη κατά τη διαδικασία καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, η δε ανταίτηση νοείται μόνο σε αντίστοιχο αίτημα αντίθετης αίτησης και όχι στην ίδια αυτού (ανταιτούντος) αίτηση|».

[IV] Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδάφ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά παρεμβάσεις και στις δύο ως άνω αυτοτελείς αιτήσεις (του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και του πατέρα του Ε. Μ. του Π., αντίστοιχα), στη συνέχεια άφησε αδίκαστη την ασκηθείσα παρέμβασή του επί της με αριθμό κατ. 52/03-12-2013 αυτοτελούς αίτησης, με την οποία ζήτησε ότι και στην αυτοτελή αίτησή του ο αρχικός διάδικος και δικαιοπάροχος - πατέρας του, ήτοι, εκτός άλλων, και την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας που βάρυνε την ιδιοκτησία του και την υποχρέωσή του περί αποζημίωσης των παρόδιων ιδιοκτητών. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός καθόσον, το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε:

(α) ότι η άνω με αριθμό καταθ. 52/03-12-2013 αυτοτελής αίτηση του προαναφερομένου αρχικού διαδίκου - πατέρα και δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος έχει ως αίτημα, εκτός των άλλων, την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και τον καθορισμό της ίδιας τιμής μονάδας αποζημίωσης για την υποκείμενη κατά τους κτηματολογικούς πίνακες σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων, ιδιοκτησία του,

(β) ότι η αυτοτελής αυτή αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα,

(γ) ότι είναι νόμιμη και

(δ) ότι ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά παρέμβαση στην ως άνω αυτοτελή αίτηση ως ενδιαφερόμενος, που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας στην απαλλοτριούμενη υπ’ αριθμ. ... ιδιοκτησία και συγκεκριμένα ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα του και αρχικού αιτούντος Ε. Μ. του Π., ακολούθως πράγματι παρέλειψε να αποφανθεί για το ανωτέρω αυτοτελές αίτημα, της με αριθμό καταθ. 52/03-12-2013 κύριας αίτησης, ως προς την οποία παρενέβη παραδεκτά ο αναιρεσείων και το οποίο (αίτημα) αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο και δημιουργήθηκε έτσι αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, (δεδομένου ότι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας η παρέμβαση αυτή έχει, αναγκαίως, ίδιο αντικείμενο με εκείνο της εκκρεμούς δίκης) και ειδικότερα παρέλειψε να αποφανθεί ως προς το αίτημα της εν λόγω αυτοτελούς αίτησης στην οποία ο αναιρεσείων άσκησε παρέμβαση, περί άρσης του τεκμηρίου της ωφέλειας και καθορισμού της ίδιας τιμής μονάδας αποζημίωσης για την υποκείμενη κατά τους κτηματολογικούς πίνακες σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων, ιδιοκτησία του, ως προς το οποίο έπρεπε να αποφανθεί το Εφετείο, ανεξάρτητα του ότι δεν υπήρχε αντίστοιχο αίτημα (θετικό ή αρνητικό αναγνωριστικό) στην άνω αυτοτελή αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον το αίτημα αυτό είχε εισαχθεί παραδεκτά και νόμιμα, όπως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την ανωτέρω με αριθμό καταθ. 52/03-12-2013 κύρια - αυτοτελή αίτηση του άνω δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, στην οποία, όπως κρίθηκε επίσης με την προσβαλλόμενη απόφαση και τη διορθωτική αυτής, παραδεκτά παρενέβη ο αναιρεσείων.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, άφησε αδίκαστο το ανωτέρω αυτοτελές αίτημα και ως εκ τούτου υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 9 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, γενομένου συνεπώς δεκτού, κατά τα προαναφερόμενα, ως κατ’ ουσία βασίμου του άνω πρώτου λόγου αναίρεσης.

[V] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις ή αντιφάσεις στην περιγραφή του ( ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/20, ΑΠ 595/20, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 701/2011), ούτε συνεπώς και όταν άφησε αίτηση αδίκαστη.

Επίσης για να ιδρυθεί ο παρών λόγος πρέπει με τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης (ελάσσονα πρόταση) να παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου όχι, όμως και του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 ( ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 608/2008).

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, όπως αυτή διορθώθηκε με την ανωτέρω απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, υπάρχει αντιφατική, ή άλλως ελλιπής και ανύπαρκτη αιτιολογία, αφού, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων άσκησε παρέμβαση παραδεκτώς και στις δύο ανωτέρω αυτοτελείς αιτήσεις και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημά του περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας που υποβλήθηκε με την παρέμβαση - ανταίτησή του στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι αυτό έπρεπε να υποβληθεί με αυτοτελή αίτηση, ακολούθως συγχέεται το περιεχόμενο των δύο ξεχωριστών παρεμβάσεών του και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή κατά τα άνω διορθώθηκε, δεν υπάρχει αιτιολογία για ποιο λόγο το αίτημά του αυτό δεν έγινε δεκτό ως νομίμως υποβληθέν με την παρέμβασή του στην αυτοτελή με αριθμ. καταθ. 52/2013 αίτηση του δικαιοπαρόχου του Ε. Μ. του Π. .

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξάρτητα του ότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δεν κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων και δεν ερεύνησε στην ουσία του το ως άνω αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, ούτε και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς αυτό, αφού σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ως προς την παρέμβαση με ανταίτηση που άσκησε ο αναιρεσείων στην αυτοτελή αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, ενώ ως προς την παρέμβαση που άσκησε ο αναιρεσείων στην αριθμ. καταθ. 52/2013 αυτοτελή αίτηση του άνω δικαιοπαρόχου του, το αίτημα αυτό έμεινε αδίκαστο και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγουμένη νομική σκέψη δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην ένδικη περίπτωση.

[VI] Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ως κανόνας δε ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνος, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 608/2008). Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός (όπως και εκείνος του αριθμού 19 του ΚΠολΔ) επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 617/2019, ΑΠ 842/2018, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 1485/2018, ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 608/2008).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Επομένως δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, της έφεσης, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων (ΑΠ 541/2018, ΑΠ 506/2018, ΑΠ 42/2014).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 79/2017 απόφαση του Εφετείου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 69/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την πλημμέλεια: α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη σε κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6 του Ν. 2882/2001 που αφορούν τον τρόπο της παρέμβασης και των αιτημάτων που υποβάλλονται με αυτή, καθόσον εσφαλμένα έκρινε ότι άσκησε ανταίτηση στην αυτοτελή με αριθμ. καταθ. 52/2013 αίτησή του, ενώ ουδέποτε άσκησε ανταίτηση στην αίτηση αυτή και β) από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα και από κακή ανάγνωση του δικογράφου των προτάσεών του, αλλά και της αυτοτελούς αίτησης στην οποία παρενέβη, δεν διέγνωσε την αληθινή έννοια της δήλωσής του και των περιεχομένων σε αυτή αιτημάτων του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξάρτητα του ότι και αυτός ομοίως καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου, γενομένου δεκτού, λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6 του Ν. 2882/2001, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγουμένη νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, ενώ όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το δικόγραφο των προτάσεων, αλλά και της αυτοτελούς αίτησης, το περιεχόμενο των οποίων ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι παραμορφώθηκαν με λανθασμένη ανάγνωση, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αλλά διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, επίσης δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός.

[VII] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ «αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, από το οποίο οι ακυρότητες ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 1735/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 79/2017 απόφαση του Εφετείου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 69/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το αίτημά του για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και υποχρέωσης περί αποζημίωσης των παρόδιων ιδιοκτητών, το οποίο περιλαμβανόταν στην ασκηθείσα προφορικά, με δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, και με τις προτάσεις του, ανταίτησή του στην από 31-12-2013 και με αριθμ.

καταθ. 1/2014 κύρια αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με την εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, παραδοχή, ότι στην εν λόγω κύρια αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου δεν περιέχεται αντίστοιχο αίτημα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, η ανταίτηση, η οποία ασκείται με τις προτάσεις κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2002, πρέπει να αναφέρεται στα ίδια κεφάλαια με αυτά της κύριας αίτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη, το δε κεφάλαιο της αποζημιώσεως για το έδαφος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, είναι διαφορετικό από το κεφάλαιο για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και επομένως στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την ανταίτηση του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με τις προτάσεις, κατά το αίτημα της περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, με την αιτιολογία ότι στην κυρία από 31.12.2013 αίτησης του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου δεν εισάγεται αντίστοιχο αίτημα και το κεφάλαιο αυτό της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, είναι διαφορετικό από το κεφάλαιο της ως άνω κυρίας αίτησης του αναιρεσιβλήτου περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και για τα επικείμενα σ' αυτά, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.

[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο κεφάλαιο στον ως άνω γενόμενο δεκτό πρώτο λόγο αναίρεσης. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτού (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. ΚΠολΔ, παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την υπ’ αριθμ. 79/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 69/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το κεφάλαιό της αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη

Αντιπρόεδρος

του Αρείου Πάγου

Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ