Legislator Case Law & Legislation
1290/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for a new argument not raised in lower courts.

Case Number 1290/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant attempted to introduce a new defense regarding the employee's resignation and the automatic renewal of the fixed-term contract for the first time during the appeal phase. The court ruled that this argument was inadmissible because it was not formally presented or recorded as a defense during the initial proceedings, constituting a fatal flaw to the lawsuit's foundation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 564, 566, 144 of the Code of Civil Procedure; A new argument introduced for the first time in an appeal that is fatal to the lawsuit is inadmissible if it was not formally presented and recorded as a defense in the lower courts.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal new argument labor dispute fatal defense recorded defense automatic renewal fixed term contract

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 564, 566, 144 of the Code of Civil Procedure
Article 16 of the Constitution
Articles 33(1) and 361 of the Civil Code
Articles 648, 651, 655 of the Civil Code
Article 30 of Law 682/1977
Article 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ - ΣΧΟΛΗ ... Α.Ε." με δ.τ. "ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Β. - Π. του Β., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Περγαμάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-02-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2842/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 598/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16-04-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την από 16-04-2019 με αριθμό καταθέσεως 3887/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 598/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 25-11-2014, με αριθμό 8040/2014 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, ΣΧΟΛΗ ... ΑΕ" με δ.τ. "ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΑΕ". Με την απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της αριθ. 2842/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή κατά ένα μέρος και ως ουσία βάσιμη την από 04-02-2011, με αριθμό καταθέσεως 32063/2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία προέβαλε αξιώσεις από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και της επιδικάστηκε το συνολικό ποσό των 12.009,37 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 16 του συντάγματος ορίζεται ότι:

«1. ...

2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της Εθνικής και Θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.

3. [...]

8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης αδείας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία του που ασκείται πάνω σ' αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους [...]. Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες, απαγορεύεται [...]".

Σύμφωνα με το εκδοθέντα κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 16 παρ. 8 εδ α του Συντάγματος Ν. 681/1977 "περί Ιδιωτικών Σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων (Α'244), όπως αυτός ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 2986/2002 (Α 24 και πριν τη δημοσίευση του ν.4046 και 4093/2012) και το άρθρο 24 αυτού το διδακτικό προσωπικό των πιο πάνω σχολείων πρέπει να έχει κατ' αρχήν τα απαιτούμενα από το διδακτικό προσωπικό των δημοσίων σχολείων προσόντα.

Με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου θεσπίζεται επετηρίδα "ιδιωτικών εκπαιδευτικών" στην οποία εγγράφονται οι εκπαιδευτικοί που έχουν τα νόμιμα προσόντα και η οποία τηρείται στην Κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας και περιλαμβάνει τρεις πίνακες (Α, Β, Γ) ανάλογα με την προϋπηρεσία των διδασκόντων ή επιθυμούντων να διδάξουν στα ιδιωτικά σχολεία.

Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες τους μεταξύ των εγγεγραμμένων στους πίνακες της επετηρίδας ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορίζεται από τον οικείο Επιθεωρητή, κατόπιν προτάσεως του ιδιοκτήτη του σχολείου.

Εξάλλου, με το άρθρο 30 του ίδιου νόμου ορίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«1. Οι διδάσκοντες στα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης εκπαιδευτικοί, τελούν σε σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα.

2. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Β' προτείνονται προς πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από το Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης ή Προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του δεύτερου έτους από την πρόσληψή του. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους υπηρεσίας ή κατά τη λήξη της διετίας ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση με καταβολή αποζημίωσης δύο μηνών στον εκπαιδευτικό. Μετά την πάροδο της διετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί κατά τα ανωτέρω ανανεώνεται αυτοδικαίως για τέσσερα ακόμη έτη.

3. α) Μετά την πάροδο της τετραετίας η σύμβαση μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί μόνο για τους λόγους που προβλέπονται από:...

4. οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Α' του άρθρου 28 του παρόντος προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον αρμόδιο Διευθυντή εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του έκτου έτους από την πρόσληψή του. Κατά τη λήξη της εξαετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί, σύμφωνα με το εδάφιο β' της παραγράφου 3 μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί, σύμφωνα με το εδάφιο α' της ίδιας παραγράφου».

Περαιτέρω, το άρθρο 33 του ίδιου νόμου ορίζει:

«1. Η σχέσις εργασίας μεταξύ του ιδιοκτήτου ιδιωτικού σχολείου και του ιδιωτικού εκπαιδευτικού λύεται διά του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως, μετά πράξιν του οικείου Επιθεωρητού [...]

3) Παραίτησις Ιδιωτικού εκπαιδευτικού κατά την διάρκειαν του διδακτικού έτους επιτρέπεται μόνον τη συναινέσει του ιδιοκτήτου ή δι' αποχρώντα λόγον εκτιμώμενον υπό του οικείου Επιθεωρητού. Η παραίτησις υποβάλλεται προς τον Επιθεωρητήν διά του ιδιωτικού σχολείου, η δε αποδοχή αυτής κοινοποιείται αμέσως προς τον ιδιοκτήτην, όστις υποχρεούται εντός 5 ημερών να υποβάλει πρότασιν περί διορισμού αντικαταστάτου. Ο παραιτηθείς δεν δύναται να αποχωρήσει του σχολείου, προς της αναλήψεως των καθηκόντων του αντικαταστάτου, εκτός αν παρήλθε μην από την υποβολή της παραιτήσεώς του και δεν του εγένετο κοινοποίησις της αποδοχής του. Οι διοριζόμενοι εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λογίζονται αυτοδικαίως παραιτούμενοι εκ του ιδιωτικού σχολείου εις το οποίο υπηρετούν, άμα τη αναλήψει υπηρεσίας εις την δημόσιαν εκπαίδευσιν [...]».

Επίσης, ο νομοθέτης παράλληλα προς το βασικό κανόνα δικαίου που θεμελιώνει τα δικαιώματα και προσδίδει και τις έννομες εκ τούτων συνέπειες, διατυπώνει και άλλους αυτοτελείς, αντίθετους προς το βασικό, κανόνες δικαίου. Οι αντίθετοι αυτοί κανόνες προϋποθέτουν το πραγματικό του βασικού κανόνα, αλλά περιέχουν και πρόσθετα στοιχεία που ματαιώνουν την έννομη συνέπεια του βασικού κανόνα. Οι αντίθετοι κανόνες θεμελιώνουν τις ενστάσεις. Οι ενστάσεις ανάλογα με το είδος των συνεπειών τους διακρίνονται σε διακωλυτικές, δηλαδή αυτές που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση της γέννησης του ασκούμενου από τον αντίδικο δικαιώματος, σε δικαιοφόρες ή καταλυτικές όταν έχουν ως συνέπεια την κατάρτιση του ασκηθέντος δικαιώματος και σε δικαιοανασταλτικές όταν παρακωλύουν την άσκηση του δικαιώματος. Εξάλλου, στοιχείο της βάσεως της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση απολύσεως αποτελεί η επίκληση της σχέσεως εργασίας, η διάρκειά της καθώς και η διά καταγγελίας λύση της (ΑΠ 331/1999, ΑΠ 442/1996). Στοιχείο δε της βάσεως της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών αποδοχών, αποτελεί η κατάρτιση της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο οφειλόμενος μισθός και το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές (ΑΠ 121/2019, ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 800/2017).

Επίσης, από τα άρθρα 591 παρ.1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από τον ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως γενόμενο κατά τη συζήτηση σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΑΠ 1351/2019, ΑΠ 72/2016).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 447/2019, 611/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμησή του) προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αριθ. 598/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, ότι παρά το νόμο, απέρριψε το συναφή λόγο της από 25.11.2014 έφεσης της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ'αριθμ.2842/2014 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο διατυπώνονταν παράπονα κατά της τελευταίας απόφασης ότι εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό της περί παραιτήσεως της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης από την εργασία της, πριν την λήξη της διετίας και περί μη αυτοδίκαιης ανανέωσης της συμβάσεώς της για μία ακόμη τετραετία, με συνέπεια να μην οφείλεται αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως κατά τη διάρκεια της τετραετίας, ούτε διαφορές αποδοχών, λόγω μη προαγωγής της στο επόμενο κλιμάκιο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον εξεταζόμενο λόγο, το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, τον θεμελιωτικό σχετικό λόγο έφεσης ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν προβλήθηκε παραδεκτά, επειδή δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ ο επίμαχος ισχυρισμός, δεν είναι αυτοτελής.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την από 04-02-2011 αγωγή της η ενάγουσα εξέθετε ότι δυνάμει της από 01-09-2006 συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, προσλήφθηκε ως εκπαιδευτικός, δασκάλα κατά το Ν. 682/1977, στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο της εναγομένης, που έχει έδρα την Παλλήνη Αττικής για τη διετία από 01-09-2006 μέχρι 31-08-2008, ότι στη συνέχεια η σύμβαση της ανανεώθηκε για ένα ακόμη χρόνο, δηλαδή έως 31-08-2009, αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ανανεώθηκε αυτοδικαίως εκ του νόμου για τέσσερα ακόμα έτη, ήτοι μέχρι 31-08-2012, ότι έκτοτε εργάστηκε συνεχώς μέχρι την 31-08-2010 με μηνιαίες αποδοχές που ανήλθαν σε l620,91 ευρώ, οπότε η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας σιωπηρά τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση 6 μηνών, ανερχόμενη στο ποσό των 11.619,37 ευρώ, ότι διατηρεί επίσης απέναντι της εναγομένης απαίτηση από διαφορές αποδοχών 390 ευρώ (που δικαιούτο λόγω της μισθολογικής προαγωγής συνεπεία της αυτοδίκαιης ανανέωσης της σύμβασης για μία τετραετία), και ότι λόγω της προαναφερόμενης παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ.

Ενόψει αυτών, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 17.009,37 ευρώ, 12.009,37+5.000 ευρώ), νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις από τη σύμβαση εργασίας της, άλλως το ποσό των 12.009,37 ευρώ (11.619,37 + 390) κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η αριθ. 2842/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της του αδικαιολογήτου πλουτισμού καθώς και ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος ως βάσιμη την ουσία της, κατά την κύρια βάση της, ως προς τις διαφορές αποδοχών και αποζημίωση απολύσεως, και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.009,37 ευρώ, νομιμοτόκως, δεχόμενη ότι με την επαναπρόσληψη της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας για δύο ακόμη έτη (ήτοι μέχρι 31-8-2010), ανανεώθηκε εκ του νόμου για μία τετραετία η αρχική σύμβαση και ότι η μη αποδοχή μετά την 31-8-2010 από την αναιρεσείουσα - εναγομένη των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας αυτοτελώς σιωπηρά καταγγελία της ανανεωθείσης σύμβασης εργασίας της.

Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη - αναιρεσείουσα, άσκησε την από 25-11-2014 έφεση της, με την οποία, μεταξύ άλλων παραπονέθηκε για την απόρριψη από το Εφετείο ως απαράδεκτου του ως άνω ισχυρισμού της περί παραιτήσεως της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης από την υπηρεσία της πριν τη λήξη της διετίας που είχε ως συνέπεια την μη αυτοδίκαιη ανανέωση της σύμβασής της για τέσσερα ακόμη έτη, λόγω μη καταχωρήσεως του ισχυρισμού αυτού στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ αυτός δεν ήταν αυτοτελής. Το Εφετείο αναφορικά με τον ως άνω λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας δέχθηκε τα εξής:

«|Ο προταθείς με το πρώτο λόγο έφεσης αυτοτελής ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ενάγουσα είχε παραιτηθεί την 31-08-2008 και συνεπώς δεν είχε μετατραπεί η σύμβασή της σε αορίστου χρόνου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, καθόσον δεν προτάθηκε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, γεγονός που ομολογεί και η ίδια η εναγόμενη. Ο εν λόγο δε ισχυρισμός είναι αυτοτελής, καθόσον οδηγεί σε κατάλυση της ιστορικής βάσης της αγωγής […]|»". Στη συνέχεια, το Εφετείο, δέχθηκε ότι είναι βάσιμη κατά ένα μέρος στην ουσία της η αγωγή, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την απόφαση του οποίου επικύρωσε και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της.

Από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με προφορική προβολή και καταχώρησή του στα πρακτικά, αλλά το πρώτο προεβλήθη από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς προφορική δήλωση.

Εφόσον όμως δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι υπήρξε σαφής, έστω και συνοπτική προβολή του παραπάνω ισχυρισμού, όπως άλλωστε δεν αμφισβητεί και η αναιρεσείουσα και δεν έγινε καταχώρηση του στα πρακτικά, δεν υπήρξε σύννομη προβολή του, αφού αυτός αποτελεί όχι απλή άρνηση, αλλά καταλυτική της αγωγής ένσταση.

Τούτο διότι, ο εν λόγω ισχυρισμός προϋποθέτει μεν την έννομη σχέση στην οποία στηρίζεται η αγωγή, δηλαδή τη μεταξύ των διαδίκων σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, περιέχει όμως και το πρόσθετο στοιχείο της παραίτησης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας από την υπηρεσία της πριν τη λήξη της διετίας, η οποία ενέχει και παραίτηση από το δικαίωμα της αυτοδίκαιης ανανέωσης της συμβάσεως για τέσσερα ακόμη έτη, με συνέπεια τη λύση της σύμβασης, που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 33 παρ.1 και 3 Ν. 682/1977 και 361 ΑΚ.

Με τον ισχυρισμό αυτό δηλαδή γίνεται επίκληση κανόνα ουσιαστικού δικαίου διάφορου εκείνου που θεμελιώνει την ιστορική βάση της αγωγής, ήτοι του άρθρου 30 Ν. 682/1977 για την αποζημίωση απολύσεως, όπως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας (κεφάλαιο που δεν προσβάλλεται) και άρθρων 648, 651 και 655 ΑΚ, ως προς τις διαφορές αποδοχών και ο οποίος αν αποδειχθεί ματαιώνει την έννομη συνέπεια που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, δηλαδή τις αξιώσεις για αποζημίωση απολύσεως και για διαφορές αποδοχών, που στηρίζονται στην αυτοδίκαιη παράταση της σύμβασης για τέσσερα ακόμα έτη.

Επομένως πρόκειται για καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό.

Συνεπώς, απορρίπτοντας το Εφετείο το σχετικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο παρών λόγος είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτηση της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-04-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 598/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ