Legislator Case Law & Legislation
1290/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against second-instance dismissal of property damage claim for specific period.

Case Number 1290/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the second-instance court's dismissal of a property damage claim. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim for benefits derived from unauthorized use of his property between 1990 and 2003. The court ruled that since the case was not transferred to the appellate court regarding interest claims, the lower court was not obligated to examine the substantive validity of the main claim for that specific period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1094, 1096, 1098 of the Civil Code; If a case is not transferred to the appellate court regarding a specific claim, the second-instance court is not obliged to examine the substantive validity of that claim and may dismiss it without detailed reasoning.

Keywords

AI generated
property damage claim unauthorized use benefits derived appellate review case transfer substantive validity dismissal without reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 1094, 1096, 1098 of the Civil Code
Articles 345, 346 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(6) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. - Σ. (M.-S.) Τ. (T.) του Ί. (I.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Κακούνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Δ. του Ι., 2) Χ. Δ. του Β., 3) Σ. Δ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντίοπο Σελιανίτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 427/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/4/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 427 /2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 16-3-2015 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 128/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία, αφού εξαφάνισε, κράτησε, δίκασε την υπόθεση και δέχτηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 7-7-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν το ποσό της ωφέλειας που αυτοί εισέπραξαν, από 1-1-1990 έως 24-2-2010, από την εν γνώσει τους παράνομη και αυθαίρετη χρήση - εκμετάλλευση του περιγραφόμενου ακινήτου ιδιοκτησίας του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1096-1098 ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής ,αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, περαιτέρω δε αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην παραγραφή της διάταξης αυτής υπάγονται οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 του ΑΚ και μόνον κατ' εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 572/2017, ΑΠ 907/2015, ΑΠ 1372/2014, ΑΠ 508/2011, αντίθ. 1771/2014).

Περαιτέρω, με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ, θεσπίζεται εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα παραγραφής των αξιώσεων και σύμφωνα με αυτό, οι αξιώσεις των καθυστερούμενων προσόδων, κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά κλπ. παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Στην έννοια των καθυστερούμενων προσόδων υπάγονται οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και τα εν γένει ωφελήματα που παρέχει η χρήση του πράγματος βάσει έννομης σχέσης ,ενώ στην έννοια της περιοδικώς επαναλαμβανόμενης παροχής υπάγεται εκείνη που έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και επαναλαμβάνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα χωρίς να τελεί ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση ή προθεσμία, αλλά παρέχεται από μόνη την πάροδο του χρόνου.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 2/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης ,δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο άμεσος δικαιοπάροχος, πατέρας του εφεσιβλήτου, Ί. Τ. (I. T.) δυνάμει του με αριθμ. ....86/10-6- 1966 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ν.

Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ....6 με αριθμό ....04 στο Υποθηκοφυλακείο ...., απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή με αγορά από τον πρώτο των εκκαλούντων μία εδαφική έκταση, στη θέση "......" της περιφέρειας της πόλης και Κοινότητας ....., επιφάνειας τριών (3) στρεμμάτων. Η έκταση αυτή συνορεύει ανατολικά και νότια με ακτή, δυτικά και βόρεια με πρώην ιδιοκτησία του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη με ιδιοκτησίες των ανωνύμων εταιριών με τις επωνυμίες "...

S.A." με έδρα τον ... και "..." με έδρα τη .... Μάλιστα την ίδια χρονιά ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου ξεκίνησε εργασίες ανέγερσης οικίας επί εκτάσεως 750 τ.μ.. Λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και της μόνιμης κατοικίας του στη ..., ο τελευταίος διόρισε τον πρώτο εκκαλούντα ως επιστάτη του ακινήτου και του ανέθεσε, ως βοηθού νομής, την επίβλεψη των εργασιών ανοικοδόμησης.

Τις σχετικές εργασίες οικοδόμησης χρηματοδοτούσε αποκλειστικά ο ίδιος ο ανωτέρω αγοραστής, αποστέλλοντας για το σκοπό αυτό διάφορα χρηματικά ποσά στον πρώτο εκκαλούντα, οι δε εργασίες οικοδόμησης της οικίας αποπερατώθηκαν το έτος 1967. Τελικώς, επί της ως άνω εδαφικής έκτασης ανεγέρθη διώροφη πολυτελής οικία, αποτελούμενη από:

α) υπόγειο, επιφανείας 14,40 τμ, β) ισόγειο, επιφανείας 115 τμ μετά βεράντας επιφανείας 41 τμ, και γ) πρώτο όροφο, επιφάνειας 115 τμ., μετά βεράντας 41 τμ. Ειδικότερα, το υπόγειο αποτελείται από ένα ενιαίο χώρο διαστάσεων 4X3,60 μ., το ισόγειο από είσοδο-διάδρομο, κλιμακοστάσιο, σαλοτραπεζαρία με τζάκι και βεράντα, ένα υπνοδωμάτιο, κουζίνα, WC, και ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο κάτω από την κλίμακα ανόδου στον πρώτο όροφο με ανεξάρτητη εξωτερική είσοδο από την βορειοδυτική πλευρά της οικίας, και ο πρώτος όροφος αποτελείται από κλιμακοστάσιο, τρία υπνοδωμάτια, ένα δωμάτιο γενικής χρήσης-γραφείο, διάδρομο, λουτροκαμπινέ, πατάρι, WC, προθάλαμο (χωλλ) και βεράντες (βλ.

εμπρόσθια όψη του 2ου φύλλου της προσκομιζόμενης μετ' επικλήσεως με αριθμό ...34/24.2.2010 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Σ.). Η οικία αυτή επιπλώθηκε με επιμέλεια και ευθύνη του 'Ι. Τ. με έπιπλα που ο ίδιος μετέφερε από τη ..... και την ..... Ταυτόχρονα, ο Ί.

Τ. (I. T.) ξεκίνησε να διαμένει στην ανωτέρω οικία με την οικογένειά του και τρίτα φιλικά τους πρόσωπα συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1982, οπότε ο πρώτος των εκκαλούντων, η παρουσία του οποίου περιοριζόταν εκεί αποκλειστικά στη συντήρηση της οικίας και σε βοηθητικές εργασίες σε αυτή, τον απέβαλε από τη νομή της οικίας του και του περιβάλλοντος χώρου.

Ειδικότερα, το Σεπτέμβριο του έτους 1982 ο πρώτος των εκκαλούντων δήλωσε στον Ί. Τ. (I. T.) ότι η οικία είναι δική του και ταυτόχρονα παρακράτησε τα κλειδιά αυτής, απαγορεύοντας έκτοτε στον ίδιο και την οικογένειά του την πρόσβαση και διαμονή σε αυτή. Στη συνέχεια ο Ί. Τ. (I. T.) ήγειρε την από 30-06-1983 και με αριθμό κατάθεσης 1493/1983 διεκδικητική αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με αίτημα να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του ανωτέρω οικοπέδου μετά της επ' αυτού ανεγερθείσας οικίας και να του αποδοθεί η εν λόγω εδαφική έκταση με την επ' αυτής ανεγερθείσα οικία.

Στις 24-06-1998 απεβίωσε ο Ί. Τ. (I. T.) και τη δίκη συνέχισε η σύζυγος του Ρ. χήρα Ί. Τ. και τα τέκνα του Μ. Τ. και Μ. - Σ. Τ., ήδη εφεσίβλητος. Πλην όμως οι έτεροι δύο άνω διάδικοι στη δίκη εκείνη συγκληρονόμοι του (ήτοι η μητέρα και ο αδελφός του εφεσιβλήτου), αφού αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, μεταβίβασαν στον εφεσίβλητο τα ποσοστά τους επί του επίδικου ακινήτου, λόγω γονικής παροχής και δωρεάς αντίστοιχα, και έτσι ο τελευταίος κατέστη νόμιμα αποκλειστικός και πλήρης κύριος επί του επίδικου ακινήτου, όπως δέχθηκε και η με αριθμό 800/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Ιδιαίτερα αξίζει να αναφερθεί ότι το Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το με αρ. πρωτ. ..76/19-12-2008 έγγραφο (Νομική Πληροφορία) του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, έκρινε ότι οι ανωτέρω ήταν οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ί.

Τ., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος, οι δε δύο πρώτοι εξ αυτών (Ρ. χήρα Ί. Τ. και Μ. Τ.), αφού αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, μεταβίβασαν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στον εφεσίβλητο, δυνάμει των με αριθμούς ...68 και ...69/29-07-1999 νομίμως μεταγραφέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων της συμβολαιογράφου Α. σύζ.

Β. το γένος Κ., τα επικαλούμενα από αυτούς δικαιώματα επί του επίδικου ακινήτου στη θέση ... της νήσου ...., απορριπτομένου από τούδε ως ουσία αβάσιμου του προβληθέντος πρωτοδίκως ισχυρισμού των εναγομένων περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του εφεσιβλήτου, τον οποίο επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο έφεσης κατά το τρίτο σκέλος του, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος.

Επί της ανωτέρω διεκδικητικής αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 4483/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αφού έγινε δεκτή η αγωγή εκείνη, αναγνωρίστηκε ο εφεσίβλητος αποκλειστικός και πλήρης κύριος του επίδικου ακινήτου και υποχρεώθηκε ο πρώτος των εκκαλούντων να αποδώσει στον εφεσίβλητο το επίδικο ακίνητο, ήτοι την ανωτέρω εδαφική έκταση μετά της επ' αυτού ανεγερθείσας οικίας.

Κατά της απόφασης αυτής ο πρώτος εκκαλών άσκησε έφεση, η οποία όμως απερρίφθη δυνάμει της με αριθμό 800/2009 άνω απόφασης του Εφετείου Πειραιά και ακολούθως αναίρεση από τον ίδιο ηττηθέντα σε δεύτερο βαθμό διάδικο και υπέβαλε και πρόσθετους λόγους αυτής. Αναίρεση και πρόσθετοι λόγοι αυτής απερρίφθησαν δυνάμει της υπ' αριθμ. 616/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου και έκτοτε η με αριθμό 4483/2006 απόφαση κατέστη αμετάκλητη.

Στη συνέχεια η απόφαση αυτή μετεγράφη στις 26-2-2010 στο περιθώριο του βιβλίου διεκδικήσεως του Υποθηκοφυλακείου .....στον Τόμο .... και με α./α. ....5. Μετέπειτα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....6/2-2-2010 αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου (α') εκτελεστού της με αριθμό 4483/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της παρά πόδας αυτού από 24-2-2010 έγγραφης εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου του εφεσιβλήτου, ο πρώτος των εκκαλούντων αποβλήθηκε από την επίδικη οικία αυθημερόν (ήτοι στις 24-2-2010), και στη νομή αυτής εγκαταστάθηκε πλέον ο εφεσίβλητος, ενώ σε πίστωση των ανωτέρω συντάθηκε η με αριθμό ....34/2010 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Σ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αξία του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο διέθετε άνετους και πολυτελείς χώρους διαβίωσης, με απρόσκοπτη θέα προς τη θάλασσα και πρόσβαση σε αυτή, είχε εκτιμηθεί για το Μάρτιο του έτους 2010 δυνάμει της από 16-4-2010 Έκθεσης Εκτίμησης Αγοραίας Αξίας Ακινήτου της Ειδικής Ορκωτής Εκτιμήτριας - Εμπειρογνώμονος, μέλους του Βασιλικού Ινστιτούτου Ορκωτών Εκτιμητών, Μ.

Σ., στο ποσό των 350.000 ευρώ (με υπολογισμό της προεξόφλησης χρηματορροών και του αποσβεσμένου κόστους αντικατάστασης) και ειδικότερα στο ποσό των 13.500 ευρώ για το οικόπεδο (750 τμ Χ18 ευρώ ανά τ.μ επί του εδάφους) και στο ποσό των 85.867 ευρώ (με βάση το αποσβεσμένο κόστος αντικατάστασης έτους 2010) για κάθε ένα από τα τμήματα του υπογείου, ισογείου και του πρώτου ορόφου, επιφανείας εκάστου εξ αυτών 115 τμ.

Ακολούθως, από την εκτίμηση της ανωτέρω έκθεσης σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις φωτογραφίες, αλλά και άπαντα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κρίνεται ότι η αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 13.500 ευρώ για το οικόπεδο, στο ποσό των 85.000 ευρώ για κάθε ένα από τα επίπεδα του ισογείου και του πρώτου ορόφου και στο ποσό των 10.752 ευρώ για το υπόγειο (επιφανείας 14,40 τ.μ.) και συνολικά στο ποσό των 194.252 ευρώ (13.500+ 85.000 + 85.000 + 10.752) ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ήδη από το έτος 1983 οι εκκαλούντες, από κοινού, ενεργώντας άλλοτε στο όνομα όλων, άλλοτε στο όνομα ενός εξ αυτών, ξεκίνησαν να εκμισθώνουν την ανωτέρω οικία για τη θερινή περίοδο είτε σε Έλληνες είτε σε αλλοδαπούς παραθεριστές, αν και γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα να νέμονται το ανωτέρω ακίνητο, καθώς αυτό ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον Ί.

Τ. αρχικά και ακολούθως στον εφεσίβλητο, υιό του, αμφότεροι δε είχαν καταστήσει σαφές, τόσο με την έγερση διεκδικητικής αγωγής όσο και προφορικά ότι το ακίνητο τους ανήκει. Ειδικότερα, από το έτος 1990, οπότε και ο εφεσίβλητος αιτείται τα ωφελήματα του ακινήτου έως και το έτος 1999, το επίδικο ακίνητο εκμισθωνόταν μόνο κατά τη θερινή περίοδο, ήτοι από το μήνα Απρίλιο έως και το μήνα Οκτώβριο, οι δε εκκαλούντες δήλωναν το γεγονός τούτο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ....

όπως προκύπτει, ενδεικτικά, από τα με αριθμούς ....77, ...78 και ....28/1999 πιστοποιητικά της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τα οποία το επίδικο ακίνητο λειτούργησε ως επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων και ειδικότερα την περίοδο 1984-1996 λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση στο όνομα της δεύτερης των εκκαλούντων, θυγατέρας του πρώτου των εκκαλούντων, ενώ από το έτος 1997 έως και το έτος 2010, ο πρώτος των εκκαλούντων το παραχωρούσε δωρεάν στην τρίτη αυτών, θυγατέρα του, από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το ακίνητο εκμισθωνόταν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.

Από το έτος 2000 έως και την αποβολή του εφεσιβλήτου από το ακίνητο, στις 24-2-2010, το ακίνητο εκμισθωνόταν καθόλη τη διάρκεια του έτους και ειδικότερα τα έτη 2000, 2001 και 2002 σε παραθεριστές με ημερήσιες, εβδομαδιαίες ή μηνιαίες συμβάσεις μισθώσεως, ενώ από το έτος 2003 έως και τις 24-2-2010 με ετήσια σύμβαση μισθώσεως και μίσθωμα 1.500 ευρώ μηνιαίως, όπως αυτό αποδεικνύεται ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του εφεσιβλήτου.

Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι δεν εκμίσθωναν το επίδικο ακίνητο, διότι η πρόσβαση σε αυτό δεν ήταν ευχερής, αναιρείται αφενός από τα ανωτέρω πιστοποιητικά, τα οποία οι ίδιοι επικαλέστηκαν σε προηγούμενη δίκη τους με τον εκκαλούντα (βλ. ιδίως σελίδα 3 του από 8-2-2007 εφετηρίου επί ασκηθείσας εφέσεως από τον πρώτο των εκκαλούντων κατά της υπ' αριθμ. 4493/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η επίδικη κατοικία στις επαγγελματικές κάρτες εκμίσθωσης παραθεριστικής κατοικίας του πρώτου των εκκαλούντων, αλλά και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εφεσιβλήτου, η οποία είχε ιδία αντίληψη περί της εκμίσθωσης του επίδικου ακινήτου καθώς σε ανύποπτο χρόνο και δη το έτος 2001 ζήτησε και έλαβε πληροφορίες από την τρίτη των εκκαλούντων, η οποία φερόταν τότε υπεύθυνη της επιχείρησης για τις ημερομηνίες διαθεσιμότητας τού προσφερόμενου προς εκμίσθωση ακινήτου καθώς και για το ύψος του μισθώματος αυτού.

Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος επικαλείται και προσκομίζει την από 14-6-2001, νομότυπα μεταφρασθείσα στην Ελληνική, επιστολή ενδιαφέροντος του A. O. προς την τρίτη εκκαλούσα με σκοπό τη μίσθωση της επίδικης οικίας, στην οποία η τελευταία απάντησε, επιβεβαιώνοντας ότι αυτή (κατοικία), την οποία μάλιστα περιέγραφε λεπτομερώς, προσφέρεται προς εκμίσθωση για το χρονικό διάστημα μετά τις 8 Σεπτεμβρίου, καθώς το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε ήδη εκμισθωθεί, με ημερήσιο μίσθωμα 70.000 δραχμών την ημέρα (205,43 ευρώ).

Επίσης, ο εφεσίβλητος επικαλείται και προσκομίζει αναρτήσεις στο διαδίκτυο με φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα με τις οποίες η μισθωτική αξία του ξεκινά από 650 λίρες Αγγλίας εβδομαδιαίως κατά την περίοδο χαμηλής ζήτησης και συγκεκριμένα τους μήνες Ιανουάριο έως Μάιο και Οκτώβριο έως Δεκέμβριο, ανέρχεται στις 1.200 λίρες Αγγλίας εβδομαδιαίως για τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο, ενώ τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο ανέρχεται στις 1750 λίρες Αγγλίας εβδομαδιαίως.

Αντιθέτως, η κατάθεση- ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - του μάρτυρα των εκκαλούντων, γαμβρού του πρώτου των εκκαλούντων, περί μη εκμίσθωσης του ανωτέρω ακινήτου κρίνεται μη πειστική, καθώς αν και κατέθεσε ότι και ο ίδιος έκανε χρήση χώρων του ακινήτου και ότι τουλάχιστον ο πρώτος των εκκαλούντων διέμενε σε αυτό για αρκετό χρονικό διάστημα, εν τούτοις κατέθεσε ότι δεν γνώριζε για την αντιδικία των διαδίκων σχετικά με την κυριότητα του ακινήτου ούτε αναγνώριζε αυτό στις επιδειχθείσες φωτογραφίες, παρόλο που το είχε επισκεφθεί αρκετές φορές και η εξωτερική όψη του είναι χαρακτηριστική και ευχερώς θεατή ακόμη και από τη θάλασσα.

Περαιτέρω, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δυνατό να εκμισθωθεί καθώς ήταν αυθαίρετο, ως ανεγερθέν εντός δασικής έκτασης. Όμως ο ισχυρισμός αυτός, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης (πέμπτο κατά το τελευταίο σκέλος του) και αληθής υποτιθέμενος, ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα δίκη, αντικείμενο της οποίας είναι η στέρηση των ωφελημάτων του κυρίου από την παράνομη κατακράτηση της οικίας του από τους εκκαλούντες και τούτο ανεξάρτητα από το νόμιμο ή μη οικοδόμησης του επίδικου.

Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, οι ίδιοι εκκαλούντες δήλωναν το επίδικο ακίνητο στις αρμόδιες υπηρεσίας ως επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, χωρίς η χρήση του αυτή να αναιρείται από τυχόν ύπαρξη αυθαίρετης οικοδόμησης. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, η δεύτερη και τρίτη των εκκαλούντων ισχυρίζονται ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικά, διότι οι ίδιες ουδέποτε προέβησαν σε πράξεις νομής ή παρακράτησης του επίδικου ακινήτου, πλην όμως από τα εισφερθέντα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι άπαντες οι εκκαλούντες από κοινού προέβησαν στην εκμετάλλευση του ακινήτου και την αποστέρηση της χρήσης του από τον εφεσίβλητο, καθώς αυτό, όπως ήδη αναφέρθηκε, δηλωνόταν ως επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων είτε στο όνομα της δεύτερης είτε στο όνομα της τρίτης αυτών, σε κάθε δε χρονική περίοδο μετά από κοινή απόφαση και των τριών ως προς τον τρόπο χρησιμοποίησής τους.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται, ιδίως, από τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά της Δ.Ο.Υ. ...., από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, και ιδίως από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εφεσιβλήτου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες η χωρίς δικαίωμα εκμετάλλευση του ακινήτου ήταν σε γνώση όλης της οικογένειας των εκκαλούντων, καθώς και από την επαγγελματική κάρτα της οικογένειας αυτών, στην οποία απεικονίζεται το επίδικο ακίνητο.

Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης (πρώτος λόγος) πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 250 αριθ. 17 ΑΚ, σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά. Η διάταξη αυτή αναφέρεται με γενικό τρόπο σε καθυστερούμενες προσόδους και σε περιοδικά επαναλαμβανόμενες παροχές και επομένως στην έννοια των όρων αυτών περιλαμβάνονται και οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και γενικώς τα ωφελήματα (άρθρ. 961, 962 ΑΚ), που η χρήση και η εκμετάλλευση του πράγματος περιοδικά απέφερε ή κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης θα μπορούσε περιοδικά να αποφέρει (ΑΠ 440/2000, ΑΠ 898/2009 ΤΝΠ Νόμος). Συνακόλουθα και οι σχετικές με την απόδοση τέτοιων ωφελημάτων ή της αξίας τους αξιώσεις του κυρίου του πράγματος κατά του επιλήψιμου νομέα υπόκεινται στην ως άνω πενταετή παραγραφή, η οποία κατά τα άρθρ. 251 και 253 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. [ΑΠ 2267/2013 ΤΝΠ Νόμος]. Οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο (β' σκέλος) της κρινόμενης έφεσης επαναφέρουν προς δικαστική κρίση την παραδεκτά και νομίμως προταθείσα ένσταση πενταετούς παραγραφής της επίδικης αξίωσης, ισχυριζόμενοι ότι αυτή μέχρι την 31-12-2004 έχει

υποκύψει σε παραγραφή.

Όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο από το έτος 2003 έως και την αποβολή του εφεσιβλήτου από αυτό, ήταν εκμισθωμένο με μηνιαίο μίσθωμα τουλάχιστον 1.500 ευρώ. Όμως η επίδικη αξίωση για το χρονικό διάστημα από 1/1/1990 έως 31/12/2003 έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, εφόσον η αγωγή, η οποία σημειωτέον επιδόθηκε στους εναγομένους στις 7-9-2010 (βλ.

σχετική επισημείωση στην εμπρόσθια όψη του πρώτου φύλλο της αγωγής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Σ.), είχε ήδη κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 29-7- 2010 (βλ. σχετική έκθεση κατάθεσης δικογράφου, υπογραφείσα από τη Γραμματέα του ιδίου Δικαστηρίου). Συνακόλουθα, εφόσον για το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 έως 31-12-2003 και μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των πέντε ετών, υπολογιζόμενο από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (αρχής γενομένης των περιοδικών παροχών για το έτος 1990), η ένδικη αξίωση έχει υποκύψει για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 1.1.1990 έως 31.12.2003) σε παραγραφή, και πρέπει, να γίνει δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης.

Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες εισέπραξαν για το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 (1.1.2004) και εφεξής το ποσό των 12.000 ευρώ (1.500 επί 12) ετησίως, ενώ για το έτος 2010 (από 1.1.2010 έως 24-2-2010) το ποσό των 2.785,71 ευρώ (1.500 + 1.500 επί 24/28). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες εισέπραξαν από την αυθαίρετη εκμίσθωση του επιδίκου:

α) για το έτος 2004 το ποσό των 18.000 ευρώ (1.500 ευρώ μηνιαίως Χ 12 μήνες), πλην όμως θα επιδικαστεί το αιτούμενο μικρότερο ποσό των 10.775,09 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το αίτημα της αγωγής, β) για το έτος 2005 το ποσό των 18.000 ευρώ (1.500 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες), πλην όμως θα επιδικαστεί το αιτούμενο μικρότερο ποσό των 11.210,26 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το αίτημα της αγωγής, γ) για το έτος 2006 το ποσό 18.000 ευρώ (1.500 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες), πλην όμως θα επιδικαστεί το ποσό των 11.569 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το αίτημα της αγωγής, δ) για το έτος 2007 το ποσό των 18.000 ευρώ (1500 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες), πλην όμως θα επιδικασθεί το αιτούμενο μικρότερο ποσό των 11.877,68 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το αίτημα της αγωγής, ε) για το έτος 2008 το ποσό των 18.000 ευρώ (1.500 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες), πλην όμως θα επιδικασθεί το αιτούμενο μικρότερο ποσό των 12.348,60 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το αίτημα της αγωγής, στ) για το έτος 2009 το ποσό των 18.000 ευρώ (1.500 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες), πλην όμως θα επιδικαστεί το αιτούμενο μικρότερο ποσό των 12.565 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το αίτημα της αγωγής και ζ) για το έτος 2010 το ποσό των 2.785,71 ευρώ (1.500 ευρώ μηνιαίως για τον Ιανουάριο και 24/28 του Φεβρουάριου), πλην όμως θα επιδικαστεί το αιτούμενο μικρότερο ποσό των 1.909,20 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί το αίτημα της αγωγής και συνολικά αποκόμισαν από την παραπάνω αιτία και κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα όφελος ύψους 72.254,83 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ,αφού δέχτηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων ως κατ'ουσίαν βάσιμη στο σύνολο της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από τους αναιρεσίβλητους (εναγόμενους - εκκαλούντες) ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 έως 31-12- 2003 και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για το χρονικό αυτό διάστημα, ενώ δέχτηκε την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 24.2.2010 και υποχρέωσε έκαστο των αναιρεσίβλητων, να καταβάλει

στον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) το ποσό των 24.084,94 ευρώ (10.775,09 +11.210,26 + 11.569 + 11.877,68 + 12.348,60 + 12.565 + 1.909,20 = 72.254,83 ευρώ:3), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, που αφορά στα ωφελήματα που αυτοί εισέπραξαν, από την αυθαίρετη χρήση-εκμετάλλευση του ακινήτου του αναιρεσείοντος, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2003, κατ αποδοχή της προβληθείσας από τους αναιρεσίβλητους ένστασης παραγραφής, α) παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1096 και 250 αρ. 17 ΑΚ, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, η σχετική αξίωση αφορά ωφελήματα που εισέπραξαν οι αναιρεσίβλητοι, ως κακόπιστοι νομείς, από την αυθαίρετη χρήση - εκμετάλλευση του ακινήτου του αναιρεσείοντος και όχι ωφελήματα με βάση έννομη σχέση, περαιτέρω δε η ίδια αξίωση δεν αποτελεί ούτε περιοδικά επαναλαμβανόμενη παροχή ,κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη , αφού, κατά τις ίδιες παραδοχές, το ακίνητο του αναιρεσείοντος από το έτος 1990 μέχρι το 1999 εκμισθωνόταν μόνο τη θερινή περίοδο και από το έτος 2000 μέχρι και την αποβολή εκμισθωνόταν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους και ειδικότερα τα έτη 2000, 2001 και 2002 σε παραθεριστές με ημερήσιες, εβδομαδιαίες ή μηνιαίες συμβάσεις μισθώσεως, ενώ από το έτος 2003 έως και τις 24-2-2010 με ετήσια σύμβαση μισθώσεως και μίσθωμα 1.500 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή το αντικείμενο της παροχής δεν ήταν εκ των προτέρων καθορισμένο, β) εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1096 και 249 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες καθόσον η ανωτέρω αξίωση του αναιρεσείοντος, που στηρίζει την κύρια βάση της αγωγής, θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 1096 ΑΚ, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, στην πενταετή παραγραφή, του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, αλλά στην εικοσαετή του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί παραγραφής, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άνω μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης ,από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εξέταση κατ' ουσίαν της ένστασης των αναιρεσίβλητων περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων μέχρι 31-12-2004, αντί της απόρριψης αυτής ως αόριστης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρα 68, 556 ΚΠολΔ), μετά την αναίρεση της απόφασης κατά το άνω μέρος ,η οποία οδηγεί σε ευμενέστερο για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα από ότι η απόρριψη της ίδιας ένστασης ως αόριστης.

Επίσης ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι και από τον αριθμό 19 της ίδιας διάταξης), με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο περί μη λήψης υπόψη των ισχυρισμών του περί αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσίβλητων και περί ευθύνης των τελευταίων κατά τις διατάξεις περί μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, ο οποίος προβάλλεται επικουρικά προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, δηλαδή μόνο για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης που αφορά την παραγραφή, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι έγινε δεκτός ως βάσιμος ο κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Για την άσκηση της αναίρεσης, όπως και για κάθε κατ' ιδίαν λόγο αυτής ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον (άρθρα 68, 556 Κ.Πολ.Δ.), που ανάγεται σε αυτοτελή διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, και ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη από τα στοιχεία της δικογραφίας.

Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία αυτού κρίνεται από την πλημμέλεια που αποδίδεται με το αναιρετήριο στην προσβαλλομένη απόφαση και από τη βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από την πλημμέλεια αυτή, επιδιώκεται δε με την άσκηση της αναίρεσης η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον τελευταίο συνέπειας. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι δηλαδή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ, θέτοντας ως βάση υπολογισμού την εκμίσθωση ή μη του ακινήτου, αντί τη ζημία λόγω αποστέρησης του πράγματος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 24-2-2010 οι αναιρεσίβλητοι εισέπρατταν μηνιαίως το ποσό των 1.500 ευρώ και ετησίως 18.000 ευρώ και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα τα αιτηθέντα από αυτόν για το ίδιο χρονικό διάστημα μικρότερα ποσά και συνεπώς ο αναιρεσείων κατά το μέρος αυτό είναι νικήσας διάδικος, το αποδιδόμενο δε σφάλμα του δικαστηρίου δε συνδέεται με βλαπτικό για τον τελευταίο διατακτικό της απόφασης.

Η εξέταση από το Εφετείο της επικουρικής βάσης της αγωγής, εκείνης δηλαδή που έχει σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ. και η έρευνά της τελεί υπό την αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, προϋποθέτει ότι το άνω δικαστήριο κατά παραδοχή έφεσης απέρριψε ολικά την κύρια βάση της αγωγής (ΑΠ 1493/2007).

Ενόψει αυτών, ο επικουρικά στον τέταρτο, προβαλλόμενος πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ν' αναιρεθεί, διότι δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκτιμώμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την κύρια βάση της, αλλά έγινε εν μέρει δεκτή, πράγμα που εμπόδιζε την εξέταση της επικουρικής βάσης της αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του (αντίθετη) έφεση ή αντέφεση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της "μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" (που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης - άρθρο 520 παρ. 2 - και αντέφεσης - άρθρο 523) δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Παρέπεται ότι το Εφετείο, αν μετ' εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δικάζοντας την αγωγή, επιδικάσει τόκους επί του κεφαλαίου που δεν επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη και το κεφάλαιο αυτό δεν είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, υποπίπτει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 207/2017, ΑΠ 2185/2013, ΑΠ 842/2010, ΑΠ 132/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής, της έφεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με την 128/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επιδικάστηκαν νόμιμοι τόκοι από επίδοση της αγωγής, ενώ ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του ζητούσε την επιδίκαση τόκων επί των αιτούμενων μερικότερων κονδυλίων από το τέλος κάθε μισθωτικού έτους, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση μόνο οι εναγόμενοι, χωρίς να πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση και ως προς το κεφάλαιο των τόκων και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής ως προς όλα τα αιτήματά της. Το Εφετείο ,με την προσβαλλόμενη απόφασή του ,κατά τα προαναφερθέντα, αφού δέχτηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων ως κατ'ουσίαν βάσιμη στο σύνολο της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε έκαστο των αναιρεσίβλητων, να καταβάλει

στον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) το ποσό των 24.084,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αγωγή δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο κατά το κεφάλαιο των τόκων, ενόψει και του ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την απόφαση κατά το μέρος αυτό, καθόσον, αν, το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσίαν, απέρριπτε την αγωγή στο σύνολό της κατά το κύριο αίτημα δεν υπήρχε θέμα επιδίκασης τόκων, αν δε δεχόταν την αγωγή εν μέρει, κατά το μέρος αυτό θα επιδικάζονταν υποχρεωτικά τόκοι, σύμφωνα με το ευμενέστερο για τους ίδιους νόμιμο επικουρικό αίτημα του ενάγοντος (άρθρα 345, 346 ΑΚ), ήτοι από την επίδοση της ένδικης αγωγής, όπως είχε κρίνει και η εκκαλούμενη απόφαση. Αφού, λοιπόν, η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το αίτημα επιδίκασης τόκων, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει τη νομιμότητα και ακολούθως την ουσιαστική βασιμότητα του κυρίου αιτήματος του αναιρεσείοντος περί επιδίκασης τόκων από το τέλος κάθε μισθωτικού έτους.

Συνεπώς, όσα υποστηρίζονται α) με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, παρότι η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό και όσον αφορά το κεφάλαιο των τόκων, απέρριψε το κύριο αίτημα περί επιδίκασης τόκων χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, β) με το έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 της ίδιας ανωτέρω διάταξης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα παρέλειψε να εφαρμόσει για το κύριο αίτημα επιδίκασης τόκων τις διατάξεις των άρθρων 1096-1098 εδ α ΑΚ, οι οποίες για τη έναρξη τοκοφορίας των αξιώσεων κατά του νομέα δεν απαιτούν όχληση, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε να διαλάβει αιτιολογίες για την απόρριψη του κυρίου αιτήματος περί επιδίκασης τόκων, καθόσον η υπόθεση δεν είχε μεταβιβαστεί σ'αυτό κατά το άνω μέρος.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ήδη έχει αναφερθεί, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τη διάταξη με την οποία απέρριψε την από 7-7-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 έως 31-12-2003 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ,αφού υποβάλλεται σχετικό νόμιμο αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183,189,191 παρ 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 427/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος εκείνο με το οποίο απέρριψε την από 7-7-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 έως 31-12-2003.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 24-4-2018 αίτηση του Μ. - Σ. Τ. του Ί. (M.- S. T.) για αναίρεση της ίδιας ανωτέρω απόφασης.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ