Supreme Court refers case to plenary session regarding constitutionality of lawyer practice restrictions under Law 3919/2011.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the filing of the appeal occurred before the new law granting unrestricted lawyer practice took effect. The court found the lower court's dismissal violated the principle of proportionality by ignoring the transitional period where the old restrictive law still applied. Consequently, the court referred the sole ground of appeal to the plenary session to examine the constitutionality of the specific provision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25(1) and 100(5) of the Constitution; The court must refer a case to the plenary session when a statutory provision restricting professional rights violates the principle of proportionality due to a transitional gap between old and new laws.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1290 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1290/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Γ. συζ. Β. Τ., το γένος Π. Π., 2.Π. Π. του Π., κατοίκων Πειραιώς, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βρέλλο.
Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Περιφερειακή ..., και δη στη Δημοτική ... νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως καθολικού διάδοχου του ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γατσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:93/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 183/2014 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 7-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του μεν άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη", του δε άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ αυτού (νόμου), την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή τούτου ως αντισυνταγματικού.
Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή έννοια", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 27/2008).
Με βάση τα ανωτέρω, ο έλεγχος της αναλογικότητας υπό στενή έννοια απαιτεί συσχετισμό δυο συγκρίσιμων μεγεθών, αφενός του περιοριστικού μέτρου και αφετέρου του επιδιωκόμενου σκοπού. Η εξειδίκευση των μεγεθών αυτών πρέπει να γίνεται με βάση τα προστατευόμενα συμφέροντα, η διαδικασία δε ελέγχου της αναλογικότητας απαιτεί τον προσδιορισμό της προσβολής καθενός από τα αντίρροπα συμφέροντα, σε συνδυασμό με την ανάγκη της προστασίας τους στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 6/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 3919/2011, ο οποίος ως στόχο είχε την κατάργηση αφενός αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και αφετέρου αδικαιολόγητων απαιτήσεων προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκηση πλήθους επαγγελμάτων, "1. Το άρθρο 44 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων (ΦΕΚ 235 Α’ ) αντικαθίσταται ως εξής: " Άρθρο 44 Ο Δικηγόρος, τόσο όταν ασκεί ατομικά τη δικηγορία όσο και όταν είναι μέλος δικηγορικής εταιρείας, έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι μέλος, καθώς και σε περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων." 2.
Οι παράγραφοι 2 έως και 4, καθώς και 7 του άρθρου 54 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίστανται ως εξής: "....... 3. Ο παρ’ Εφετείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και ενώπιον όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας".
Με τη θέσπιση των τελευταίων αυτών διατάξεων, σκοπός του νομοθέτη ήταν η αναδιοργάνωση του τρόπου άσκησης της δικηγορίας σε ολόκληρη την Επικράτεια με την κατάργηση των μέχρι τότε ισχυόντων, δυνάμει των άρθρων 44 και 54 παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικα Δικηγόρων), τοπικών περιορισμών όσον αφορά την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών και τη χορήγηση της δυνατότητας σε κάθε δικηγόρο, μέλος οποιουδήποτε δικηγορικού συλλόγου, να ασκεί πλέον το λειτούργημά του, εφόσον έχει τα κατά νόμον προσόντα, ενώπιον όλων των δικαστηρίων της Χώρας.
Εξ άλλου, η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω νόμου, πλην εκείνων που παρέχουν νομοθετική εξουσιοδότηση, αρχίζει κατά το άρθρο 10 τούτου, τέσσερις μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-3-2011), δηλαδή από τις 3-7-2011, προκειμένου, προδήλως, να υπάρξει η ευχέρεια επαρκούς ενημέρωσης και η αναγκαία προετοιμασία προσαρμογής τόσο στις εμπλεκόμενες υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης, όσο και στις επαγγελματικές τάξεις που επηρεάζονται από τις νεοπαγείς διατάξεις.
Ειδικώς, όμως, ο τεθείς από το νομοθέτη, για την πραγμάτωση του σκοπού αυτού, περιορισμός της επί τετράμηνο από την δημοσίευση του, ως άνω, νόμου δυνατότητας κάθε έχοντος τα προς τούτο προσόντα δικηγόρου, μέλους οποιουδήποτε δικηγορικού συλλόγου, να ασκεί το λειτούργημά του, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου της Χώρας, με συνέπεια την κήρυξη ως απαράδεκτης κάθε διαδικαστικής πράξης ενώπιον δικαστηρίου που πραγματοποιείται από δικηγόρο που είναι μέλος άλλου δικηγορικού συλλόγου από εκείνον του δικαστηρίου αυτού, είναι αντίθετος προς την προαναφερόμενη αρχή της αναλογικότητας διότι, αφενός μεν δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, καθόσον το αυτό αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, όπως λ.χ.
με την έκδοση σχετικής εγκυκλίου προς όλες τις δικαστικές αρχές και κοινοποίησή της στους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω χρονικό διάστημα προσαρμογής των τελευταίων και των μελών τους που έχουν, κατά τεκμήριο, συνεχή επαφή με τη νομοθεσία και αφετέρου δεν είναι εν στενή έννοια αναλογικός, διότι η βλάβη που προκαλείται με την απειλούμενη, ως άνω, κύρωση, δηλαδή το απαράδεκτο της διαδικαστικής πράξης του δικηγόρου για λογαριασμό του εντολέως του διαδίκου, ως στερούμενης αναγκαίας για το κύρος της προϋπόθεσης, είναι βαρύτερη από το επιδιωκόμενο όφελος, δηλαδή την επαρκή ενημέρωση και προετοιμασία των δικαστικών αρχών και των δικηγόρων για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.
Κατά συνέπεια η διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3919/2011, κατά το προαναφερόμενο και μόνο μέρος της, είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μεταξύ των οποίων και το απαράδεκτο άσκησης ενδίκων μέσων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 786/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την ένδικη υπόθεση: "Το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, για την κατάθεση δε συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται, σύμφωνα με το άρθρο 496 ΚΠολΔ, την οποία υπογράφει αυτός που καταθέτει, ενώ στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της που βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση (άρθρο 495 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).
Αν η έφεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, το Εφετείο την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης που πρέπει να συντρέχουν, για την έγκυρη γένεση και διεξαγωγή αυτής, περιλαμβάνεται και η ικανότητα προς το δικολογείν, περί της οποίας προβλέπει το άρθρο 94 ΚΠολΔ.
Η αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, κατά την οποία οι διάδικοι, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις, στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, είναι ότι για το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων δεν αρκεί το πρόσωπο που θα τις επιχειρήσει να φέρει απλώς την ιδιότητα του δικηγόρου, αλλά απαιτείται να έχει και την ικανότητα προς επιχείρησή τους, όπως προβλέπεται από τον ισχύοντα Κώδικα περί Δικηγόρων (στην ερευνώμενη περίπτωση από το ν.δ. 3026/1954).
Αν επομένως, ασκηθεί από διάδικο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως, με δικηγόρο που δεν επιτρέπεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων να το ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο, ανεξαρτήτως βλάβης του αντιδίκου, και δεν αίρεται το απαράδεκτο, με την εκ των υστέρων συμμετοχή του ασκήσαντος το ένδικο μέσο στη σχετική δίκη, προς υποστήριξή του.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954, ο παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρος δικαιούται και παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, του Εφετείου Αθηνών (και μετά την ίδρυση του Εφετείου Πειραιώς με τον ν. 662/1977 και ενώπιον του Εφετείου αυτού), των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς και των Ειρηνοδικείων, που βρίσκονται στις περιφέρειες τους, ενώ στα υπόλοιπα δικαστήρια του Κράτους δικαιούται να παρίσταται, αφού συμπράξει με δικηγόρο που είναι διορισμένος στα δικαστήρια αυτά.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 του ίδιου ν.δ. 3028/1954 απαγορεύεται στο δικηγόρο να δικηγορεί σε άλλο δικαστήριο, πέρα από την περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ανήκει. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρου και ανήκει στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά, έχει τη δυνατότητα να υπογράψει το δικόγραφο της έφεσης, ενώπιον Δικαστηρίου του οποίου δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις και συγκεκριμένα ενώπιον του Αρείου Πάγου, Εφετείου Αθηνών και Εφετείου Πειραιά, Πρωτοδικείων Αθηνών, Πειραιά.
Δεν επιτρέπεται όμως σ’ αυτόν η κατάθεση του δικογράφου της έφεσης στη γραμματεία Εφετείου άλλου από εκείνα των Αθηνών και Πειραιώς, η οποία συνιστά διαδικαστική πράξη που ενεργείται σε δικαστήριο περιφέρειας άλλου δικηγορικού συλλόγου, εκτός αν συμπαρίσταται και ενεργεί την κατάθεση, μαζί με δικηγόρο του οικείου συλλόγου (ΑΠ 236/2011, 1332/2007).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 του Ν. 3919/2011 "Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων", ο δικηγόρος τόσο όταν ασκεί ατομικά τη δικηγορία όσο και όταν είναι μέλος δικηγορικής εταιρίας, έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι μέλος, καθώς και σε περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων.
Τέλος, σύμφωνα με το αρθρ. 10 του ίδιου πιο πάνω νόμου: "...Η ισχύς των...διατάξεων του νόμου αρχίζει τέσσερις μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης...", με ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου την 2.3.2011. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη έφεση, κατά της υπ’ αριθ. 93/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, υπογράφεται από τον δικηγόρο Πειραιά Ν.
Ψ., ο οποίος σημειωτέον, δεν παραστάθηκε και στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατέθεσε δε αυτήν (την έφεση) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη στις 6.4.2011 και συντάχθηκε η υπ’ .../2011 σχετική έκθεση, ενώ στη συνέχεια κατέθεσε την έφεση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου στις 6.4.2011 και υπέγραψε την ...4.2011 σχετική έκθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης, χωρίς όμως την απαιτούμενη σύμπραξη, κατά το άρθρο 54 παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου.
Σημειώνεται, ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία (6.4.2011) ίσχυε ακόμα ο παλιός νόμος 3026/1954, ο οποίος παρείχε δεσμεύσεις στους δικηγόρους, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ενώ η ισχύς του νόμου 3919/2011, με τον οποίο καταργήθηκαν οι δεσμεύσεις αυτές, άρχιζε στις 3.7.2011. Όπως όμως προαναφέρεται, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλουσών κατέθεσε την έφεση στις 6.4.2011, ήτοι 3 μήνες πριν από την ισχύ του νεώτερου νόμου, με τον οποίο καταργήθηκαν οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος των δικηγόρων.
Είναι, συνεπώς, άκυρη η κατάθεση αυτή της έφεσης ως διαδικαστικής πράξης, με συνέπεια να μην έχει ασκηθεί νομίμως το ένδικο μέσο της έφεσης. Την ακυρότητα αυτή προτείνει και επικαλείται ο εφεσίβλητος Δήμος με τις έγγραφες προτάσεις του..... Άλλωστε το απαράδεκτο που προκύπτει από αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως".
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3919/2011, η οποία κατά το μέρος και μόνο του τεθέντος περιορισμού της επί χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών από την δημοσίευση του, ως άνω, νόμου δυνατότητας κάθε έχοντος τα προς τούτο προσόντα δικηγόρου, μέλους οποιουδήποτε δικηγορικού συλλόγου, να ασκεί το λειτούργημά του, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου της Χώρας, ενέχει κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αντισυνταγματικό χαρακτήρα, ακολούθως δε απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειουσών ως απαράδεκτη, λόγω του ότι η κατάθεση αυτής, ως δικονομική ενέργεια, εστερείτο αναγκαίας προϋπόθεσης του κύρους της, με περαιτέρω δικονομική συνέπεια την απώλεια της προθεσμίας άσκησης νέας έφεσης από εκείνες (αναιρεσείουσες), κατά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.
δ’ του Συντάγματος, υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου, κατ’ ορθήν εκτίμησή του, μοναδικό λόγο αναίρεσης. Δοθέντος όμως ότι το Τμήμα τούτο, που δικάζει την υπόθεση κρίνει ότι η διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3919/2011, κατά το μέρος και μόνο που ρυθμίζει την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου ως προς τον τρόπο αλλαγής της λειτουργίας του δικηγορικού επαγγέλματος και δη ως προς τη δυνατότητα κάθε έχοντος τα προς τούτο προσόντα δικηγόρου, μέλους οποιουδήποτε δικηγορικού συλλόγου, να ασκεί το λειτούργημά του, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου της Χώρας, όχι αμέσως από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-3-2011), αλλά μετά παρέλευση τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευσή του (3-7-2011), με συνακόλουθη επίπτωση το απαράδεκτο όλων των γενομένων, κατά το τετράμηνο χρονικό μεσοδιάστημα, διαδικαστικών πράξεων ενώπιον δικαστηρίου από δικηγόρο που είναι μέλος άλλου δικηγορικού συλλόγου, είναι αντισυνταγματική, υποχρεούται σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ.
γ’ ΚΠολΔ, να παραπέμψει τον μοναδικό αναιρετικό λόγο στην Τακτική Ολομέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της διάταξης του άρθρου 10 του ν. 3919/2011, κατά το μέρος και μόνο που αναφέρεται στο σκεπτικό και τον αντίστοιχο μοναδικό λόγο αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ