Supreme Court allows appeal on mental damages and costs, rejecting argument that first instance judgment was fully contested.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding car accident damages. The appellant argued the lower court erred in finding sole liability for the accident, but the Court found no evidence in the appeal briefs to support a full re-evaluation of the first instance's liability findings. Consequently, the Court ruled that the first instance judgment was not fully contested and remanded only the specific sections concerning mental damages and court costs for reconsideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; If an appellant fails to substantiate a claim for retrial in the appeal briefs with evidence capable of overturning the lower court's decision, the lower court's judgment stands on that point, and the appeal is limited to specific unaddressed issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1290 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. χήρας Π. Π., το γένος Ε. Ρ., ατομικώς και για το ανήλικο τέκνο της Κ. Π., του οποίου ασκεί την γονική μέριμνα, 2. Κ. χήρας Κ. Π., το γένος Π. Π., 3. Α. Π. του Κ. και 4. Χ. συζ. Β. Μ., το γένος Κ. Π., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαραλαμπίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη Κ. χήρα Κ. Π., το γένος Π. Π., απεβίωσε την 24-6-2013, (σύμφωνα με την από 26-6-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξ. Δήμου Αθηναίων) επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της (σύμφωνα με το .../18-10-2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Νίκαιας) και ήδη 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων: Α. Π. του Κ. και Χ. συζ. Β. Μ., το γένος Κ. Π., ατομικώς και υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της θανούσης, και εκπροσωπούνται ως άνω.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2359/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6117/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 1-5-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 12-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου της από 1-5-2013 και με αριθμό κατάθ. 318/2013 αίτησης για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 6117/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά είτε με επίδοση δικογράφου είτε με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.ΑΠ 22/2000, ΑΠ 1704/2008, ΑΠ 303/2008, ΑΠ 1884/2007).-
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Κ. χήρα Κ. Π., το γένος Π. Π., αποβίωσε στις 24.6.2013, δηλαδή μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (2.5.2013), ο δε εγγονός αυτής Κ. Π., τέκνο του προαποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα υιού της Π. Π., εκπροσωπούμενος από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων μητέρα του Κ. χήρα Π. Π., και τα τέκνα της (αποβιώσασας) Α. Π. του Κ. και Χ. σύζυγος Β. Μ., το γένος Κ. Π., δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (ΑΚ 1710, 1813, 1814, 1846), με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στον αναιρεσείοντα το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνην την διακοπείσα δίκη. Ενόψει αυτών νομίμως επαναλαμβάνεται η προκειμένη δίκη.-
II.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6117/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (Κ.Πολ.Δ. 681 Α'), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης 9901/2009 αγωγή, με την οποία ιστορούσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, οδηγώντας το ανήκον στην ιδιοκτησία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία του στην μη μετέχουσα της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Ε.Α.Ζ.
Α.Ε.", προκάλεσε από υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του συζύγου της πρώτης των εναγόντων και συγγενούς των λοιπών εξ αυτών και ήδη αναιρεσιβλήτων Π. Π., καθώς και τον θανατηφόρο τραυματισμό του τελευταίου, κατά την σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην μεν πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, παριστάμενη δι' εαυτήν ατομικώς και ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Π., αποζημίωση δι' εαυτήν και διατροφή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τόσο δι' εαυτήν όσο και για το ως άνω ανήλικο τέκνο της, στους δε λοιπούς εξ αυτών και ήδη αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Ζήτησαν δε επίσης, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της μέλλουσας να εκδοθεί απόφασης, την λόγω του αδικήματος προσωπική κράτηση του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2359/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, κριθέντος ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο πρώτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσείων Γ.
Μ., και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε ένα έκαστο των εναγόντων τα ειδικότερα σ' αυτήν μνημονευόμενα ποσά, ως αποζημίωση, διατροφή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα α) από τους ενάγοντες - πλην του δεύτερου εξ αυτών Κ.
Π. του Α. - και ήδη αναιρεσίβλητους η από 29.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 7184/2011, στρεφομένη κατ' αμφοτέρων των πρωτοδίκως εναγομένων, β) από τον πρώτο των εναγομένων - νυν αναιρεσείοντα η από 26.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 6446/2011, στρεφόμενη καθ' απάντων των πρωτοδίκως εναγόντων, και γ) από την δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία η από 19.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 6276/2011 τοιαύτη, στρεφομένη ομοίως καθ' απάντων των πρωτοδίκως εναγόντων.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 6117/2012 απόφαση, με την οποία και σύμφωνα με τα εις αυτήν ειδικότερα εκτιθέμενα, Ι) διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο όσον αφορά α) τις από 19.9.2011 και 26.9.2011 εφέσεις των εκκαλούντων - εναγομένων, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του αποβιώσαντος δεύτερου των εναγόντων - δεύτερου των εφεσιβλήτων Κ.
Π., ως προς τον οποίο συνεχίσθηκε εκούσια η δίκη από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των εφεσιβλήτων -εναγόντων και β) την από 29.9.2011 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων, κατά το μέρος που ασκείται από τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εκκαλούντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος δεύτερου των εναγόντων, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό αυτής πιστοποιητικά, II) απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 29.9.2011 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων και III) έγιναν εν μέρει δεκτές, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμες οι προαναφερόμενες από 19.9.2011 και 26.9.2011 εφέσεις των εκκαλούντων - εναγομένων, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας, ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα του προαναφερόμενου ανηλίκου τέκνου της και των τρίτης, τετάρτου και πέμπτης των εφεσιβλήτων ατομικά.
Στη συνέχεια δε αφού εξαφάνισε το δικαστήριο εκείνο την εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, πλην εκείνων που αφορούσαν τον αρχικά δεύτερο των εναγόντων και μετέπειτα αποβιώσαντα Κ. Π. του Α., κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ' ουσία την αγωγή, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων και την έκανε εν μέρει δεκτή κατά τούτο, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, επιδικάσαν σε ένα έκαστο εξ αυτών τα ειδικότερα σ' αυτήν μνημονευόμενα ποσά ως αποζημίωση, διατροφή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς πρώτος εναγόμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω ειδικότερον εκτιθέμενα.-
III.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1702/2011, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 861/1984).
Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005). Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).-
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, τα ακόλουθα : Στις 29.4.2009 και περί ώρα 08.00, ο σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων και συγγενής εξ αίματος των λοιπών εξ αυτών Π.
Π., ηλικίας 38 ετών, οδηγώντας την ανήκουσα στην κυριότητά του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κατασκευής εργοστασίου PIAGGIO, τύπου Χ9 250 EVOLUTIO, 244 cc, εκινείτο στην περιοχή του Δήμου Αχαρνών Αττικής και επί της Λεωφόρου Καραμανλή, με κατεύθυνση από Μεταμόρφωση προς Πάρνηθα, μεταβαίνοντας στην εργασία του, και πλησίαζε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 201 της λεωφόρου αυτής.
Την ίδια στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, οδηγώντας το ανήκον στην κυριότητά του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατασκευής εργοστασίου OPEL, τύπου τζιπ, 4X4, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη και μη μετέχουσας στην παρούσα κατ' αναίρεση δίκη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Ε.Α.Ζ.
Α.Ε.", εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου αυτής, ήτοι με κατεύθυνση από Πάρνηθα προς Μεταμόρφωση και πλησίαζε και αυτός στο ύψος του ως άνω οικοδομικού αριθμού. Στο σημείο αυτό η Λεωφόρος Καραμανλή, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, είναι ευθεία με ανωφέρεια, με μικρή κλίση, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικό πλάτος οδοστρώματος οκτώ (8) μέτρα και πλάτος δεξιού πεζοδρομίου (κατά την κατεύθυνση της μοτοσυκλέτας) 1,50 μ.
και συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα προς Πάρνηθα κινούμενα οχήματα είναι 50 χλμ/ώρα, ως κατοικημένη περιοχή, ενώ για τα κινούμενα στην αντίθετη κατεύθυνση περιορίζεται σε 30 χλμ/ώρα, με ρυθμιστική πινακίδα (Ρ32), που υπήρχε σε απόσταση 300 μέτρων.
Οι επικρατούσες κατά τον προαναφερόμενο χρόνο καιρικές συνθήκες ήσαν καλές, η κατάσταση της οδού ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων πυκνή και πεζών αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια. Παρακατιόν δε το δικαστήριο εκείνο εκθέτει ότι "Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 201 της άνω λεωφόρου, που βρισκόταν στο αριστερό, κατά την πορεία του, πεζοδρόμιο της άνω λεωφόρου, όπου διατηρεί επιχείρηση βιοτεχνίας πλαστικών και προτιθέμενος να εισέλθει, με το αυτοκίνητό του, στον προαύλιο χώρο της εν λόγω βιοτεχνίας, από την υπάρχουσα στον αριθμό αυτό πύλη εισόδου, επιχείρησε αιφνιδίως και ανελέγκτως ελιγμό προς τα αριστερά, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας του Π.
Π., ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα αυτό πορείας (προς Πάρνηθα). Ο τελευταίος, αντιλαμβανόμενος, από μικρή απόσταση, την ως άνω κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου και προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτό, προσπάθησε να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό, που είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, η οποία έκανε πλάγια ολίσθηση προς τα δεξιά, σε μήκος 8,90 μ., αφήνοντας στο οδόστρωμα αντίστοιχου μήκους ίχνη πλάγιας ολίσθησης και, στη συνέχεια, ο μεν οδηγός της να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα και να βρεθεί κάτω από τους εμπρόσθιους τροχούς του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, η δε μοτοσικλέτα του να προσκρούσει με την αριστερή της πλευρά στην εμπρόσθια και πλαϊνή αριστερή πλευρά του ως άνω αυτοκινήτου (εμπρόσθιο αριστερό φτερό και πόρτα οδηγού), ευρεθέντων θραυσμάτων πλαστικών στο μέσον του ως άνω (προς Πάρνηθα) ρεύματος πορείας.
Ακολούθως, η μοτοσικλέτα, συνεχίζοντας να κινείται, συρόμενη στο οδόστρωμα, σε μήκος άλλων 6 μ., προσέκρουσε αρχικά στο δεξιό πεζοδρόμιο και μετά στο εμπρόσθιο τμήμα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν σταθμευμένο στο άκρον δεξιό της οδού, με μέτωπο προς Μεταμόρφωση, όπου και ακινητοποιήθηκε, υφιστάμενη εκτεταμένες βλάβες, ενώ βρέθηκαν στο οδόστρωμα χαραγές από το σύρσιμό της, πριν και μετά τη σύγκρουση, συνολικού μήκους 10 μ. ...
Ο οδηγός της μοτοσικλέτας, εκτινασσόμενος κάτω από τους εμπρόσθιους τροχούς του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου και λόγω της διέλευσης πάνω από το θώρακα αυτού του εμπρόσθιου δεξιού τροχού του άνω οχήματος, πριν από την ακινητοποίησή του, υπέστη θλαστικές κακώσεις θώρακα (πρωτίστως) και κεφαλής, από τα τραύματά του δε αυτά, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ακαριαία ο θάνατος αυτού".
Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα υπ' αυτού (Εφετείου) ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο εκείνο οδηγήθηκε στην κρίση ότι η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος του "... οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, επιχείρησε δε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, και ειδικότερα των οχημάτων που εκινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη του ότι εκτελούσε τον προς τα αριστερά ελιγμό όχι για να εισέλθει σε κάθετη οδό, οπότε θα επρόκειτο περί ισόπεδου οδικού κόμβου, που θα καθιστούσε προσεκτικούς και τους αντίθετα κινούμενους οδηγούς, αλλά για να εισέλθει στον προαύλιο χώρο της βιοτεχνίας του, παραβιάζοντας, μάλιστα, την υπάρχουσα διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, γεγονότα που έπρεπε να τον καθιστούν ιδιαίτερα προσεκτικό, ενόψει και της πυκνής κυκλοφορίας οχημάτων στην άνω λεωφόρο, κατά τη συγκεκριμένη ώρα, με αποτέλεσμα, να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας του Π.
Π., ο οποίος εκινείτο κανονικά στο προς Πάρνηθα ρεύμα κυκλοφορίας και να γίνει πρόξενος της σύγκρουσης, που περιγράφηκε ανωτέρω και του θανάσιμου τραυματισμού του τελευταίου ... Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα τον άνω θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας, στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του, καθόσον αυτός εκινείτο κανονικά εντός του ρεύματος πορείας του και, λόγω της αιφνίδιας εισόδου σ' αυτό του ΙΧΕ αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να διακόψει την πορεία του δια τροχοπεδήσεως ή να εκτελέσει κάποιον επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, ούτε μπορούσε να προβλέψει την κίνηση αυτή του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενόψει της ύπαρξης διπλής διαχωριστικής γραμμής και της απουσίας κάποιας κάθετης οδού στο συγκεκριμένο σημείο".
Αιτιολογώντας δε το Εφετείο την κατά τα άνω κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των εναγομένων - νυν αναιρεσείοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, εκθέτει περαιτέρω ότι "στην ανωτέρω κρίση του άγεται το Δικαστήριο από τη δέουσα εκτίμηση του προσκομιζόμενου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από την προανακριτική κατάθεση, που δόθηκε στον τόπο του ατυχήματος, μία ώρα περίπου μετά από αυτό, του αυτόπτη μάρτυρα και τρίτου προς τους διαδίκους προσώπου Σ.
Κ., αστυνομικού της ομάδας "Δ", οδηγού διερχομένου οχήματος, που εκινείτο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ομόρροπα και πιο πίσω από την δίκυκλη μοτοσικλέτα του θανόντος, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../26.4.2010 ένορκη βεβαίωση αυτού ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο οποίος (μάρτυρας) κατέθεσε σαφώς και κατηγορηματικά περί των ανωτέρω συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, και ειδικότερα κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "...
Ξαφνικά ακούω ένα ήχο σύγκρουσης. Φθάνοντας στον ΟΑ 201 της οδού Καραμανλή βρήκα ένα τζιπ το οποίο κινιόταν ... προς Μεταμόρφωση να ευρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να ‘χει πατήσει με τις μπροστινές του ρόδες τον δικυκλιστή. Τη μοτοσικλέτα τη βρήκα στο ρεύμα της οδού Καραμανλή προς Πάρνηθα στη δεξιά μεριά του οδοστρώματος έχοντας προσκρούσει στο πεζοδρόμιο ..." καθώς επίσης και ότι : "...
Τη συγκεκριμένη ημέρα ήμουν ένστολος και εκινούμην με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα μου σε απόσταση 20-30 μέτρα πίσω από τον οδηγούντα με την αυτή φορά με μένα, κανονικώς και φέροντα ασημί κράνος στην κεφαλή του, δικυκλιστή Π. Π. ... ακριβώς τη στιγμή του "μπαμ" δεν κοιτούσα εμπρός ... Όμως η θέα μπροστά μου ήταν ξεκάθαρη και αυτό που είδα ...
είναι ότι το σκούρου πράσινου χρώματος τζιπ ... είχε ως σημείο ακινητοποίησής του το μέσο του αντίθετου ρεύματος του, δηλαδή του ρεύματος ... προς Πάρνηθα ... Όταν αμέσως με τη σύγκρουση έφθασα δίπλα στον οδηγό του τζιπ, βλέποντας και διαπιστώνοντας ότι αυτός είχε πατήσει και είχε κάτω από τις ρόδες του το νεκρό δικυκλιστή, ενώ το δίκυκλό του το είχε εξοστρακίσει καμιά δεκαριά μέτρα πιο πάνω στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάρνηθα, του φώναξα να ακινητοποιηθεί, γιατί έχει άνθρωπο κάτω από το αμάξι του.
Το έκανα γιατί ο οδηγός του τζιπ σαστισμένος από το συμβάν επιχείρησε να ξεκινήσει πάλι εμπρός για να μπει στη βιοτεχνία του ...". Η κατάθεση του άνω μάρτυρα ενισχύεται από τα ευρήματα της τροχαίας στον τόπο του ατυχήματος, όπως αυτά προαναφέρθηκαν και δεν αναιρείται από την προανακριτική απολογία του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...
Ο οδηγός με τη μηχανή έπεσαν στο οδόστρωμα. Ο οδηγός έφυγε προς τον δεξιό τροχό του αυτοκινήτου μου, ενώ η μοτοσικλέτα σύρθηκε και έπεσε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου μου στο ύψος της πόρτας του οδηγού και του εμπρόσθιου φτερού και στη συνέχεια εξοστρακίσθηκε και προσέκρουσε σε απέναντι σταθμευμένο όχημα ..." ούτε από τις προανακριτικές καταθέσεις των, επίσης, αυτοπτών μαρτύρων G.
A. και S. R., εργαζομένων στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου, καθόσον ο μεν πρώτος καταθέτει όλως αορίστως περί των συνθηκών του ατυχήματος, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένα στοιχεία αυτού, του δε δεύτερου η κατάθεση δεν κρίνεται πειστική, διότι έρχεται σε αντίθεση τόσο με τα ευρήματα της Τροχαίας όσο και με την προανακριτική απολογία του πρώτου εναγομένου, αφού αναφέρει ότι δεν είδε να συγκρούεται η μοτοσικλέτα με το τζιπ του πρώτου εναγομένου και ότι το τελευταίο όχημα είχε πατήσει ελάχιστα με τον εμπρόσθιο αριστερό του τροχό τη διαχωριστική γραμμή".
Μετά δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και την κατά τα άνω κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, το Δικαστήριο εκείνο απέρριψε τόσο τον συνιστώντα άρνηση της αγωγής ισχυρισμό των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος Π.
Π. στην επέλευση τούτου, όσο και τον συνιστώντα ένσταση ισχυρισμό των ανωτέρω περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος. Μετά ταύτα δε το Εφετείο απέρριψε τον συναφή προς τα ανωτέρω ζητήματα λόγο της έφεσης του πρώτου των εναγομένων - νυν αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη υπ' αριθμ. 2359/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνεται αριθμητικώς η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο παθών Π. Π., οδηγός της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, την αιφνίδια και ανέλεγκτη είσοδο στο ρεύμα πορείας του τού οδηγούμενου από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου τζιπ, αρκούντως προς τούτο το ότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η απόσταση αυτή ήταν μικρή και ότι ο παθών μολονότι αντέδρασε με αποφευκτικό ελιγμό - πράγμα που σημαίνει έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου εκ μέρους του και που είναι το ζητούμενο - εν τούτοις δεν μπόρεσε να αποφύγει την σύγκρουση με το ως άνω όχημα.
Ούτε δε ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός της θέσης κίνησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας εντός του ρεύματος πορείας της, δηλαδή αν εκινείτο στο δεξιό ή στο αριστερό άκρο ή στο μέσον του ρεύματος αυτού, αρκούντως προς τούτο της μνείας ότι αυτή εκινείτο, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης, εντός του εν λόγω ρεύματος κανονικά, ήτοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΟΚ (άρθρ. 16 § § 1, 2 Ν. 2696/1999) - του αντιθέτου μη συναγομένου εξ ουδεμίας παραδοχής της εν λόγω απόφασης - και τούτο ενόψει του ότι α) το ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας (προς Πάρνηθα) έχει μόνο μία λωρίδα κυκλοφορίας και β) του ότι το γενεσιουργό αίτιο του ενδίκου ατυχήματος ήταν η αιφνίδια και ανέλεγκτη είσοδος του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της και όχι η μη επακριβώς προσδιοριζόμενη θέση εντός αυτής (λωρίδας κυκλοφορίας) της μοτοσικλέτας.
Όσον αφορά την μη επακριβώς προσδιοριζόμενη θέση του ζημιογόνου οχήματος εντός του ρεύματος πορείας της μοτοσικλέτας, παρατηρείται ότι τούτο δεν ήταν απαραίτητο, όντος αρκετού ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης το ζημιογόνο αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας με νόμω ανεπίτρεπτη στροφή προς τα αριστερά της πορείας του και ένεκα τούτου παραβίασης της διπλής διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων πορείας της Λεωφόρου Καραμανλή (άρθρ. 5 § § 3 περ.
α', 8α', 16 § 4 ΚΟΚ) και δεν συνέβη το αντίθετο. Τέλος, όσον αφορά την φερομένη ως αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή το ζημιογόνο όχημα έστριψε - ανεπιτρέπτως - αριστερά σε σχέση με την πορεία του και εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και ότι ενώ, κατ' ακολουθία, "έδειξε" την δεξιά πλευρά του στον παθόντα οδηγό της μοτοσικλέτας εντούτοις αυτή (μοτοσικλέτα) προσέκρουσε με την αριστερή της πλευρά στην εμπρόσθια και πλαϊνή πλευρά του αυτοκινήτου (εμπρόσθιο αριστερό φτερό και πόρτα οδηγού), δεν αποτελεί πράγματι αντίφαση.
Τούτο δε, δηλαδή η μη ύπαρξη αντίφασης, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) ο οδηγός της μοτοσικλέτας, αντιληφθείς από μικρή απόσταση την ανεπίτρεπτη προς τα αριστερά της πορείας του αυτοκινήτου κίνηση αυτού και προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με αυτό, προσπάθησε να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό, που είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, η οποία έκανε πλάγια ολίσθηση προς τα δεξιά της πορείας της, σε μήκος 8,90 μέτρων, αφήνοντας στο οδόστρωμα αντίστοιχου μήκους ίχνη πλάγιας ολίσθησης και, στη συνέχεια, ο μεν οδηγός της εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα και βρέθηκε κάτω από τους εμπρόσθιους τροχούς του αυτοκινήτου, ενώ η μοτοσικλέτα προσέκρουσε με την αριστερή της πλευρά στην εμπρόσθια και πλαϊνή αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου (εμπρόσθιο αριστερό φτερό και πόρτα οδηγού) και ότι β) βρέθηκαν θραύσματα πλαστικών στο μέσον του προς Πάρνηθα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Καραμανλή, ήτοι εκείνου επί του οποίου εκινείτο η μοτοσικλέτα και οι οποίες παραδοχές δεικνύουν α) ότι το αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και β) ότι η τελευταία επέπεσε στο αυτοκίνητο χωρίς τον οδηγός της - παθόντα ήτοι αφού πλέον η πορεία της είχε γίνει ανέλεγκτη από αυτόν.
Κατόπιν των ανωτέρω ο πρώτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των εις την αρχή της παρούσας σκέψης μνημονευομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-
IV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520 § 1 και 523 § § 1, 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αντέφεση πρέπει να περιέχει, όπως και η έφεση, τους λόγους αυτής, με τους οποίους να πλήττονται συγκεκριμένα σφάλματα της απόφασης κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, και αίτηση για εξαφάνιση (εν όλω ή εν μέρει) της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το τελευταίο τούτο (αίτημα) δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικά και θεωρείται ότι υπάρχει και είναι ορισμένο εάν ζητείται η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της αντεκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή ορισμένες από τις διατάξεις της σε σχέση προς το αιτητικό της αγωγής ή της ανταγωγής κλπ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 523 § 1, 681 Α και 674 § 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι με την αντέφεση, η οποία στη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο ασκείται και με τις προτάσεις, μπορούν να προσβληθούν μόνο τα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκαν με την έφεση ή τα συνεχόμενα αναγκαίως με αυτά.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 25/2003, Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008) και με αυτή την έννοια "πράγμα" αποτελεί και η αντέφεση.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Τέλος, ως αίτηση, η κατάληψη της οποίας αδίκαστης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 9 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, νοείται και η ασκηθείσα νομίμως αντέφεση, αφού με την άσκησή της και μέσα στα όρια αυτής αναβιώνει η εκκρεμοδικία κατά το άρθρο 522 του ίδιου Κώδικα (Ολομ.ΑΠ 25/2003).-
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προαναφερόμενης στην με αριθμό ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας υπ' αριθμ. 2359/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 3.11.2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εκεί εναγομένων, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, και υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στους ενάγοντες, μεταξύ άλλων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν οι τελευταίοι από τον θάνατο του συζύγου της πρώτης και συγγενούς των λοιπών εξ αυτών Π.
Π. στο περιγραφόμενο σ' αυτές (αγωγή και απόφαση) αυτοκινητικό ατύχημα, ασκήθηκε από μεν τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα η από 26.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 6446/2011 έφεση, από δε την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, η οποία δεν μετέχει της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, η από 19.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 6276/2011 έφεση.
Με την έφεση αυτή της ασφαλιστικής εταιρίας πληττόταν η ως άνω απόφαση και ως προς το ύψος των ποσών τα οποία είχαν επιδικασθεί στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε και με την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος. Ενώ λοιπόν με την ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6117/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο η έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες λόγω ψυχικής οδύνης ποσά μικρότερα εκείνων που επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως, δεν συνέβη το ίδιο και με τον πρώτο των εναγομένων με την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως "αφού δεν έχει προσβάλει με λόγο της έφεσής του το σχετικό περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κεφάλαιο της εκκαλουμένης".
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο διότι άφησε αδίκαστη την εμπεριεχομένη στις από 17-5-2012 προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος αντέφεσή του κατά του περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κεφαλαίου της υπ' αριθμ. 2359/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το οποίο είχε πληγεί αυτή με την από 29.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 7187/2011 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Με το δεύτερο δε σκέλος του λόγου τούτου, από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο σκέλος μνημονεύεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ως επικουρικά ασκούμενο έναντι του προαναφερόμενου πρώτου σκέλους του ερευνόμενου λόγου αυτής, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου της παραπάνω έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ως άνω από 17.5.2012 προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, τις οποίες είχε καταθέσει αυτός υπό την ιδιότητά του ως εφεσιβλήτου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι με τον πρώτο λόγο της έφεσης των τελευταίων πληττόταν η ως άνω πρωτόδικη απόφαση ως προς το ύψος των επιδικασθέντων με αυτή ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ζητείτο η εξαφάνιση και κατά τούτο της εκκαλούμενης απόφασης προς τον σκοπό επιδίκασης ολοκλήρων των αιτηθέντων με την αγωγή για τον λόγο τούτο ποσών, και παράλληλα ο αναιρεσείων προς απόκρουση της εφέσεως των αναιρεσίβλητων, με τις εν λόγω προτάσεις του, οι οποίες εκτιμώνται και επιτρεπτώς αξιολογούνται από την πλειοψηφίσασα γνώμη ως παραδεκτώς ασκηθείσα αντέφεση (Κ.Πολ.Δ. 681 Α, 674 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ.1, 523 παρ. 1), προέβαλε δι' αυτής λόγο εφέσεως με προσβαλλόμενο δι' αυτό κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως εκείνο της χρηματικής ικανοποιήσεως εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται και από τις περικοπές των προτάσεών του, κατ' ακριβή αντιγραφή τους, "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε - να επιδικάσει πολύ μικρότερα ποσά υπέρ των αντιδίκων -", "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε υπέρ εκάστου των αντιδίκων υπέρογκα κονδύλια για αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης από τον θάνατο του Π.
Π. -".
Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτη, με όσα διαλαμβάνονται στις σελίδες 9 έως και 12 των εν λόγω προτάσεων του αναιρεσείοντος (στις οποίες σελίδες ισχυρίζεται αυτός ότι εμπεριέχεται η αντέφεσή του) προβάλλεται αιτιολογημένη άρνηση του λόγου αυτού της έφεσης, στηριζόμενη ιδίως στην επιχειρηματολογία αυτού περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος Π.
Π. στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος. Ουδόλως δε διαλαμβάνονται στις σελίδες αυτές, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του σώματος των προτάσεών του, στοιχεία δυνάμενα να οδηγήσουν στην κρίση - εκτίμηση ότι δι' αυτών ασκείται αντέφεση, πλήττουσα το κεφάλαιο τούτο της εκκαλούμενης απόφασης. Συνακόλουθα αυτών με την κρίση της ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν έχει προσβάλλει με λόγο εφέσεως το σχετικό περί χρηματικής ικανοποιήσεως κεφάλαιο, η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστη, κατά την κρατήσασα πάντοτε γνώμη, την ασκηθείσα με τις προτάσεις του περί τούτου αντέφεσή του, κατά την βάσιμον περί τούτου κύρια διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 9 περ.
γ ΚΠολΔ, αλυσιτελούς καθισταμένης της ερεύνης της επικουρικώς διατυπούμενης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής (α) της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και (β) των δικαστικών εξόδων, και ειδικότερα κατά τα χρηματικά ποσά, τα οποία λόγω ακριβώς της εσφαλμένης παραδοχής αυτής της αναιρούμενης αποφάσεως επί πλέον εκείνων της συνεναγομένης του ασφαλιστικής εταιρείας επιδικάσθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος (α. 20.000,00 ευρώ εις έκαστον εκ των αρχικά ως εναγόντων Κ.
χας Π. Π., Κ. Π., παρισταμένου, λόγω της ανηλικότητας του, με την ασκούσα την γονική μέριμνα μητέρα του Κ. χα Π. Π., και Κ. χα Κ. Π. και εκείνο των 10.000,00 ευρώ εις έκαστον εκ των αρχικώς εναγόντων Α. Π. και Χ. συζ. Β. Μ.) και β) το ποσό των 5.500,00 ευρώ, για επί πλέον δικαστικά έξοδα), χωρίς να συντρέχει δικονομικός λόγος περαιτέρω ερεύνης της υποθέσεως, εφόσον η υποχρέωση της συνεναγομένης του ασφαλιστικής εταιρείας προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, απορρέουσα από τη συνδέουσα εκείνη και τον συνεναγόμενό της και ήδη αναιρεσείοντα σύμβαση ασφαλίσεως, είναι παρεπομένη της πρωτογενούς υποχρεώσεως του τελευταίου.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου (ΚΠολΔ 495 παρ.4 εδ. 4) και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών και προσδιορίζει στο ποσό των 1.500,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1 εδ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6117/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα ειδικότερα οριζόμενα και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσης κεφάλαια αυτής.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου (με αριθμό 13460079 σειρά VI διπλότυπο της ΔΟΥ Αθηνών). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, κατά μερικό συμψηφισμό, στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ