Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling rejecting claim for illegal promotion due to insufficient factual allegations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a labor claim. The appellant alleged an abusive exercise of management rights regarding a promotion, but the lower court found the complaint factually vague and insufficient to prove abuse. The Supreme Court agreed, ruling that the appeal lacked substantive grounds because the original dismissal was based on the claim's lack of clarity rather than a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, and 281 of the Civil Code; Article 559(8), (14), and (19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient factual allegations or lack of reasoning is inadmissible when the lower court dismissed the claim for being vague or legally unfounded, as no substantive facts were evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1290 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Επαμεινώνδα Τσαντή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπη Τάραντο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 445/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6395/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/6/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 17/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εργοδότης, ασκώντας το από τα άρθρα 648 και 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο. Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η ειδική γνώση του αντικειμένου, η διοικητική ικανότητα, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η μεγάλη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. [ΟλΑΠ 19/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.1, 2, 3 και 4 του Κανονισμού Προσωπικού Ε.Υ.Δ.Α.Π.", που εγκρίθηκε µε το άρθρο µόνο του Π.Δ. 597/ 1985, δηµοσιεύθηκε στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 211 /1985 ) και έχει ισχύ νόµου, και µε το οποίο ορίζονται τα της υπηρεσιακής κατάστασης των εργαζοµένων, "1. Το Τακτικό Προσωπικό της Εταιρείας διακρίνεται στους πιο κάτω κλάδους, Κατηγορίες και βαθμούς:
Α. Κλάδος Τ Τεχνικό Προσωπικό ... Β. Κλάδος ΔΟ Διοικητικοοικονομικό Προσωπικό α. Κατηγορία (ΑΤ) ΔΟΙ Διοικητικό και Οικονομικό Προσωπικό Ανωτάτης Εκπαίδευσης ... Γ. Κλάδος Μ Προσωπικό Μηχανογράφησης ... Δ. Κλάδος Υ Υγειονομικό Προσωπικό ... . Ε. Κλάδος ΕΤ Εργατοτεχνικό Προσωπικό ... ΣΤ. Κλάδος ΕΚ Προσωπικό Ειδικών Καθηκόντων ... 2.
Σε περίπτωση συνυπηρετήσεως α) Οι υπάλληλοι της Κατηγορίας (ΑΤ) Τ1 του Κλάδου Τ προΐστανται αδιάκριτα με τον βαθμό που κατέχουν των υπαλλήλων των κατηγοριών Τ2, (ΑΡ) Τ3, (ΜΕ) Τ4 κ.τ.λ. του ίδιου Κλάδου. ... β) Οι υπάλληλοι της Κατηγορίας (ΑΤ) ΔΟ1 του Κλάδου ΔΟ και οι υπάλληλοι της κατηγορίας (ΑΤ) Μ, του κλάδου Μ, προΐστανται των υπαλλήλων των υπόλοιπων κατηγοριών των ίδιων κλάδων στην περίπτωση που κατέχουν τον ίδιο βαθμό. ... 3.
Σε κάθε άλλη όμως περίπτωση, η αρχαιότητα του υπαλλήλου είναι ουσιαστικής σημασίας παράγων για κάθε κρίση ή επιλογή ή τοποθέτηση του υπαλλήλου. 4. Σε περίπτωση που υπάλληλοι διαφόρων κλάδων έχουν τον ίδιο βαθμό, το προβάδισμα το έχει ο υπάλληλος που συγκεντρώνει το περισσότερο χρόνο από την προαγωγή του στο βαθμό αυτό", ενώ με το άρθρο 6 του αυτού Κανονισµού Προσωπικού µε το οποίο προβλέπονται οι εισαγωγικοί βαθµοί πρόσληψης και οι βαθµοί εξέλιξης ορίζεται ότι "α) Κατηγορία (ΑΤ) ΔΟΙ Εισαγωγικός βαθμός ορίζεται ο 7ος, Βαθμοί εξέλιξης 7-1, Ενιαίες θέσεις 7-5, 4-3".
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 8, 10 και 24 του ως άνω Κανονισµού που ορίζουν ότι, α) οι εργαζόµενοι στην ΕΥΔΑΠ χαρακτηρίζονται ως άριστοι, λίαν καλοί, καλοί, κ.λ.π., ότι οι χαρακτηριζόµενοι ως άριστοι ή λίαν καλοί προάγονται κατ' εκλογή και οι χαρακτηριζόµενοι ως καλοί προάγονται κατ' αρχαιότητα και ότι στα φύλλα κρίσης είναι απαραίτητο να αναγράφονται, εκτός από τη βαθµολογία τους και όλα τα συγκεκριµένα στοιχεία που δικαιολογούν τέτοιους χαρακτηρισµούς (άρθρο 8), β) ότι οι προαγωγές του µόνιµου προσωπικού γίνονται από το Γενικό Διευθυντή της Εταιρείας, ύστερα από αιτιολογηµένη γνώµη του Υπηρεσιακού Συµβουλίου και επικυρώνονται µε απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου, ότι το Υπηρεσιακό Συµβούλιο γνωµοδοτεί αφού λάβει υπόψη του την κατάταξη των Α Β Συµβουλίων Προαγωγών, υποµνήµατα που τυχόν έχουν υποβληθεί από τους ενδιαφερόµενους στην Υπηρεσία Προσωπικού, καθώς και τα φύλλα κρίσης και στοιχεία από τον ατοµικό φάκελλο των εργαζοµένων και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την προαγωγή κάθε εργαζόµενου είναι να υπάρχει κενή οργανική θέση στο βαθµό που προάγεται, να υπάρχουν στον ατοµικό του φάκελλο αποδεικτικά των τυπικών προσόντων που απαιτούνται και να έχει συµπληρώσει στο βαθµό που υπηρετεί τον απαιτούµενο χρόνο (άρθρο 10) και γ) ότι το τακτικό, το έκτακτο και το µόνιµο προσωπικό, ανεξάρτητα µε τον τρόπο πρόσληψής του, τοποθετείται, µετατίθεται και αποσπάται από το Γενικό Διευθυντή της Εταιρείας σε οποιαδήποτε θέση και περιοχή για την εκτέλεση υπηρεσίας ανάλογα µε τις ανάγκες της Εταιρείας και κάτω από τον περιορισµό του άρθρου 7 του Νόµου 2112/1920 (µετάθεση στην αλλοδαπή), (άρθρο 24) σε συνδυασµό µε τα άρθρα 5 παρ. 2, 3 και 4 και 6 του ως άνω Κανονισµού και το άρθρο 281 ΑΚ προκύπτει, ότι για την προαγωγή του προσωπικού της ΕΥΔΑΠ, για την οποία απαιτούνται λιγότερα προσόντα σε σχέση µε τα απαιτούµενα για τοποθέτηση σε θέση προϊσταµένου ή Αναπληρωτή Διευθυντή, ο προς προαγωγή υπάλληλος πρέπει να έχει τα προαναφερθέντα τυπικά (αρχαιότητα, τίτλοι σπουδών κ.λ.π.) αλλά και ουσιαστικά προσόντα (χαρακτηρισµοί στα φύλλα ελέγχου κ.ά.).
Εποµένως, µόνη η αρχαιότητα δεν µπορεί να θεµελιώσει αξίωση για τοποθέτηση σε θέση προϊσταµένου ή αναπληρωτή διευθυντή, µε βάση τις ως άνω διατάξεις του Κανονισµού Προσωπικού της ΕΥΔΑΠ (άρθρα 5 παρ. 2, 3,4, και 6) σε συνδυασµό µε το άρθρο 281 ΑΚ, αφού εκτός από την αρχαιότητα και την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος έναντι των τοποθετηθέντων απαιτείται επιπρόσθετα και η συνδροµή και άλλων πραγµατικών περιστατικών, τα οποία συνδυαζόµενα θεµελιώνουν την καταχρηστικότητα της αποφάσεως του εργοδότη να µην τοποθετήσει τον υπάλληλο που διαθέτει τα προσόντα αυτά σε θέση προϊσταμένου ή αναπληρωτή διευθυντή.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει αυτή (αγωγή) νόμιμη ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Εκτός από την παραπάνω αοριστία, υπάρχει και η αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του. Ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ` αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ενώ ποιοτική αοριστία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 1-3-2004 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι προσελήφθη στις 8/6/1971 µε σύµβαση εξηρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου από την Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (Ε.Ε.Υ.), ότι μετά τη συγχώνευση το έτος 1980 της ΕΕΥ με τον Οργανισμό Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (Ο.Α.Π.) σε ενιαίο φορέα (την εναγομένη ΕΥΔΑΠ) μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη µε την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου ανωτάτης εκπαίδευσης, µετατραπείσα σε αορίστου χρόνου, και εντάχτηκε ως µόνιµος υπάλληλος αυτής σε θέση προβλεπόµενη από τον Κανονισµό του Προσωπικού, µε την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου ανωτάτης εκπαίδευσης (ΑΤ ΔΟΙ) από 1/10/1986.
Ότι την 1/4/1992 εξήντλησε την βαθμολογική κλίμακα στην ως άνω κατηγορία και έλαβε το 1ο βαθµολογικό και μισθολογικό κλιµάκιο ευρισκόμενος στον καταληκτικό βαθµολογικό κλιµάκιο της κατηγορίας αυτής, ότι η εναγοµένη από το έτος 1999 µέχρι το έτος 2003 παρέλειπε να τον τοποθετήσει σε θέση Προϊσταµένου ή Αναπληρωτή Διευθυντή αν και διέθετε τα τυπικά και ουσιαστικά προς τούτο προσόντα και υπερείχε καταφανώς των αναφεροµένων συναδέλφων του, που τοποθετήθηκαν σε τέτοιες θέσεις και ότι εξαιτίας της αντισυµβατικής και αντιτιθέµενης στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονοµικό σκοπό του δικαιώµατος συµπεριφοράς της εναγοµένης απώλεσε τα εις αυτή χρηµατικά ποσά (επίδοµα παράστασης και θέσης Προϊσταµένου), ζήτησε δε µ' αυτή να αναγνωρισθεί ότι η συµπεριφορά της εναγοµένης να µη τον τοποθετήσει σε θέση Προϊσταµένου ή Αναπληρωτή Διευθυντή αντίκειται στον Κανονισµό Προσωπικού της εναγοµένης που εγκρίθηκε µε το Π.Δ. 597/1985 και έχει ισχύ νόµου, σε συνδυασµό µε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για την οποία δικαιούται το επίδοµα θέσης Προϊσταµένου Υπηρεσίας, είναι καταχρηστική και να αναγνωρισθεί ότι η εναγοµένη του οφείλει τα εις αυτή χρηµατικά ποσά για την προεκτεθείσα αιτία, καθώς και το ποσό των 5.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με βάση τα εκτεθέντα η αγωγή αυτή δεν περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, ήτοι του άρθρου 281 Α.Κ., στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ενώ επικαλείται καταφανή υπεροχή του σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των αναφεροµένων συναδέλφων του, οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε θέση προϊσταµένου, εν τούτοις δεν επικαλείται τη συνδρομή στο πρόσωπό του και άλλων συγκεκριμένων περιστάσεων, οι οποίες, συνδυαζόμενες µε την επικαλούµενη καταφανή υπεροχή του έναντι των ως άνω συναδέλφων του, καθιστούσαν πράγµατι καταχρηστική την άσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώµατος της αναιρεσίβλητης, ενώ η επικαλούμενη αορίστως αντίθετη προς την Διοίκηση της εναγομένης πολιτική του τοποθέτηση δεν αρκεί.
Εποµένως, το Εφετείο, που µε την προσβαλλόµενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη έλαβε υπόψη τα πράγματα που προτάθηκαν και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθή δε υπαγωγή μόνο από τον αριθμ. 14 του άρθρου αυτού, είναι αβάσιµος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ.ΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης με ανεπάρκεια αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως αόριστη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-06-2009 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της 6395/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ