Legislator Case Law & Legislation
1290/2010 AI generated

Supreme Court dismisses OTE's appeal against labor court ruling on indefinite-term employment contracts.

Case Number 1290/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed OTE's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the employment status of 24 workers. The court found that the workers had completed over 24 months of service and were engaged in permanent needs, making their contracts de facto indefinite-term under specific decrees. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for the withdrawn defendants and rejected as baseless for the remaining parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 295 and 299 of the Code of Civil Procedure; An appeal is deemed not filed if the appellant withdraws the request, and a request for revocation is rejected if the underlying judgment correctly applies statutory provisions regarding indefinite-term employment contracts.

Keywords

AI generated
appeal withdrawal indefinite term contract labor law permanent employment judicial costs code of civil procedure revocation request

Cited Legislation

AI generated
Articles 295 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 8A and 3 of Presidential Decree 81/2003
Presidential Decree 180/2004
Presidential Decree 164/2004
Article 2 of the Employees' Regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1290/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" με το διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Με την από 23-2-2009 δήλωση παραίτησης που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε ως προς τους 1η, 2η, 4ο, 5ο, 6η, 7η, 8ο, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 16ο, 17η, 18η, 19η, 20ο, 22ο και 24η αναιρεσιβλήτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1Ψ1, κατοίκου ..., 2)Ψ2, κατοίκου ..., 3)Ψ3, κατοίκου ..., 4)Ψ4, κατοίκου ..., 5)Ψ5, κατοίκου ..., 6)Ψ6, κατοίκου ..., 7)Ψ7, κατοίκου ..., 8)Ψ8, κατοίκου ..., 9)Ψ9, κατοίκου ..., 10)Ψ10, κατοίκου ..., 11)Ψ11, κατοίκου ..., 12)Ψ12, κατοίκου ..., 13)Ψ13, κατοίκου ..., 14)Ψ14, κατοίκου ...., 15)Ψ15, κατοίκου ..., 16)Ψ16, κατοίκου ..., 17)Ψ17, κατοίκου ..., 18)Ψ18, κατοίκου ..., 19)Ψ19, κατοίκου ..., 20)Ψ20, κατοίκου ..., 21)Ψ21, κατοίκου ..., 22)Ψ22, κατοίκου ..., 23)Ψ23, κατοίκου ..., 24)Ψ24, κατοίκου ...και 25)Ψ25, κατοίκου .... Η 3η, 9ος, 15ος, 21ος, 23ος και 25ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2103/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 7961/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως της "ΟΤΕ ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 7961/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την από 23-2-2009 δήλωσή της, που νόμιμα κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους, Ψ1, Ψ2, Ψ4,Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8, Ψ10, Ψ11, Ψ12, Ψ13, Ψ14, Ψ16, Ψ17, Ψ18, Ψ19, Ψ20, Ψ22 και Ψ24. Η δήλωση αυτή παραίτησης επιδόθηκε σύννομα στους ως άνω αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις ...

αντίστοιχες εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... Επομένως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 295 και 299 ΚΠολΔ, πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους. Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι :

α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Εξάλλου, ορίζεται : α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ` του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ` του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη (πρ.βλ.

ΑΠ 1376/1999, 1331/1997). Περαιτέρω, στο π.δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου>>), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ :

α) Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004..., το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γι` αυτού", με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.

γ` του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ` αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.).

β) Στο άρθρο του 5, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, ότι "1. η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως : Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 3.

Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αόριστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες..... 5.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Γ) Στο άρθρο του 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004 ότι "1. στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990....

ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004.... ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσείουσα -βλ. σχ. ΑΠ 80/2000), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ.....". Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω π.δ. 180/2004 ορίστηκε ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004).

Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής : "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση ... 5.

Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.

α` της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης....". Η ισχύς του ως άνω π.δ. 164/2004 άρχισε, κατά το άρθρο του 12, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-7-2004). Εξάλλου, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ.

στ` του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β` 568/8-9-1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ ΑΠ 14/1998), τελικά, στη συνέχεια, αναμορφώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.- άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990).

Στον αναμορφωμένο αυτόν ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζονται : α) Στο άρθρο του 1 ότι αυτός "περιλαμβάνει τους κανόνες οι ορίζονται : α) Στο άρθρο του 1 ότι αυτός "περιλαμβάνει τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του Μόνιμου και Δόκιμου προσωπικού που συνδέεται με τον ΟΤΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας...".

β) Στο άρθρο του 2 ότι "1. το υπαγόμενο στον παρόντα Κανονισμό προσωπικό διακρίνεται σε Μόνιμο και Δόκιμο. Μόνιμο είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες. Δόκιμο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας ενός έτους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος Κανονισμού. 2.

Ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό". γ) Στο άρθρο του 50 παρ. 6 ότι "η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την υπογραφή της σχετικής ΕΣΣΕ, εκτός αν άλλως ορίζεται", ενώ στον όρο 23 της ως άνω από 10-6-1999 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων αυτής αρχίζει από την υπογραφή της (10-6-1999), εκτός αν άλλως ορίζεται σ` αυτές.

Οι εν λόγω, όμως, απαγορεύσεις, που προβλέπονται από τον Κανονισμό του Ο.Τ.Ε. αναφέρονται, προδήλως, σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που έγιναν πράγματι για την κάλυψη προσκαίρων, απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, οπότε μόνο επιτρέπεται και η σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου και δεν αναφέρεται και σε συμβάσεις, που έγιναν για την απασχόληση σε μη προβλεπόμενες οργανικές θέσεις, για την κάλυψη όχι τέτοιων αναγκών, αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών, οπότε η σύναψή τους για ορισμένη χρονική διάρκεια έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων, που ορίζουν πότε επιτρέπονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς, στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού, για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, πλην, στην πραγματικότητα, για κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, δεν έχουν εφαρμογή οι εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού ΟΤΕ, αλλά αυτές, που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Επομένως από την απαγόρευση "μετατροπής" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή", αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης αυτής σχέσης, κατά τη δικαστική ή διοικητική διαδικασία, υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (Ολ.

Α.Π. 18/2006). Ο ορθός, εξάλλου, χαρακτηρισμός της σχέσης, ως αορίστου χρόνου, προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων, που έρχονται σε αντίθεση με τους σκοπούς της ως άνω Οδηγίας και των σε εκτέλεση αυτής, εκδοθέντων, κατά τα άνω, Π.Δ., δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή της πρόσληψης στο δημόσιο τομέα με σύμβαση αορίστου χρόνου μόνο σε οργανικές θέσεις, καθώς και με διαγωνισμό ή επιλογή, υπό τους όρους του νόμου, εφόσον η Οδηγία αναφέρεται όχι μόνο σε συμβάσεις εργασίας, που καταρτίσθηκαν εγκύρως, αλλά και σε "σχέσεις εργασίας", στις πραγματικές δηλαδή εργασιακές σχέσεις που υπάρχουν, έστω και αν δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως προς τις οποίες, επίσης, είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920.

Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας έννομης σχέσης, δηλαδή η αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της, αποτελεί κατ'εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό, που δίδουν σ' αυτή (έννομη σχέση) ο νόμος ή τα συμβαλλόμενα μέρη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες υπογράφηκαν μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΌΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", που τις χαρακτήρισε ως ορισμένου χρόνου και των εναγόντων, σε εκτέλεση αποφάσεων της Δ/νσης Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, στις 8-5-2002, αυτοί προσλήφθηκαν για το χρονικό διάστημα από 8-5-2002 έως 7-1-2003, πλην του τελευταίου (Ψ25) που προσλήφθηκε για το χρονικό διάστημα από 14-5-2002 έως 13-1-2003, για να εργαστούν ως εξειδικευμένοι υπάλληλοι στις διάφορες υπηρεσίες του ΟΤΕ.

Συγκεκριμένα προσλήφθηκαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους: η Ψ3 ως διοικητική υπάλληλος, στο Βλαβοληπτικό Κέντρο ... (στο Τμήμα Υποστήριξης Ανθρωπίνου Δυναμικού), με ειδικότερο αντικείμενο εργασίας τη διακίνηση εντολών, για την άρση βλαβών, ο Ψ9, ως βοηθός τεχνίτη, στο Συγκρότημα Καλωδιακών Βλαβών - Τμήμα ..., με ειδικότερο αντικείμενο τον εντοπισμό και την αποκατάσταση καλωδιακών βλαβών, ο Ψ15, ως οδηγός στην αρχή και ως βοηθός τεχνίτη δικτύου, στη συνέχεια, στο Β'Τηλ.

Διαμέρισμα ... (Συγκρότημα καλωδιακών βλαβών τηλεπικοινωνιακών καλωδίων, ο Ζ ως τεχνικός δικτύου, στο Κέντρο Καλωδιακών Βλαβών ..., με ειδικότερο αντικείμενο την αποκατάσταση τηλεπικοινωνιακών καλωδίων, ο Ψ23, ως τεχνίτης δικτύου στο Τηλεπ. Διαμέρισμα ..., με ειδικότερο αντικείμενο τονεντοπισμό και την αποκατάσταση βλαβών, συντήρηση δικτύου κ.λπ.

και ο Ψ25, ως εργάτης, στο Κέντρο Καλωδιακών Βλαβών ..., με ειδικότερο αντικείμενο την υποστήριξη των τεχνικών συνεργείων. Οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν (παρατάθηκαν) δύο φορές, αφού, πριν τη λήξη αυτών, οι διάδικοι υπέγραψαν αρχικά στις 7-1-2003 τροποποιητική σύμβαση εργασίας με την οποία συμφώνησαν η αρχική σύμβαση εργασίας τους να έχει χρονική διάρκεια 16 μηνών, δηλαδή από 8-5-2002 έως 7-9-2003 και για τον Ψ25 από 14-5-2002 έως 14-1-2003 και στη συνέχεια στις 5-9-2003 νέα τροποποιητική σύμβαση εργασίας με την οποία συμφώνησαν η σύμβαση εργασίας τους να έχει χρονική διάρκεια 22 μηνών, δηλαδή από 8-5-2002 έως 7-3-2004 και του Ψ25 από 14-5-2002 έως 14-3-2004.

Αμέσως μετά τη λήξη των συμβάσεων αυτών, δυνάμει νέων ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (18 μήνου) που καταρτίστηκαν μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία ΈΛΛΑΣΚΟΜ Α.Ε ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", η οποία είναι μέλος του ομίλου (θυγατρική) της εναγομένης εταιρίας και των εναγόντων στις 15-3-2004, αυτοί προσλήφθηκαν από την εταιρία αυτή για να εργαστούν ως εργάτες έως 14-9-2005.

Η κατάρτιση των τελευταίων συμβάσεων, στις οποίες φέρεται ως τυπικός εργοδότης των εναγόντων η ως άνω εταιρία "ΕΛΛΑΣΚΟΜ", έγινε χωρίς για τις προσλήψεις αυτές να θέσει η εταιρία αυτή δικά της κριτήρια ή να κάνει σχετική έρευνα αγοράς (πρόσκληση -προκήρυξη, αγγελία κ.λ.π.) και με το αιτιολογικό ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 1...

σύμβασης, που συνήψε με την εναγομένη εταιρία ανέλαβε, ως ανάδοχος, το έργο της εκτέλεσης του συνόλου των υποστηρικτικών εργασιών για την άρση των καλωδιακών βλαβών στην περιοχή ..., καθώς και της εκτέλεσης μέρους των νέων τηλεφωνικών συνδέσεων και μεταφορών στην περιοχή της .... Όμως στην πραγματικότητα οι ενάγοντες συνέχισαν να εργάζονται στους ίδιους πιο πάνω τόπους εργασίας της εναγομένης εταιρίας και με τα ίδια καθήκοντα όπως και προηγουμένως (και όχι ως εργάτες όπως αναφέρουν οι συμβάσεις τους με την ΈΛΛΑΣΚΟΜ") και παρείχαν την εξειδικευμένη ως άνω εργασία του ο καθένας τους κάτω από τις οδηγίες και εντολές των ίδιων προϊσταμένων και εκπροσώπων της εναγομένης και με το ίδιο καθημερινό και πλήρες ωράριο, με αποτέλεσμα πραγματικός εργοδότης αυτών να εξακολουθήσει να είναι η εναγομένη εταιρία.

Με βάση αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την υπογραφή των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων με τη θυγατρική εταιρία της εναγομένης εταιρίας, η αληθινή βούληση και των τριών μερών (ενάγοντες, εναγομένη εταιρία και ΈΛΛΑΣΚΟΜ") ήταν η παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος που δεν δηλωνόταν, δηλαδή οι, κατά φαινόμενο προσλαμβανόμενοι από την εταιρία ΈΛΛΑΣΚΟΜ", ενάγοντες να παρέχουν την εργασία τους στην εναγομένη εταιρία, η οποία ήταν και παρέμενε η αληθινή εργοδότρια αυτών, αφού η εργασία τους ήταν απαραίτητη για την κάλυψη των πάγιων αναγκών των ως άνω Υπηρεσιών της, η συγκεκριμένη δε υπογραφή των συμβάσεων αυτών από τους ενάγοντες δικαιολογείται από το φόβο μη (περαιτέρω) πρόσληψης τους μετά τις 7-3-2004 και τις 14-3-2004 (ο Ψ25) και τη συνακόλουθη μη δυνατότητα αυτών να επιβάλουν στην εναγομένη εταιρία να συνάψει μ' αυτούς νέες συμβάσεις εργασίας.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που έδωσε η εναγομένη εταιρία σε όλες τις ένδικες συμβάσεις των εναγόντων ως ορισμένου χρόνου, χωρίς τη δυνατότητα αυτών να αντιλέξουν στο χαρακτηρισμό αυτό, από τη φύση και την περιγραφείσα πιο πάνω λειτουργία της εργασιακής σχέσης αυτών για χρονικό διάστημα τριών ετών και τεσσάρων μηνών (από 8-5-2002, πλην του Ψ25 που ήταν από 14-5-2002.

έως 14-9-2005) αναδεικνύεται η πραγματική υφή των συμβάσεων αυτών καθώς και η βούληση των μερών να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ τους μία ενιαία σύμβαση εργασίας με τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την κάλυψη παγίων, διαρκών, τακτικών και προβλέψιμων αναγκών των παραπάνω Υπηρεσιών της εναγομένης εταιρίας (ΟΤΕ), που ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συνθήκες απασχόλησης αυτών, οι οποίες είναι ίδιες με αυτές του μόνιμου προσωπικού της εναγομένης εταιρίας.

Ο ισχυρισμός της εταιρίας ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν ως έκτακτο προσωπικό, δηλαδή για την κάλυψη εκτάκτων και πρόσκαιρων αναγκών των Υπηρεσιών της, ενόψει και της αποπεράτωσης των εργασιών που είχε αναλάβει αυτή ως χορηγός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και του γεγονότος ότι οι ενάγοντες συνέχισαν να εργάζονται με τους ίδιους όρους και συνθήκες και μετά τον Αύγουστο του 2004, που έληξαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ενώ η εναγομένη εταιρία δεν εξηγεί γιατί δεν παρέτεινε για έξι ακόμη μήνες τις συμβάσεις των εναγόντων (που είχαν αποκτήσει και σχετική εμπειρία) όταν αυτές έληξαν στις 7-3-2004 και 14-3-04 (για τον Ψ25), δηλ.

πέντε μήνες πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων και ενώ οι εργασίες αυτής βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη μέχρι τον Αύγουστο του 2004. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρίας ότι οι ενάγοντες δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες γιατί, μετά τη λήξη των συμβάσεων εργασίας αυτών το έτος 2004, δεν προχώρησε σε αντικατάσταση αυτών με πρόσληψη άλλου έκτακτου προσωπικού, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σε κάθε περίπτωση δεν υπήρξε ανάγκη αντικαταστάσεως των εναγόντων με πρόσληψη άλλου προσωπικού γιατί οι ενάγοντες εξακολούθησαν να εργάζονται στις ως άνω Υπηρεσίες της μέχρι τις 14-9-2005 και επομένως δεν ετίθετο θέμα δημιουργίας κενών θέσεων και συνακόλουθα πλήρωσης αυτών, ενώ σε ότι αφορά τον ισχυρισμό αυτής ότι με την υπ' αριθμ. 1/2003 Προκήρυξη προσλήφθηκε το προσωπικό που απαιτείται για την κάλυψη των υφισταμένων πάγιων υπηρεσιακών της αναγκών, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμά ότι από το λόγο αυτό δεν υπήρχαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες για τις ειδικότητες των εναγόντων στις Υπηρεσίες του ΟΤΕ, τις οποίες ήδη κάλυπταν οι ενάγοντες από το έτος 2002, ενόψει και του ότι η συγκεκριμένη προκήρυξη αφορούσε την πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού αποφοίτων ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, έκρινε το Εφετείο ότι, εφόσον οι ενάγοντες, που από των αρχική τους σύμβαση έως την έγερση της ένδικης αγωγής παρέχουν τις υπηρεσίες τους, απασχολούμενοι συνεχώς και αδιαλείπτως στις θέσεις που εξαρχής τοποθετήθηκαν από την εναγομένη εταιρία και συνεχίζουν να παρέχουν αυτές και μετά την πρόσληψη τους από τη φερόμενη (εικονική) εργοδότρια τους, καλύπτοντας πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, εφόσον αυτοί:

α) συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους στην ως άνω εικονική εργοδότρια τους (θυγατρική-μέλος του Ομίλου της εναγομένης) είχαν συμπληρώσει κατά την έναρξη ισχύος του τελευταίου διατάγματος (23-8-04) χρόνο μεγαλύτερο των 24 μηνών, αφού προσλήφθηκαν στις 8-5-2002 και ο Ψ25 στις 14-5-2002 και υπηρετούσαν ακόμη και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, β) έχουν συνάψει τρεις διαδοχικές συμβάσεις (συμπεριλαμβανομένης και της εικονικής) με την εναγομένη, στην οποία εξακολουθούν, χωρίς διακοπή, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και η οποία είναι η αληθινή εργοδότρια τους (άρθρο 8Α και 3 Π.Δ. 81/2003), γ) οι συμβάσεις τους ήταν ενεργές κατά τη δημοσίευση του Π.Δ. 180/2004 και δ) το αντικείμενο της εργασίας τους αφορά δραστηριότητα που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και δη στα καταστήματα αυτής, στα οποία τοποθετήθηκαν από την αρχική τους πρόσληψη και οι συμβάσεις εργασίας τους συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπάγονται στις διατάξεις των Π.Δ. 81/2003 και 180/2004 και ειδικότερα του άρθρου 8Α του Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/2004, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 11 Π.Δ.164/2004.

Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι η σχέση εργασίας, που συνέδεε τους ενάγοντες με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τις εντεύθεν νόμιμες συνέπειες. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2112/1920, Π.Δ. 81/2003, Π.Δ. 180/2004 και 164/2004 ερμήνευσε και εφήρμοσε.

Ούτε, τέλος, το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, τον Κανονισμό Εργαζομένων στην αναιρεσείουσας, αφού, όπως αναφέρθηκε, οι σχετικές διατάξεις αυτού (άρθρο 2), που προβλέπουν τη δυνατότητα κατάρτισης σύμβασης ορισμένου μόνον χρόνου, χωρίς δυνατότητα παράτασης ή ανανέωσης ή μετατροπής σε σύμβαση αορίστου χρόνου, αναφέρονται σε συμβάσεις που έγιναν πράγματι για την κάλυψη πρόσκαιρων, απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών και δεν περιλαμβάνουν συμβάσεις, που έγιναν, στην πραγματικότητα, για την κάλυψη όχι τέτοιων αναγκών, αλλά πάγιων και διαρκών, όπως στην προκείμενη περίπτωση, οπότε η σύναψή τους για ορισμένη χρονική διάρκεια έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων, που ορίζουν πότε επιτρέπονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Επομένως, η ένδικη, από το άρθρο δε 559 αριθ.1 αίτηση αναίρεσης, με την οποία τα αντίθετα εκ μέρους της αναιρεσείουσας υποστηρίζονται, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την ένδικη αίτήση αναιρέσεως, έναντι των αναιρεσιβλήτων Ψ1, Ψ2, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8, Ψ10, Ψ11, Ψ12, Ψ13, Ψ14,Ψ16, Ψ17, Ψ18, Ψ19, Ψ20, ΙΨ22 και Ψ24.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10-7-2008 αίτηση της "ΟΤΕ ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7961/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ