Supreme Court allows appeal against eviction compensation denial due to insufficient reasoning regarding remaining property value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a first-instance court's refusal to grant special compensation for the remaining property after partial expropriation. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning on whether the remaining land was still buildable under zoning laws. The Court ruled that the lower court's vague justification deprived the decision of legal basis, necessitating a remand for further examination of the compensation claim.
Legislator headnote
AI generatedArticle 13(4) of Law 2882/2001; Article 17(2) of the Constitution; Article 1 of the First Protocol to the ECHR: When expropriation renders the remaining property unusable or significantly devalued, special compensation must be granted; a court decision denying such compensation is void if it lacks sufficient reasoning on the property's intended use and buildability status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1290 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Ξηρουχάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, κατοικοεδρεύοντα στην Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς καταθέσεως 945/7-9-2004, 1216/1-11-2004, 1292/16-11-2004, 1340/25-11-2004, 1369/29-11-2004, 1370/29-11-2004, 1371/29-11-2004, 1388/1-12-2004, 1390/2-12-2004, 1398/3-12-2004, 1399/3-12-2004, 1433/8-12-2004, 1434/8-12-2004, 1435/8-12-2004, 1449/10-12-2004, 1450/10-12-2004, 1463/15-12-2004 και 1504/21-12-2004 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ως άνω διαδίκων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 224/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/1/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 18/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν.2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 ίου Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτριώσεως, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του απομένοντας τμήματος αυτού, να αποδεικνύεται σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δομήσεως και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, ή οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως Επομένως, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα.
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε επί αιτήσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, για την απαλλοτρίωση των εις αυτή ακινήτων, το Εφετείο, εν σχέσει προς την αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζη-μιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων της ιδιοκτησίας των, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Για τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες με Α.Κ.Π. 1, 3Α....651, 652....δεν αποδείχθηκε ότι συνεπεία της απαλλοτρίωσης τα τμήματά τους που απομένουν υφίστανται μείωση της αξίας τους και ούτε ότι γίνονται άχρηστα για την χρήση, για την οποία προορίζονται.
Και τούτο διότι μπορούν και μετά την απαλλοτρίωση να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται ως αγροί μη υφιστάμενοι μείωση της αξίας τους. Πολλά δε ακίνητα είναι και μετά την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα. Ούτε τέλος αποδείχθηκε ότι ορισμένα από αυτά, τα οποία ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα δεν είναι πλέον άρτια ούτε κατά παρέκκλιση...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, εστέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, διότι διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, δεν αποσαφηνίζει ποιά ήταν η κατά προορισμό χρήση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, δηλαδή, αν ήταν κατάλληλος μόνο για αγροτική εκμετάλλευση ή και για ανοικοδόμηση, λόγω θέσεως και εμβαδού.
Με την αόριστη δε αποδοχή "πολλά δε είναί και μετά την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα", δεν αποσαφηνίζει αν, προ της απαλλοτριώσεως, η συγκεκριμένη ιδιοκτησία ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, και αν το απομένον τμήμα αυτής, μετά την απαλλοτρίωση, με βάση την έκταση του και τα λοιπά χαρακτηριστικά του, εξακολουθεί να είναι οικοδομήσιμο, έστω και κατά παρέκκλιση, ώστε να δύναται vα ελεγχθεί αν υφίσταντο ή όχι οι όροι των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, εν σχέσει προς την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων, περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, για το απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας των, που απαλλοτριώθηκε, εμβαδού 906 τ.μ., πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση να γίνει, κατά το ανωτέρω μέρος, δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ως άνω κεφάλαιο, που αφορά στο απομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορά στο αυτό τμήμα της ιδιοκτησίας τούτων.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος εκτιμάται ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφ' όσον τούτο δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 2, 4 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επειδή το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το άλλο απομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ιδιοκτησίας των, εμβαδού 5.535,35 τ.μ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το ερμηνευτικό σφάλμα, κατά την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 224/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, μόνο κατά το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ