Legislator Case Law & Legislation
1290/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment as inadmissible due to procedural rules on appeal scope.

Case Number 1290/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against multiple lower court decisions. The appellant argued that the appellate court erred in rejecting an oath-based claim without considering additional sworn statements. However, the court ruled that since the appeal was formally accepted, the first-instance judgment was superseded, making appeals against it procedurally inadmissible under Article 577 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 577 §1 of the Code of Civil Procedure: If an appeal is formally accepted, the first-instance judgment is superseded; therefore, cassation against the first-instance judgment is inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural inadmissibility superseded judgment appeal scope Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1290/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "......." Συν.Π.Ε. που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Στρατηγού.

Του αναιρεσιβλήτου: ......... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λουράντο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-1968 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/1970 προδικαστική 272/1973 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας ασκήθηκε έφεση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την 6001/2005 απόφαση του με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πειραιά, λόγω αρμοδιότητας και 374/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-11-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 2-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση (και κατά μείζονα λόγο η προηγούμενη αυτής προδικαστική) επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά των υπ` αριθμ. 272/1973 και 75/1970 οριστικής και προδικαστικής αντίστοιχα αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και κατά της υπ` αριθμ. 374/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά των ως άνω αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και το Εφετείο, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των προαναφερομένων αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολ.Δ). Απορριπτέα επίσης, ως απαράδεκτη, κρίνεται η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 6001/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας του αρχικά επιληφθέντος Εφετείου Αθηνών στο αρμόδιο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο και εξέδωσε τελικά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένας λόγος αναιρέσεως που να πλήττει την περί παραπομπής κρίση του ανωτέρω Εφετείου Αθηνών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 562 παρ.2, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επί πλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή των ενστάσεων που προβλήθηκαν, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔικ, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 32/1996, 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο, κατά ένα μέρος, λόγους της αναιρέσεως, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και τις όμοιες των άρθρων 200, 288 ΑΚ, με το να απορρίψει τις σχετικές περί αυτών ενστάσεις που πρόβαλε ο αναιρεσείων οικοδομικός συνεταιρισμός με τις προτάσεις του στο Εφετείο.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως μεν, λόγω της αοριστίας τους, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρονται μόνον οι νομικές απόψεις του αναιρεσείοντος περί των ανωτέρω διατάξεων και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, χωρίς καμία αναφορά ούτε του ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος του δικαστηρίου, ούτε των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικών για το βάσιμο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη των άνω ενστάσεων, σε κάθε περίπτωση δε, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ηττηθείς στον πρώτο βαθμό και εκκαλών, ότι είχε προβάλει νομίμως τις ενστάσεις αυτές στον πρώτο βαθμό, και τις επανέφερε στο Εφετείο με σχετικούς λόγους εφέσεως, ώστε να μπορούν κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να θεμελιώσουν λόγους αναιρέσεως.

ΕΠΕΙΔΗ, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο 1)έδωσε ασαφείς αιτιολογίες α)"για την ένσταση παραγραφής του δικαιώματος του προσδιορισμού (της υποθέσεως προφανώς) μετά 25 και πλέον χρόνια της εφέσεως", β)για το θέμα μη νόμιμου προσδιορισμού της υποθέσεως ελλείψει επικυρωμένου αντιγράφου της εφέσεως και 2)η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες για το θέμα της προσκόμισης στο Εφετείο από τον αναιρεσίβλητο απλού σχεδίου της αγωγής, χωρίς πράξη καταθέσεως του αρμοδίου Γραμματέα με υπογραφή αυτού και σφραγίδα του δικαστηρίου, λόγω απώλειας του πρωτοτύπου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αφορούν την διάγνωση της υποθέσεως βάσει των αποδείξεων, ούτε αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται χωρίς αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης. (Ολ. ΑΠ 11/1996, 12/1991). Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέτοια όμως επίδραση δεν έχει ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σ` αυτόν δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Με τον δεύτερο λόγος αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ότι η συζήτηση της υποθέσεως έγινε με βάση όχι επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο ή απλό επικυρωμένο εκ του πρωτοτύπου αντίγραφο της ασκηθείσης από τον αναιρεσίβλητο αγωγής αλλά με βάση απλό σχέδιο αυτής, που δεν έφερε συμπληρωμένη πράξη κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα, ούτε υπογραφές, σφραγίδα και ένσημα.

Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, είναι επίσης οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.

Και τούτο διότι, τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός προς θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως (και επικαλείται και με το αναιρετήριο), ήτοι α)η πιθανή μελλοντική άσκηση αγωγών και από άλλα διαγραφέντα μέλη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, θα έχει ως αποτέλεσμα σοβαρό κίνδυνο για τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό ο οποίος δεν έχει πλέον οικόπεδα για διανομή, και β)υφίσταται τεράστια διαφορά μεταξύ της αξίας των ακινήτων κατά τη δεκαετία των ετών 1950-1960 και της σημερινής, έτσι ώστε καθίσταται καταχρηστική η αξίωση του αναιρεσιβλήτου να απαιτεί οικόπεδο μετά αδράνεια πολλών ετών, πρόβαλε το πρώτον με τις προτάσεις του στο Εφετείο, χωρίς να επικαλεσθεί ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος προβολής της κατά την μεταγενέστερη συζήτηση (άρθρο 269 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό που δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως απαραδέκτως κατ'άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ προβληθέντα από τον εκκαλούντα, ήδη αναιρεσείοντα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι η ανωτέρω πλημμέλεια αφορά την υπό του αναιρεσείοντος προβληθείσα πράγματι κατά νόμιμο τρόπο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επαναφερθείσα με λόγο εφέσεως στο εφετείο, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέσθηκε περιστατικά, διαφορετικά των ανωτέρω επικληθέντων το πρώτον στο Εφετείο, για τα οποία και τάχθηκε σε βάρος του υποχρέωση αποδείξεως με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε κατ' ουσία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Eξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 420 παρ. 1 εδαφ. α' και 421 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 14 του ν. 2915/2001 και οι οποίες εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, εκκρεμή κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ως άνω νόμου (1-1-2002), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 αυτού, συνάγεται ότι εάν ο όρκος επήχθη χωρίς την επίκληση άλλων αποδεικτικών μέσων, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να επιβάλλει τον όρκο, χωρίς να προβεί σε εκτίμηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, στην περίπτωση δε που δόθηκε ο όρκος, αποτελεί πλήρη απόδειξη και αποκλείεται η ανταπόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 637/13-12-2006 ένορκη βεβαίωση. Ανεξαρτήτως της αοριστίας του σχετικού λόγου εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται για την απόδειξη ποιού ουσιώδους ισχυρισμού προσκόμισε και επικαλέσθηκε την άνω ένορκη βεβαίωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν άλλες αποδείξεις προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του τότε εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, τον οποίο (ισχυρισμό), όπως προαναφέρθηκε, είχε υποχρεωθεί ο πρώτος να αποδείξει με κάθε αποδεικτικό μέσο, πλην μαρτύρων, επέβαλε στον αναιρεσίβλητο τον επαχθέντα από τον αναιρεσείοντα όρκο, τον οποίο έδωσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 1-11-1975 με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο με το οποίο επήχθη ο όρκος.

Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο δοθείς όρκος αποτελεί πλήρη απόδειξη, αποκλειομένης της ανταποδείξεως και ως εκ τούτου μετά την δόση αυτού, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη νέα αποδεικτικά στοιχεία, προς απόδειξη της ως άνω προβληθείσης από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, χωρίς να λάβει υπόψη τις προσκομισθείσες εκατέρωθεν ένορκες βεβαιώσεις μεταξύ των οποίων και την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η επικαλούμενη παραβίαση.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2006 αίτηση του συνεταιρισμού με την επωνυμία "......" Συν.Π.Ε για αναίρεση των υπ' αριθμ. 75/1970, 272/1973 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, 374/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά και 6001/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ