Supreme Court dismisses bank's appeal, upholding lawyer's right to continued salary and interest after contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that ordered the bank to pay the lawyer's regular salary and interest following the bank's unilateral termination of the employment contract. The court held that the employer's obligation to pay the agreed salary persists after termination until the full statutory compensation is settled, creating a debt subject to interest from the first day of delay. Consequently, the lower court did not violate substantive law by awarding these payments without requiring prior formal demand or lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 94 para. 1 of the Code of Lawyers; Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: The employer's obligation to pay the lawyer's regular salary continues after contract termination until full compensation is paid, and interest accrues from the first day of delay without prior demand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1290 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετσούλα – Βικάτου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του (δικηγόρος).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6113/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2005 αίτησή της και τους από 31-3-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 17-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3790/1957, η αποζημίωση, των οποία δικαιούται να λάβει ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια περιοδική αμοιβή σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα, υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ΄ αυτόν «σταθερώς υφ΄ οιανδήποτε μορφήν», κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα.
Ως τακτικές αποδοχές, κατά τα άρθρα 648 επ του ΑΚ, θεωρούνται ο μισθός (πάγια μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή, που χορηγείται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών, τέτοιο δε είναι και το αντίτιμο των παροχών σε είδος. Αλλά και η οικειοθελής εκ μέρους του εργοδότη παροχή, που επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να απολήξει σε σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή της, με την έννοια του μισθού, που δεν δύναται ελευθέρως να διακοπεί από τον εργοδότη, εφόσον αυτός δεν προέβη από την αρχή σε σχετική ρητή επιφύλαξη, ο δε κατ΄ αυτόν τον τρόπο προσδιοριζόμενος μισθός λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα των Δικηγόρων αποζημιώσεως (ΑΠ 1130/2003).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα έννοιας διαφορετικής από την αληθινή, ή μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται με την εφαρμογή μη εφαρμοστέου κανόνα ή με την παράλειψη εφαρμογής εφαρμοστέου κανόνα ή με την εσφαλμένη εφαρμογή αυτού.
Κατά δε τη διάταξη του αρ. 19 του ίδιου άνω άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως κι έτσι ιδρύεται ο οικείος λόγος αναιρέσεως, όταν στο αιτιολογικό δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία εκείνο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν στερείται όμως νομίμου βάσεως η απόφαση, όταν η αντίστοιχη έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αφορά την ανάλυση, αξιολόγηση, στάθμιση και γενικότερα εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην επιχειρηματολογία, βάσει της οποίας κατέληξε το δικαστήριο στην κρίση περί συνδρομής ή μη των στοιχείων του πραγματικού του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, αρκεί το πόρισμα τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια.
Τέλος, ως πράγμα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παρά το νόμο μη λήψη ή λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.
ΑΠ 25/2003). Αλλά ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στο λόγο εφέσεως ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα.
Με σύμβαση έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, στην Αθήνα, στις 31-10-1969, η εναγομένη Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος προσέλαβε τον ενάγοντα δικηγόρο, για να της παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία αντιμισθία, εις εκτέλεση δε της συμβάσεως αυτής ο ενάγων προσέφερε πράγματι τις ανωτέρω υπηρεσίες του μέχρι 9-8-1990, που η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση και έπαψε έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε.
Στο μεταξύ, από 25-7-1978, είχε τεθεί σε ισχύ ο «Κανονισμός Λειτουργίας της Διεύθυνσης Δικαστικού και Υπηρεσιακής Καταστάσεως Δικηγόρων» της εναγομένης και ο ενάγων εντάχθηκε οργανικά στον Κανονισμό αυτό με το βαθμό του Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Δικαστικού και στη συνέχεια προήχθη από 1-9-1984 στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α΄ και από 11-4-1990 στο βαθμό του Αναπληρωτή Διευθυντή.
Τον Απρίλιο του έτους 1994, ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την από 29-4-1994 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί άκυρη η κατά τα άνω λύση της συμβάσεώς του και να υποχρεωθεί η αντίδικός του να του καταβάλει 2.000.000 δραχμές για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την άκυρη απόλυσή του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 23/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως έμμισθης εντολής και απορρίφθηκαν τα άλλα αγωγικά αιτήματα, η απόφαση δε αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 11758/1995 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις κατά της εν λόγω πρωτόδικης αποφάσεως, και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου 1213/1997 και Ολομ.
ΑΠ 29/1998, που απέρριψαν τις αντίθετες αναιρέσεις κατά της εφετειακής αποφάσεως. Παραλλήλως, ο ενάγων, από του έτους 1995, έχει ασκήσει κατά της εναγομένης πλήθος αγωγών, με αντικείμενο μισθούς υπερημερίας και άλλες πρόσθετες παροχές, όπως οδοιπορικά έξοδα και λειτουργικά έξοδα χρήση πιστωτικής κάρτας, έξοδα κινήσεως, παράδοση μετοχών της εναγομένης κ.ά, διάφορων χρονικών περιόδων από του έτους 1990 και εντεύθεν, οι οποίες, αγωγές, κατά το μέγιστο μέρος έγιναν δεκτές με αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, που αναγνώρισαν την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα και τις ανωτέρω πρόσθετες παροχές, ως περιλαμβανόμενες στους οφειλομένους σ΄ αυτόν μισθούς υπερημερίας:
Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως Ολ. ΑΠ 29/1998, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως άκυρη η λύση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως έμμισθης εντολής, η εναγομένη, από του μηνός Νοεμβρίου 1998, επανέφερε τον ενάγοντα στη μισθοδοσία των δικηγόρων της, χωρίς όμως και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, αφού το σχετικό αίτημά του είχε απορριφθεί αμετακλήτως, αλλά στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, που του κατέβαλλε, δεν συμπεριέλαβε και το συνολικό ποσό των 501.184 δραχμών το μήνα, που αφορούσε τις προαναφερθείσες πρόσθετες παροχές εξόδων κινήσεως, οδοιπορικών και λειτουργικών εξόδων, δικαστικών εξόδων και χρήσεως πιστωτικής κάρτας μέχρι του ποσού των 180.000 δραχμών, που η εναγομένη χορηγούσε στα υψηλόβαθμα στελέχη της, μεταξύ των οποίων και οι Αναπληρωτές-Διευθυντές, όπως ήταν ο ενάγων.
Ακολούθως, η εναγομένη, με την από 14-5-1999 έγγραφη δήλωσή της, που επέδωσε αυθημερόν στον ενάγοντα, κατήγγειλε εκ νέου, για τους αναφερομένους σ΄ αυτή σπουδαίους λόγους, την μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής, η καταγγελία δε αυτή κρίθηκε αμετακλήτως έγκυρη με την αριθ. 9692/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 21/2004 απόφαση της Ολομ.
του Αρείου Πάγου. Για την κατά τα άνω καταγγελία της συμβάσεως η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, κατά τον χρόνο αυτής, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 55.028.125 δραχμών, στην οποία όμως δεν συνυπολόγισε, κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, τα έξοδα κινήσεως Διευθυντή, ποσού 53.167 δραχμών μηνιαίως, το επίδομα οδοιπορικών εξόδων Δικηγόρων 55.000 δραχμών μηνιαίως, το επίδομα λειτουργικών εξόδων ποσού 137.900 δραχμών το μήνα, το επίδομα πιστωτικής κάρτας ποσού 180.000 δραχμών μηνιαίως, το επίδομα για αγορά νομικών βιβλίων ποσού 15.000 δραχμών το μήνα και το επίδομα Επιχ.
Συμβάσεως Ν. 1876/1990 60.117 δραχμών το μήνα και συνολικώς το ποσό των 501.184 δραχμών μηνιαίως. Σύμφωνα με όσα σχετικώς στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως εκτέθηκαν, συνεχίζει το Εφετείο, οι πρόσθετες αυτές παροχές αποτελούν τακτικές αποδοχές του ενάγοντος και η εναγομένη έπρεπε να τις συνυπολογίσει κατά τον καθορισμό της αποζημιώσεως, αλλά δεν τις συνυπολόγισε.
Δικαιούται, επομένως, ο ενάγων, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, εφόσον η καταβληθείσα αποζημίωση δεν ήταν πλήρης, να ζητήσει, ως ποινή και ως μέσο εξαναγκασμού της εναγομένης για την καταβολή της νομίμου (πλήρους) αποζημιώσεως, την καταβολή για το επόμενο της απολύσεώς του ένδικο χρονικό διάστημα, των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τον προηγούμενο της απολύσεώς του μήνα (Απρίλιο 1999), οι οποίες ανέρχονταν συνολικώς, μαζί με το ποσό των ανωτέρω πρόσθετων παροχών, σε 2.064.009 δραχμές.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες για τον χαρακτηρισμό των προαναφερόμενων επίμαχων πρόσθετων παροχών της αναιρεσειούσης Τράπεζας ως τακτικών αποδοχών του αναιρεσιβλήτου και τον εντεύθεν συνυπολογισμό αυτών κατά τον καθορισμό της οφειλομένης, πλήρους αποζημιώσεως, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως του κυρίου αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμα, ενώ ο ίδιος αυτός τέταρτος λόγος ως προς την από τον αριθ. 9 αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί από πού συνήγαγε ότι οι ως άνω επίμαχες πρόσθετες παροχές της αναιρεσειούσης χορηγούνται ως αντάλλαγμα εργασίας ή σύμφωνα με το νόμο κι΄ έτσι ήταν συνυπολογιστέες για τον καθορισμό της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της αιτιάσεως αυτής πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, με τον ίδιο άνω τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγω αναιρέσεως η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο της εφέσεώς της κατά της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως ισχυρισμό, ότι οι επίμαχες μηνιαίες πρόσθετες παροχές, που αυτή χορηγούσε σε υψηλόβαθμα στελέχη της, όπως και ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, δεν ήταν συνυπολογιστέες κατά τον καθορισμό των μηνιαίων αποδοχών του, βάσει των οποίων προσδιορίστηκε και καταβλήθηκε η αποζημίωση καθόσον οι εν λόγω παροχές δεν προβλέπονταν, δεν χορηγούνταν και δεν ήταν καταβλητέες βάσει νόμου ή Σ.Σ.Εργασίας ΟΤΟΕ – Τραπεζών όπως, απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αλλά είχαν θεσπιστεί από την Τράπεζα με εσωτερικές εγκυκλίους και σημειώματά της και χορηγούνταν όχι ως αντάλλαγμα εργασίας, αλλά με σκοπό την κάλυψη δαπανών των στελεχών της κατά την εκτέλεση της εργασίας των και για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της Τράπεζας, ενώ ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν υπό καθεστώς απραξίας τον κρίσιμο χρόνο πριν από την απόλυσή του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του συνάγεται αναμφίβολα ότι τούτο απέρριψε το λόγο αυτό της εφέσεως της αναιρεσειούσης, δια της αντίθετης παραδοχής της ότι οι επίμαχες πρόσθετες παροχές της αναιρεσειούσης αποτελούν νόμιμες τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, που ήταν συνυπολογιστέες κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων για τον καθορισμό της οφειλομένης σ΄ αυτόν, εξαιτίας της γενομένης από εκείνη καταγγελίας της μεταξύ των συμβάσεως, αποζημιώσεως.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων ορίζει ότι «εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως».
Από αυτή τη διάταξη προκύπτει σαφώς, ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση, που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.
Πρόκειται, δηλαδή, για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα, όμως, τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως.
Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και ο δικηγόρος, που ζημιώθηκε, δεν χρειάζεται ν΄ αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και ν΄ απαλλαγεί, αν αποδείξει, ότι η ελλειπής καταβολή της αποζημιώσεως, οφείλεται σε συγγνωστή του πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικώς με το ύψος της (ΟλΑΠ 570/1986, ΑΠ 425/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικώς με την ένσταση της αναιρεσειούσης περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της ως προς τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως, στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο για τη λύση, συνεπεία καταγγελίας, της μεταξύ των συμβάσεως, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα. «Ισχυρίζεται σχετικώς η τελευταία (εναγομένη) ότι δεν την βαρύνει υπαιτιότητα ως προς τη μη καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως του ενάγοντος, διότι τελούσε σε συγγνωστή πλάνη ή εύλογη αμφιβολία σχετικώς με το συνυπολογισμό των άνω πρόσθετων παροχών στην αποζημίωση του ενάγοντος.
Από το αυτό άνω αποδεικτικό υλικό απεδείχθη, ότι η εναγομένη διαθέτει συγκροτημένη νομική υπηρεσία, αποτελουμένη από έμπειρους και μεταξύ αυτών και διακεκριμένους νομικούς, Δικαστικό Συμβούλιο και Νομικό Συμβούλιο, με συνέπεια να μη δικαιολογείται η ύπαρξη αμφιβολίας της για το χαρακτήρα των ως άνω παροχών.
Ειδικότερον, απεδείχθη ότι κατά το χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως στον ενάγοντα η εναγομένη, διαθέτουσα, όπως προαναφέρθηκε πολυεπίπεδη νομική κάλυψη, γνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει την πάγια επί του θέματος νομολογία του ΑΠ (ΑΠ 130/89, 1106/87, 121/82), με τις οποίες κρίθηκε ότι οι παραπάνω ένδικες παροχές περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, αλλά και ότι τα αμέσως προηγούμενα έτη, κατά την διάρκειά των, όπως προεξετέθη, μακροχρονίων δικαστικών αγωγών της με τον ενάγοντα, είχαν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις, που δέχθηκαν το ίδιο, ήτοι ότι οι παραπάνω παροχές αποτελούν τακτικές αποδοχές του.
Για τον ίδιο λόγο κρίνεται αβάσιμος και ο ισχυρισμός της περί διακυμαινόμενης νομολογίας, καθόσον απεδείχθη, ότι ουδεμία διακύμανση νομολογίας υφίσταται σχετικώς κατά τον προ της απολύσεως του ενάγοντος χρόνο (Εφ. Ναυπλίου 267/2000 χρ./δ 2001, 176). Ούτε εξάλλου, παράγεται δεδικασμένο για τον άνω ισχυρισμό της εναγομένης, ότι τελούσε σε δικαιολογημένη αντίληψη, ότι οι πρόσθετες αυτές παροχές δεν συνιστούσαν τακτικές αποδοχές, από το σκεπτικό των προαναφερομένων 9692/2001 Εφ.
Αθ. και της επ΄ αυτής Ολ. ΑΠ 21/2004, στο σκεπτικό των οποίων αναφέρεται, ότι κατά το μακρύ χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διαρκεί η αντιδικία των διαδίκων, η εναγομένη διακατείχετο από την δικαιολογημένη, ίσως, αντίληψη, ότι οι πρόσθετες παροχές, που δεν του κατέβαλε, δεν συνιστούν τακτικές αποδοχές, διότι οι σκέψεις αυτές των προαναφερομένων αποφάσεων, σύμφωνα με όσα σχετικώς εξετάσθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσης, δεν παράγουν δεδικασμένο, αλλ΄ αποτελούν παρεμπίπτουσες κρίσεις και αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός, επομένως, της υπό κρίση εφέσεως είναι αβάσιμος…». Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο το Κώδικα περί Δικηγόρων και 330 του ΑΚ, τις οποίες ουδόλως παραβίασε, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος, που εξήτασε, δηλαδή της ενστάσεως της αναιρεσειούσης περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της για την καταβολή μη πλήρους αποζημιώσεως στον αναιρεσίβλητο, λόγω μη συνυπολογισμού σ΄ αυτή των αποτελουσών τακτικές αποδοχές αυτού επίμαχων πρόσθετων παροχών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών, οι δε επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ασάφειες και αντιφάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα στα επιχειρήματα, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στο αρνητικό για την πιο πάνω ένσταση της αναιρεσειούσης πόρισμα, το οποίο εκτίθεται σαφώς.
Επομένως, ο τρίτος εκ του αριθ. 1 άλλως 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος του κυρίου αναιρετηρίου πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλ΄ απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου κατά του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρουμένη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άνω άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Αλλά ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει πράγμα, που προτάθηκε παραδεκτώς, διότι διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να το λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001). Αν δε αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, η προβολή ουσιώδους ισχυρισμού είναι παραδεκτή μόνο με λόγο εφέσεως ή με πρόσθετο λόγο, ο οποίος στην ειδική διαδικασία των άρθρων 678-681 του Κ.Πολ.Δ.
ασκείται και με τις προτάσεις (άρθρ. 681 και 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 262, 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, αν η προβαλλομένη από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν το καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 88/1980), η δε μη λήψη υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 38/2004). Αλλά ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν τα αυτοτελή αυτά πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι είχε επικαλεστεί νομίμως και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., που προαναφέρθηκε, κι΄ επομένως ο σχετικός περί αυτών ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κυρίου αναιρετηρίου, όπως συμπληρώθηκε με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου των προσθέτων, η αναιρεσείουσα Τράπεζα υποστηρίζει, ότι με την έφεσή της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε σ΄ αυτό παραδεκτώς την πρωτοδίκως προταθείσα και απορριφθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή σ΄ αυτόν των νομίμων αποδοχών του εκ της μεταξύ των συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αμοιβή, που λύθηκε με καταγγελία εκείνης, για μεταγενέστερο της απολύσεώς του χρονικό διάστημα, λόγω μη καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως για την καταγγελία αυτή, προς θεμελίωση της οποίας, (ενστάσεως) είχε επικαλεστεί και τα προσδιοριζόμενα ουσιώδη αυτοτελή πραγματικά περιστατικά τα οποία, όμως, το Εφετείο παρανόμως δεν έλαβε υπόψη.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση της ανωτέρω ενστάσεώς της είχε επικαλεστεί και ατα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ότι ο αναιρεσίβλητος από του Μαϊου του 1999, που καταγγέλθηκε η σύμβαση, έως και το μη να Μάϊο του 2002 ουδέποτε όχλησε την αναιρεσείουσα για καταβολή ελλειπούς αποζημιώσεως και για την εντεύθεν αξίωσή του προς εξακολούθηση της καταβολής των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του από 14.5.1999, αλλά υπέβαλε στο ΤΕΑΠΕΤ τα νόμιμα δικαιολογητικά και συνταξιοδοτήθηκε από της ημερομηνίας αυτής.
Ότι το πρώτον στις 30.5.2002 ο αναιρεσίβλητος, με την από 22.5.2002 επιστολή του προς την αναιρεσείουσα, υποστήριξε ότι η σύμβαση δεν είχε λυθεί, διότι δεν καταβλήθηκε πλήρως η αποζημίωση, που ανερχόταν σε 72.240.315 δραχμές και ότι η Τράπεζα του οφείλει από 14.5.1999 και εντεύθεν τις τακτικές αποδοχές του, εις απάντηση δε η τελευταία του επέδωσε την από 20.6.2002 εξώδικη δήλωση, με την οποία του προσέφερε τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης και αξιωθείσης αποζημιώσεως εκ 17.212.190 δραχμών ή 50.512,66 ευρώ, την οποία ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε την 1.7.2002.
Ότι την ίδια ημέρα, με νέα επιστολή του ο αναιρεσίβλητος ισχυριζόταν, πως η καταβληθείσα αποζημίωση και πάλι δεν ήταν η προσήκουσα, αποφεύγοντας να προσδιορίσει το ύψος της, οπότε η αναιρεσείουσα υπολόγισε εκ νέου την αποζημίωση με βάση τις πλασματικές μηνιαίες αποδοχές του, ωσάν να εξακολουθούσε να υπηρετεί στη Τράπεζα, κι΄ έτσι, με την από 8.7.2002 νέα εξώδικη δήλωσή της, του προσέφερε δεύτερο συμπληρωματικό ποσό εκ 50.835,14 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε στις 19.7.2002 και ταυτόχρονα κατέθεσε στην Τράπεζα δήλωση – απόδειξη, με την οποία, αφού συνομολογεί ότι για τη λήψη της συμβάσεως έχει λάβει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 262.839,00 ευρώ, δηλώνει ότι δεν διατηρεί καμιά απαίτηση κατ΄ αυτής σχετικώς με το ύψος της αποζημιώσεως.
Ότι ο ίδιος, όμως, την αυτή ημερομηνία 19.7.2002, κατέθεσε στην Τράπεζα άλλη επιστολή, με την οποία ζητούσε λεπτομερή ανάλυση των κονδυλίων, που απαρτίζουν το ποσό της πλήρους αποζημιώσεως, που δικαιούται για την απόλυσή του, την οποία, ανάλυση, η Τράπεζα του γνωστοποίησε με την από 23.7.2002 νέα εξώδικη δήλωση και τον κάλεσε να της δηλώσει εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση του εγγράφου αυτού, εάν έχει οποιαδήποτε αντίρρηση, τέτοια όμως αντίρρηση ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε προέβαλε, αλλά μετά πάροδο δύο και πλέον ετών άσκησε, στις 20.1.2004, την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητά την καταβολή των προαναφερομένων επίμαχων οικειοθελών παροχών της αναιρεσειούσης ως τακτικών αποδοχών του για το από τη λύση της συμβάσεως, 14.5.1999, έως 31.12.1999 χρονικό διάστημα σαν ποινή για τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεώς του.
Αλλά, υπό τα άνω φερόμενα ως επικληθέντα και μη ληφθέντα υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κι΄ επομένως δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ..
Αρα, ο σχετικός αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσειούσης ήταν μη νόμιμος και το Εφετείο, που φέρεται ότι δεν τον έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που η αναιρεσείουσα του προσάπτει με τους προαναφερομένους κύριο και πρόσθετο, λόγους, οι οποίοι, έτσι, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Οι ίδιοι δε αυτοί λόγοι αναιρέσεως, κατά το επικουρικό μέρος των, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, αναφορικώς με την απόρριψη της ανωτέρω εκ του άρθρου 281 του Α.Κ. προβληθείσης από την αναιρεσείουσα ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, οι αιτιάσεις της εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες, αλλιώς της ευθείας παραβιάσεως της άνω διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέα, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, προεχόντως ως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι.
Και τούτο διότι, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, δεν εντίθεται ούτε στο κύριο αναιρετήριο ούτε στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω ένσταση, ποια δηλαδή είναι τα ελλείποντα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοσθέντος άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τα οποία ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας και δεν περιλαμβάνονται σ΄ αυτή, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα αυτού (Ολ.
ΑΠ 57/1990).
Επειδή, όπως έχει προαναφερθεί από το άρθρο 94 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει, ότι στην περίπτωση, που η σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία λύνεται με καταγγελία του εντολέα, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη και μέσα στα όρια του άρθρου 92 του ίδιου Κώδικα καθοριζομένη αμοιβή μέχρι της καταβολής πλήρους της σχετικής αποζημιώσεως, η υποχρέωση δε αυτή του εντολέα για καταβολή της αντιμισθίας του δικηγόρου είναι μία από το νόμο παροχή προς αυτόν, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και ως μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως και εξακολουθεί μετά την καταγγελία και την εξ αυτής λύση της συμβάσεως μέχρι της καταβολής του ελλείποντος μέρους της αποζημιώσεως, μετά την οποία παύει να υφίσταται.
Από αυτά προκύπτει περαιτέρω, ότι ο εντολέας, καθόλο το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία της συμβάσεως, κατά το οποίο παραμένει σε εκκρεμότητα η καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως του δικηγόρου, οφείλει να συνεχίσει την πληρωμή των τακτικών αποδοχών του, μηνιαίες και άλλες, κατά τη συμφωνημένη ή νόμιμη δήλη ημέρα, κατά την οποία τις κατέβαλλε και πριν από την καταγγελία, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της συμβάσεώς τους κι΄ επομένως με την παρέλευση μόνης της ημέρας αυτής γίνεται υπερήμερος και οφείλει τον οριζόμενο από το νόμο τόκο υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 341 και 345 του Α.Κ.
Δεν απαιτείται, δηλαδή, προκειμένου ο εντολέας να περιέλθει σε υπερημερία και να οφείλει τον σχετικό τόκο προηγούμενη όχληση εκ μέρους του δικηγόρου ή άσκηση αγωγής από αυτόν για την πιο πάνω παροχή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 346 του ίδιου άνω Κώδικα, αφού από το νόμο, ήτοι την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του Δικ. Κώδικα, έχει ταχθεί δήλη ημέρα πληρωμής της. Συνακόλουθα, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, επιδίκασε σ΄ αυτόν, λόγω καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσειούσης Τράπεζας της μεταξύ τους συμβάσεως παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία χωρίς την πλήρη καταβολή της σχετικής αποζημιώσεως τις συμφωνημένες τακτικές περιοδικές παροχές, μηνιαίες και άλλες που του κατέβαλε κατά τον τελευταίο προ της απολύσεώς του μήνα, για το επόμενο αυτής ένδικο χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από την καθορισθείσα δήλη ημέρα πληρωμής της κάθε επιμέρους παροχής, δεν παραβίασε τους αναφερομένους πιο πάνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου κι΄ επομένως ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ , που υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2005 αίτηση της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» για αναίρεση της αριθ. 6113/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ