Supreme Court dismisses appeal on partnership expulsion claim, upholding lower court's rejection of serious cause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two partners against a third partner's expulsion from a limited liability company. The appellants argued that the respondent's conduct since 2015 created insecurity and endangered the company's existence, constituting a serious cause for expulsion. The court held that the lower court correctly found the respondent's actions did not affect the company's organization or efficiency, and thus no serious cause existed. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 495, 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a disagreement with the lower court's assessment of facts regarding the existence of a serious cause for expulsion from a partnership is inadmissible if the lower court's evaluation is not legally reviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 128 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 128/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Γ. και 2) Δ. Α. του Β., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεληντζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, με την από 7-9-2017 (υπ' αριθ. 47/8-1-2018 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι είναι συνδιαχειριστές της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε. ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ", με συμμετοχή στο κεφάλαιο της εταιρίας κατά ποσοστό 1/3 έκαστος και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος συμμετέχει στο κεφάλαιο της εταιρίας αυτής κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό. Ότι από την έναρξη της λειτουργίας της εν λόγω εταιρίας, το έτος 2002, ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε συμμετείχε στη διαχείριση και την εκπροσώπηση της εταιρίας, την οποία ασκούν αυτοί (ενάγοντες), καθώς και ότι, από την άνοιξη του έτους 2015, ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) προέβη στις ειδικότερα αναφερόμενες εξώδικες και δικαστικές πράξεις αμφισβητώντας την εγκυρότητα των διαχειριστικών πράξεων τους κατά τον χρόνο λειτουργίας της εταιρίας.
Ότι εξαιτίας των περιγραφομένων ενεργειών του αναιρεσίβλητου δεν είναι εφικτή η συνεργασία μεταξύ των εταίρων για την προάσπιση του εταιρικού σκοπού, έχει δημιουργηθεί ανασφάλεια μεταξύ των εργαζομένων στην επιχείρηση που διατηρεί η εταιρία και ότι η εξακολούθηση της παραμονής του σ' αυτήν (εταιρία), με την ιδιότητα του εταίρου, δημιουργεί κινδύνους και προβλήματα στην λειτουργία της.
Επίσης, ζήτησαν, με την ως άνω αγωγή τους, επικαλούμενοι ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου συνιστά σπουδαίο λόγο αποκλεισμού του από την εν λόγω εταιρία, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει ο σχετικός σπουδαίος λόγος, για να διαταχθεί ο αποκλεισμός του αναιρεσίβλητου από την εταιρία αυτή.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, η υπ' αριθ. 45/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Επίσης, επί της ασκηθείσας από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 101/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά η έφεση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) η ως άνω υπ' αριθ. 101/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο (σε συνδυασμό με το ότι κατατέθηκε εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από τη δημοσίευσή της), επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Ι. Στο άρθρο 33 του ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης" (όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο για την εν λόγω υπόθεση χρονικό διάστημα) ορίζεται ότι "1. Το καταστατικόν δύναται να περιλαμβάνη διατάξεις περί δικαιώματος των εταίρων όπως εξέλθωσι της εταιρείας υπό ωρισμένας προϋποθέσεις. 2.
Πας εταίρος δύναται να εξέλθη της εταιρείας ένεκα σπουδαίου λόγου κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών. Δια της αυτής αποφάσεως προσδιορίζονται και η αξία της μερίδος συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου κατ' ανάλογον εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ. 1 και παρ. 4. 3. Υφισταμένου σπουδαίου λόγου, το Δικαστήριον αιτήσει παντός διαχειριστού ή εταίρου δύναται να αποκλείση της εταιρείας τινά η τινάς των εταίρων, εφ' όσον ελήφθη περί τούτου απόφασις της συνελεύσεως.
Από της καταβολής εις τον αποκλειόμενον εταίρον της αξίας της μερίδος συμμετοχής αυτού, προσδιοριζομένης κατά τα εν άρθρω 29 παρ. 1 και παρ. 4 οριζόμενα, η εταιρεία συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι προβλέπεται η δυνατότητα εξόδου κάποιου εταίρου από την Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.), εκουσίως ή ακουσίως.
Σχετικώς με την εκούσια έξοδο του εταίρου από την Ε.Π.Ε., ο νόμος αφενός προβλέπει ότι το καταστατικό της εταιρίας μπορεί να περιέχει διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εταίρος δύναται να αποχωρήσει από την εταιρία, αφετέρου παρέχει την δυνατότητα στον εταίρο, να εξέλθει από την εταιρία κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών.
Όσον αφορά την ακούσια έξοδο, δηλαδή τον αποκλεισμό του εταίρου από την Ε.Π.Ε., αυτή δύναται να γίνει, εφόσον υφίσταται σπουδαίος λόγος, με δικαστική απόφαση κατόπιν αιτήσεως του διαχειριστή ή άλλου εταίρου της εταιρίας και αφού προηγουμένως έχει ληφθεί περί αυτού σχετική απόφαση από την συνέλευση των εταίρων με τις αντίστοιχες πλειοψηφίες, όσον αφορά τον αριθμό των εταίρων και το εταιρικό κεφάλαιο.
Περαιτέρω, στο νόμο που ρυθμίζεται η Ε.Π.Ε. (ν. 3190/1955) δεν περιλαμβάνονται τα κριτήρια βάσει των οποίων θα διαπιστωθεί η συνδρομή του σπουδαίου λόγου. Ειδικότερα, η συνδρομή του κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρίας. Αυτή η οργάνωση θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος. Η εκτίμηση για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου είναι αντικειμενική και λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μετά από στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων. Η ύπαρξή του θα πρέπει πάντως, να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας. Αυτές οι επιπτώσεις είναι απαραίτητο να παρουσιάζουν το στοιχείο της μονιμότητας και να μην έχουν προσωρινό χαρακτήρα.
Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω σπουδαίος λόγος πρέπει, ιδίως, να αναφέρεται στις συνθήκες λειτουργίας και εν γένει δραστηριότητας της εταιρίας και όχι μόνον στο πρόσωπο των εταίρων, αφού η εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού δεν εξαρτάται κατά μέγα μέρος (όπως στις προσωπικές εταιρίες) από το πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προσωπικά στοιχεία είναι καθοριστικά για τη λειτουργία της εταιρίας.
Ακόμη, σπουδαίος λόγος για την ως άνω έξοδο εταίρου κρίνεται ότι υφίσταται, σε περίπτωση που η συνέχιση συμμετοχής στην εταιρία είναι, για λόγους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς, δυσβάσταχτη για τον παραμένοντα εταίρο. Ως αντικειμενικά σπουδαίοι λόγοι εξόδου θεωρούνται εκείνοι που αναφέρονται στις σχέσεις της εταιρίας ή στα πρόσωπα ή στη συμπεριφορά των άλλων εταίρων ή των διαχειριστών της εταιρίας, όπως για παράδειγμα η μη αποδοτικότητα της επιχείρησης, η μη επίτευξη ή η αδυναμία επίτευξης του εταιρικού σκοπού, η μεταβολή των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης που διατηρεί η εταιρία, καθώς και η δυσμενής διαχείριση ή εξέλιξη των εταιρικών υποθέσεων.
Ως υποκειμενικοί σπουδαίοι λόγοι θεωρούνται αυτοί που αναφέρονται στο πρόσωπο του εταίρου που ζητεί την έξοδό του από την εταιρία. Υποκειμενικούς λόγους μπορούν να συνιστούν η αδυναμία εκπλήρωσης των εταιρικών υποχρεώσεων λόγω μακράς ασθένειας, στράτευσης, μακρόχρονης απουσίας κλπ., η αδυναμία εκπλήρωσης των παρεπόμενων παροχών, είτε επειδή αυτές εξελίχθηκαν σε δυσβάστακτο βάρος είτε για άλλο λόγο, η επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης χρημάτων, εφόσον βέβαια ληφθεί υπόψη η φύση της ανάγκης, καθώς επίσης και η τυχόν αδυναμία μεταβίβασης της μερίδας συμμετοχής του εταίρου.
Σε κάθε περίπτωση, η ως άνω έξοδος εταίρου με την επίκληση σπουδαίου λόγου, πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο για την ομαλή συνέχιση λειτουργίας της εταιρίας. Τέλος, για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω σπουδαίου λόγου, γίνεται δεκτό ότι, σε αντίθεση προς τα οριζόμενα με το άρθρο 771 του ΑΚ, δεν προϋποτίθεται αναγκαίως η ύπαρξη υπαιτιότητας των υπολοίπων εταίρων ή των εκπροσώπων της εταιρίας, ούτε το αναίτιο του ζητούντος την εκ της εταιρίας έξοδο, αλλά η υπαιτιότητα στη δημιουργία τέτοιου λόγου μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να θεμελιώσει ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ κατά της ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος (ΑΠ 1759/2014, ΑΠ 1560/2012, ΑΠ 1127/1988).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 4/2005). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ακόμη, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 446/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθμό ...-2002 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Τρικάλων Ν. Τ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα (Τ.Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. 3171/30.4.2002) και καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Τρικάλων, με αύξοντες αριθμούς Γενικό 100/2002 και Ειδικό 17/2002, συστάθηκε, μεταξύ των διαδίκων η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ - ΑΡΤΟΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΔΑΛΕΧΤΟΥ" με έδρα το δημοτικό διαμέρισμα Διαλεχτού, του Δήμου Φαλωρείας, του Νομού Τρικάλων με αντικείμενο την παρασκευή άρτου, ειδών ζαχαροπλαστικής, καθώς και λοιπών συναφών ειδών και τη διάθεσή τους σε τρίτους.
Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε σε τριάντα (30) έτη, αρχόμενη από την ημέρα δημοσίευσης περίληψης του καταστατικού της στο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης και λήγουσα την αντίστοιχη ημέρα του έτους 2032 ενώ το κεφάλαιο της ορίστηκε στο ποσό των 135.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 4.500 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ το καθένα, στο οποίο συμμετείχε κάθε εταίρος ισομερώς με 1-500 εταιρικά μερίδια, καταβάλλοντος το ποσό των 45.000 ευρώ (καθένας από αυτούς αντίστοιχα) στο ταμείο της εταιρίας και πρώτοι διαχειριστές της εταιρίας ορίστηκαν οι εκκαλούντες.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι για την περίπτωση αποκλεισμού κάποιου εταίρου από την εταιρία, εάν υπάρξει σπουδαίος λόγος, θα γίνονταν κατόπιν αίτησης του διαχειριστή ή εταίρου προς το αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο δύναται να αποκλείσει από την εταιρία κάποιον ή κάποιους εταίρους, εφόσον έχει ληφθεί απόφαση της συνέλευσης με πλειοψηφία τουλάχιστον 3/4 του όλου αριθμού των εταίρων που εκπροσωπούν τουλάχιστον τα 3/4 του όλου εταιρικού κεφαλαίου ενώ από την καταβολή στον αποκλειόμενο εταίρο της αξίας της μερίδας συμμετοχής του η εταιρία συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων.
Στη συνέχεια, δυνάμει του με αριθμό ...-2003 συμβολαίου της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, που καταχωρήθηκε, στις 14-1-2003, στα ίδια ως άνω βιβλία, με αύξοντες αριθμούς Γενικό 18/2003 και Ειδικό 3/2003, οι διάδικοι εταίροι προέβησαν σε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρίας, κατά το ποσό των 54.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 1.800 εταιρικά μερίδια, αξίας 30 ευρώ έκαστο, το οποίο καλύφθηκε με μετρητά εξ ολοκλήρου από τους εταίρους με νέες εισφορές, με καταβολή από τον καθένα 18.000 ευρώ και με ανάληψη από κάθε εταίρο 600 εταιρικών μεριδίων. Το εταιρικό αυτό κεφάλαιο αυξήθηκε εκ νέου, δυνάμει του με αριθμό ...-2008 συμβολαίου της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, κατά το ποσό των 166-500 ευρώ, που καλύφθηκε με την έκδοση 5.550 νέων εταιρικών μεριδίων, αξίας 30 ευρώ το καθένα, τα οποία ανέλαβαν ισομερώς οι ως εταίροι. Συνακόλουθα των ανωτέρω αυξήσεων του εταιρικού κεφαλαίου, τροποποιήθηκαν τα άρθρα 5 και 6 του καταστατικού της, έτσι ώστε το κεφάλαιο της εταιρίας να ανέρχεται πλέον σε 355-500 ευρώ, διαιρούμενο σε 11.850 εταιρικά μερίδια, αξίας 30 ευρώ έκαστο και η συμμετοχή κάθε εταίρου, αποτελούμενη από 3-950 εταιρικά μερίδια αξίας 30 ευρώ το καθένα, ανέρχεται συνολικά σε 118-500 ευρώ.
Τέλος, στις 7-1-2011, με το με αριθμό .../2011 νέο συμβόλαιο, αυξήθηκε εκ νέου το εταιρικό κεφάλαιο κατά το ποσό των 64.800 ευρώ, που καλύφθηκε με την έκδοση 2.160 νέων εταιρικών μεριδίων, της ίδιας ως άνω αξίας, τα οποία ανέλαβαν οι εταίροι από 720 ο καθένας, έτσι ώστε η μερίδα συμμετοχής του καθενός ανήλθε πλέον σε 140.100 ευρώ, διαιρούμενη σε 4.670 εταιρικά μερίδια, αξίας 30 ευρώ το καθένα.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις 13-5-2015, ο εφεσίβλητος επέδωσε στους εκκαλούντες την από 5-5-2015 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για οικονομικές ατασθαλίες εκ μέρους τους ως διαχειριστές και επισήμανε τον αποκλεισμό του από την άσκηση των δικαιωμάτων του ως εταίρου ενώ με την από 22-7-2015 νέα εξώδικη δήλωση - πρόσκληση ο εφεσίβλητος ζήτησε από τους εκκαλούντες να συναντηθούν στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου του που βρίσκεται στην Αθήνα προκειμένου να συζητήσουν για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων καθώς και για τον ορισμό του ως συνδιαχειριστή.
Οι εκκαλούντες με την από 24.7.2015 δήλωσή τους, αρνήθηκαν οποιαδήποτε συνάντηση με τον εφεσίβλητο εκτός της έδρας της εταιρίας, κατά παράβαση σχετικού όρου του καταστατικού, δεδομένης της άρνησης του τελευταίου να ανακαλέσει τους περιλαμβανόμενους στις προηγηθείσες εξώδικες δηλώσεις μειωτικούς της προσωπικότητάς τους, χαρακτηρισμούς περί οικονομικών ατασθαλιών εκ μέρους τους.
Κατόπιν στις 22-9-2015 ο εφεσίβλητος απέστειλε νέα εξώδικη δήλωση με την οποία ζητούσε τη σύγκληση εντός είκοσι (20) ημερών έκτακτης γενικής συνέλευσης, κατ' άρθρο 19 του καταστατικού της εταιρίας, προκειμένου να εκλεγεί και ο ίδιος ως διαχειριστής της εταιρίας αλλά οι εκκαλούντες ενέμειναν στη θέση τους περί ανάκλησης εκ μέρους του των ισχυρισμών περί οικονομικών ατασθαλιών, που διατυπώθηκαν σε βάρος τους.
Ο εφεσίβλητος με την από 16-11-2015, εξώδικη δήλωσή τους ζήτησε από τους εκκαλούντες τη χορήγηση επικυρωμένων αντιγράφων των προσκλήσεων σύγκλησης των γενικών συνελεύσεων, των τηρούμενων σχετικά βιβλίων και στοιχείων, των ετησίων οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμούς, αποτελέσματα χρήσης, πίνακες διαθέσεως αποτελεσμάτων, και προσάρτημα), των βιβλίων εταίρων, των συναφθέντων δανείων και των εγγραφών εμπράγματων βαρών επί ακινήτων της εταιρίας, και των συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων περί μεταβιβάσεων αρμοδιοτήτων σε άλλα πρόσωπα.
Ο εκκαλούντες με την από 20-11-2015 εξώδικη πρόσκλησή τους κάλεσαν τον εφεσίβλητο να προσέλθει προκειμένου να παραλάβει τα αιτούμενα αντίγραφα, παρέχοντας περαιτέρω και εξηγήσεις αναφορικά με την ανυπαρξία προσκλήσεων των γενικών συνελεύσεων, εφόσον όλες ήταν αυτόκλητες και με καθολική συμμετοχή των εταίρων, την ανυπαρξία βαρών επί των ακινήτων της εταιρίας και την ανυπαρξία συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων σε τρίτα πρόσωπα και περαιτέρω την ύπαρξη ενός μόνον δανείου, ύψους 29.000,00 ευρώ, στη σύναψη του οποίου είχε συμβληθεί και ο ίδιος ο εφεσίβλητος με την ιδιότητα του εγγυητή.
Έτσι ο εφεσίβλητος παρέλαβε, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τα πρακτικά των από 30-3-2013, 31-3-2014 και 31-3-2015 γενικών συνελεύσεων τη; εταιρίας, αναλυτική κίνηση του τηρηθέντος στην Τράπεζα "Eurobank Ergasias" λογαριασμού, για την εξυπηρέτηση του μοναδικού δανείου που είχε λάβει η εταιρεία για τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησης καθώς και αντίγραφα των ισολογισμών και λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως, των δαπανών χρήσεων και του φορολογικού εντύπου - δήλωσης Ε3 που αφορούν στα έτη 2002 έως και 2014, πλην του υπολογισμού καθαρών κερδών και του Ε3 του έτους 2014.
Μετά τα παραπάνω ο εφεσίβλητος άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 320/21.12.2015 αίτησή του, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας τη χορήγηση αντιγράφων του βιβλίου πρακτικών συνελεύσεων, αυτών που αφορούν στην έγκριση ισολογισμών και άλλων οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας από την ίδρυσή της και μέχρι το έτος 2012, και του βιβλίου εταίρων.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 45/2016 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της επείγουσας περίπτωσης για τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου. Στη συνέχεια οι εκκαλούντες με την από 31-3-2016, νέα εξώδικη δήλωση προς τον εφεσίβλητο αφού επανέλαβαν τους ισχυρισμούς τους περί αυτόκλητης και καθολικής συμμετοχής των εταίρων στις γενικές συνελεύσεις, και ότι η μη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συνέλευση ουδεμία ακυρότητα επάγεται, κάλεσαν τον εφεσίβλητο σε σύγκληση της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης, για την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της εταιρικής χρήσης 2015, την έγκριση του ισολογισμού χρήσης της 31-12-2015 και του πίνακα διαθεσίμων κερδών και των αποτελεσμάτων χρήσης, την απαλλαγή των διαχειριστών από κάθε αποζημίωση για τα πεπραγμένα της χρήσης και την αμοιβή τους.
Με την από 27-4-2016 απάντησή του ο εφεσίβλητος δήλωσε την άρνησή του να λάβει μέρος στην ορισθείσα για την 28-4-2016 συνέλευση, για το λόγο ότι οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας δημοσιεύθηκαν μόλις στις 12.4.2016, ενώ ζήτησε αντίγραφα από το βιβλίο των εταίρων και έγγραφο περί της μερίδας συμμετοχής του. Η παραπάνω γενική συνέλευση πραγματοποιήθηκε κατά την παραπάνω ορισθείσα ημεροχρονολογία και ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς πρωτοδικείου Τρικάλων την από 26-7-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 30/2016 αγωγή του, ζητώντας την ακύρωση των αποφάσεων της παραπάνω συνέλευσης λόγω της μη τηρήσεως της προθεσμίας δημοσιεύσεως στο ΓΕΜΗ των οικονομικών καταστάσεων, που συντάχθηκαν, είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, αλλά και του ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 12 παρ.
ε του ν. 3190/1955 αποφασίστηκε από τους νυν ενάγοντες η απαλλαγή τους από οποιαδήποτε ευθύνη τους, δεδομένου ότι οι ίδιοι ψήφισαν υπέρ της απαλλαγής τους από οποιαδήποτε ευθύνη τους, κατά την άσκηση των διαχειριστικών τους καθηκόντων, ενώ η άσκηση δικαιώματος ψήφου από τους ίδιους δεν επιτρεπόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 41/2017 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ακυρώθηκε η από 28- 4-2016 απόφαση της γενικής συνέλευσης, με την οποία αποφασίστηκε η έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της εταιρικής χρήσης από 1-1-2015 έως 31-12-2015, η έγκριση ισολογισμού χρήσης 1-1-2015 έως 31-12-2015 και η απαλλαγή των διαχειριστών από κάθε αποζημίωση για τα πεπραγμένα της ανωτέρω χρήσης.
Η παραπάνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της με αριθμό 75/2019 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου που λαμβάνεται υπόψη κατ' άρθρο 529 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ως προς το σκέλος της που αφορούσε την ακυρότητα της απόφασης της παραπάνω γενικής συνέλευσης κατά το μέρος που απάλλασε τους διαχειριστές από κάθε αποζημίωσης για τα πεπραγμένα του έτους 2015.
Επίσης στις 2-8-2016, ο εναγόμενος υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Τρικάλων τη με την ίδια ημεροχρονολογία αίτησή του, η οποία διαβιβάστηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. 3037/4.8.2016 έγγραφο της προς τη Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, παραγγέλλοντας σχετικά τη χορήγηση αντιγράφων, ήδη υφιστάμενων εγγράφων, των φορολογικών δηλώσεων από το έτος 2002 έως και την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, και ακολούθως, μετά τη διαβίβαση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
του υπ' αριθμ. πρωτ. 3412/19.10.2016 εγγράφου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων, παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο αντίγραφα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος από το οικονομικό έτος 2004 έως και 2011, και τα υποβαλλόμενα έντυπα οικονομικών καταστάσεων των αντίστοιχων ετών, και για τα μετέπειτα οικονομικά έτη εκτύπωση των κωδικών των δηλώσεων πλην των πρακτικών των γενικών συνελεύσεων των οικονομικών ετών 2004 έως και 2008, που δεν βρέθηκαν στο αρχείο.
Ο εφεσίβλητος επικαλείται την από μηνός Δεκεμβρίου 2016 και Ιουνίου 2017 (αρχική και συμπληρωματική) επιχειρηματική έρευνα της ανώνυμης εταιρίας "... Α.Ε. Επιχειρηματικοί Σύμβουλοι" και την πλημμελή απεικόνισή των εταιρικών υποθέσεων στα επίσημα φορολογικά έγγραφα ισχυριζόμενος ότι οι ισολογισμοί αποτυπώνουν λογαριασμούς που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα και ότι μετά από το έτος 2007 υπήρξε κερδοφορία και ουδέποτε μεταφέρθηκαν τα κέρδη στις επόμενες εταιρικές χρήσεις το ύψος των οποίων ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 80.076,87 ευρώ.
Επίσης, ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι από τον χρόνο σύστασης της εταιρείας ουδέποτε έλαβε κάποιο ποσό από διανομή κερδών, αφού ουδέποτε, πραγματοποιήθηκε διανομή και επίσης δεν υπήρξε δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας, πλην της χρήσης 2015, που αναρτήθηκαν το έτος 2016. Ακόμη, στις 28-2-2017, ο εφεσίβλητος ζήτησε την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, προκειμένου να συζητηθεί αφενός μεν η άσκηση αγωγής και εγκλήσεως σε βάρος των εκκαλούντων για υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, με ζημία του νομικού προσώπου της εταιρείας, αφετέρου δε η αντικατάστασή τους από διαχειριστές αυτής, ενώ στις 3-4-2017 άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 108/2017 αίτησή του με αίτημα να υποχρεωθούν οι εκκαλούντες να συγκαλέσουν έκτακτη γενική συνέλευση, και σε περίπτωση αρνήσεώς τους να επιτραπεί στον ίδιο η σύγκλησή της, η οποία απορρίφθηκε λόγω απαραδέκτου αυτής, με την υπ' αριθμ. 170/2017 απόφασή του.
Την ίδια αίτησή του, μετά την απόρριψή της για δικονομικούς λόγους, ο εφεσίβλητος επανέλαβε με το από 4.9.2017 νέο αυτοτελές δικόγραφο του, και επ' αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 307/2017 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτή, αφού απορρίφθηκε η προβαλλόμενη εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και ήδη εφεσιβλήτων ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, χορηγήθηκε ειδική άδεια στο εφεσίβλητο για τη σύγκληση γενικής συνέλευσης των εταίρων για τη λήψη αποφάσεων επί των αναφερόμενων δύο (2) ζητημάτων, που τέθηκαν από τον ίδιο.
Ακολούθως, στις 22-2-2017, ο εφεσίβλητος υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Τρικάλων την από 13-2-2017 μήνυσή του σε βάρος των εκκαλούντων, για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, συνολικού ποσού 80.076,87 ευρώ, οι δε εκκαλούντες υπέβαλαν στην ίδια ως άνω αρχή την από 7-6-2017 έγκλησή τους για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του εκκαλούντος και ακολούθως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την από 26-7-2017 αγωγή τους, ζητώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν εξαιτίας της παραπάνω αναφερόμενης ως ψευδούς καταμηνύσεώς τους.
Επίσης, σύμφωνα με την από 28-5-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε στα πλαίσια της προανάκρισης για το προαναφερόμενο αδίκημα της υπεξαίρεσης η οποία λαμβάνεται υπόψη κατ' άρθρο 529 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δεν προέκυψε, κατά την άποψη των διορισθέντων από την Πταισματοδίκη Τρικάλων, πραγματογνωμόνων ότι υπήρξε υπεξαιρεθέν ποσό σε βάρος της εταιρείας. Με βάση την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη οι σχετικές μηνύσεις του εφεσιβλήτου σε βάρος των εκκαλούντων, για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης και της απιστίας, τέθηκαν στο αρχείο (άρθρο 43 παρ. 3 του Κ.Π.Δ.) δυνάμει της με αριθμό 359/2020 διάταξης του εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων και κατόπιν έγκρισης της παραπάνω διάταξης με την με αριθμό 1260/20120 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας.
Τέλος, ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την από 4-12-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 326/4-12.2017 αίτησή του, ζητώντας το διορισμό προσωρινής διοίκησης της εταιρείας. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη αποδεικνύεται ότι μεταξύ του εφεσιβλήτου και των εκκαλούντων επήλθε διατάραξη των προσωπικών τους σχέσεων λόγω της μη συμμετοχής του εφεσιβλήτου στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων καθώς και της έλλειψης διανομής κερδών καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρείας παρά την εισφορά του (του εφεσιβλήτου) κατά τις αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου.
Ενόψει των παραπάνω προέβη στις προαναφερόμενες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για την προάσπιση των οικονομικών του συμφερόντων δεδομένου ότι η από Δεκεμβρίου 2016 και Ιουνίου 2017 (αρχική και συμπληρωματική ) επιχειρηματική έρευνα που συντάχθηκε από την εταιρεία "... Α.Ε. Επιχειρηματικοί Σύμβουλοι" δυνάμει των στοιχείων που ο εφεσίβλητος προσκόμισε στην παραπάνω εταιρεία, εμφαίνονταν ότι υπήρχαν αδιανέμητα κέρδη ύψους 80.076,87 ευρώ.
Επιπλέον, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η παραπάνω συμπεριφορά του εφεσιβλήτου επηρέασε την λειτουργία της εταιρείας καθόσον οι ενέργειές του αυτές δεν αφορούσαν την λειτουργία της ως προς τα επιμέρους στοιχεία της και συγκεκριμένα στην επιλογή του προσωπικού ή των προμηθευτών.
Έτσι παρά τις προαναφερθείσες διαφωνίες, η εταιρεία συνέχισε να λειτουργεί χωρίς να επηρεασθεί η αποδοτικότητά της αφού οι εκκαλούντες συνέχιζαν να είναι διαχειριστές της και οι παραπάνω διαφωνίες δεν έπληξαν τις εργασίες της και την επίτευξη του σκοπού της.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων του εφεσίβλητου, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος τους, έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο την υπόστασή της ώστε να συντρέχει σπουδαίος λόγος για τον αποκλεισμό του τελευταίου από την εταιρεία". Ακολούθως το Εφετείο, με την ως άνω αιτιολογία, απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ως προς το ζήτημα του ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος για τον αποκλεισμό του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) από την προαναφερθείσα εταιρία.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με όσα ανωτέρω δέχθηκε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 3190/1955, δοθέντος ότι, βάσει των ανελέγκτως δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών, δεν αποδείχθηκε ότι οι σχετικώς περιγραφείσες ενέργειες του αναιρεσίβλητου (εναγομένου), οι οποίες, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, αφορούσαν την άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων του, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος τους, έθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο την υπόστασή της εν λόγω εταιρίας, ώστε να συντρέχει σπουδαίος λόγος για τον αποκλεισμό του τελευταίου από την εταιρία αυτή.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις (άρθρο 33 παρ. 3 του ν. 3190/1955), δεχόμενο ότι, για να υφίσταται σπουδαίος λόγος για τον αποκλεισμό του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) από την προαναφερθείσα εταιρία, θα έπρεπε από τις σχετικές ενέργειες αυτού να έχει επηρεασθεί δυσμενώς η λειτουργία της, δηλαδή η αποδοτικότητα της ως προς την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, και όχι μόνον να έχουν διαταραχθεί οι προσωπικές σχέσεις των εταίρων (διαδίκων).
Το τελευταίο στοιχείο (διατάραξη σχέσεων των εταίρων), χωρίς να συνδέεται με δυσμενή επιρροή στη λειτουργία της εταιρίας, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, δεν επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου σπουδαίου λόγου για τον αποκλεισμό του εταίρου από την εταιρία, ενόψει του ότι ο ανωτέρω σπουδαίος λόγος πρέπει, ιδίως, να αναφέρεται στις συνθήκες λειτουργίας και εν γένει δραστηριότητας της εταιρίας και όχι μόνον στο πρόσωπο των εταίρων.
Επιπροσθέτως, η εν λόγω έξοδος του εταίρου πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο για την ομαλή συνέχιση λειτουργίας της εταιρίας, ωστόσο, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, το στοιχείο αυτό δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της σχετικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) και της επιρροής αυτής στις προσωπικές σχέσεις των εταίρων (διαδίκων), καθώς και στη λειτουργία της εταιρίας, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα ότι α) ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) προέβη στις αναφερόμενες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για την προάσπιση των οικονομικών του συμφερόντων, ενόψει του ότι στην από Δεκεμβρίου 2016 και Ιουνίου 2017 (αρχική και συμπληρωματική) επιχειρηματική έρευνα που συντάχθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε. Επιχειρηματικοί Σύμβουλοι", δυνάμει των στοιχείων που αυτός της προσκόμισε, εμφαίνονταν ότι υπήρχαν αδιανέμητα κέρδη ύψους 80.076,87 ευρώ, β) από τις σχετικές ενέργειες του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) επήλθε διατάραξη των προσωπικών σχέσεων των εταίρων (διαδίκων) λόγω της μη συμμετοχής του αναιρεσίβλητου στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, καθώς και της έλλειψης διανομής κερδών καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρίας, παρά την εισφορά του κατά τις αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου, γ) η ως άνω συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου δεν επηρέασε την εν γένει οργάνωση της εταιρίας, καθόσον οι ενέργειές του αυτές δεν αφορούσαν τη λειτουργία αυτής ως προς τα επιμέρους στοιχεία της και συγκεκριμένα στην επιλογή του προσωπικού ή των προμηθευτών και δ) η εταιρία συνέχισε να λειτουργεί, παρά τις προαναφερθείσες διαφωνίες, χωρίς να επηρεασθεί η αποδοτικότητά της, αφού οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) συνέχιζαν να είναι διαχειριστές της και οι σχετικές διαφωνίες δεν έπληξαν τις εργασίες της και την επίτευξη του σκοπού της.
Τέλος, ότι η άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων του αναιρεσίβλητου, ανεξαρτήτως του αποτελέσματός τους, δεν έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο την υπόσταση της εταιρίας, ώστε να συντρέχει σπουδαίος λόγος για τον αποκλεισμό του τελευταίου από αυτή. Τέλος, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντιστοίχως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, αφενός μεν προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την επιρροή των ως άνω ενεργειών του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) στην λειτουργία της εν λόγω εταιρίας, κατά συνέπεια προβάλλονται απαραδέκτως.
ΙΙ. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της.
Τέλος, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 526/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα περιστατικά που αφορούν στη συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) προς τους υπαλλήλους και τους πελάτες των καταστημάτων, που διατηρεί η εν λόγω εταιρία, καθώς και την "εμμονική" συμπεριφορά αυτού (αναιρεσίβλητου) για να προκαλέσει αδυναμία λειτουργίας της εταιρίας (ιδίως λειτουργίας της Γενικής Συνέλευσης των εταίρων), τα οποία αναφέρθηκαν στην ένδικη αγωγή και στη συνέχεια, επαναφέρθηκαν, με την έφεσή τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) στην ένδικη αγωγή, μεταξύ άλλων, εξέθεσαν ότι ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) "... προβαίνει σε αιφνιδιαστικές επισκέψεις στα κατά τόπους καταστήματα της εταιρίας για τη διενέργεια ελέγχων, παρά το γεγονός ότι το σύνολο αυτής της συμπεριφοράς δημιουργεί έντονη δυσαρέσκεια στο προσωπικό της εταιρίας, όπως και ανησυχία για το μέλλον της εταιρίας, και συνεπώς και το μέλλον των υπαλλήλων της.
Με άλλα λόγια, το διάστημα που ο εναγόμενος, αδιαφορώντας πλήρως για την εταιρία και εξυπηρετώντας αποκλειστικά τα ατομικά του συμφέροντα, προβαίνει σε πράξεις και ενέργειες που θέτουν εν κινδύνω τη φήμη και το μέλλον της εταιρίας μας στη μικρή κοινωνία των Τρικάλων, καθώς καλλιεργεί κλίμα ανασφάλειας για την πορεία και βιωσιμότητα της εταιρείας".
Επίσης, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), με την έφεσή τους κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως, επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τους προαναφερθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς τους. Ακόμη, με την ως άνω έφεση τους, οι αναιρεσείοντες αναφέρθηκαν σε επιγενόμενα περιστατικά, τα οποία αφορούσαν, ιδίως, στους ισχυρισμούς τους περί του ότι οι κατηγορίες του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) εις βάρος τους σχετικώς με τη διάπραξη από αυτούς της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, κατά τη διαχείριση των υποθέσεων της εν λόγω εταιρίας ήταν αβάσιμες.
Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, κατ' αντίθεση των ως άνω ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι σχετική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου δεν επηρέασε την εν γένει οργάνωση της εταιρίας, καθόσον οι ενέργειές του αυτές δεν αφορούσαν τη λειτουργία της ως προς τα επιμέρους στοιχεία της και συγκεκριμένα στην επιλογή του προσωπικού ή των προμηθευτών, καθώς και ότι, παρά τις διαφωνίες μεταξύ των εταίρων, δηλαδή αφενός των αναιρεσειόντων (εναγόντων) και αφετέρου του αναιρεσίβλητου (εναγομένου), η εταιρία συνέχισε να λειτουργεί χωρίς να επηρεασθεί η αποδοτικότητά της, αφού οι αναιρεσείοντες συνέχισαν να είναι διαχειριστές της και οι σχετικές διαφωνίες δεν έπληξαν τις εργασίες της και την επίτευξη του σκοπού της.
Μάλιστα, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποδείχθηκε ότι η σχετική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο την υπόσταση της εταιρίας, ώστε να συντρέχει σπουδαίος λόγος για τον αποκλεισμό του τελευταίου από αυτή. Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε με τις προεκτεθείσες αντίθετες παραδοχές, κατά συνέπεια ο ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (που κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2021 αίτηση των Ν. Π. του Γ. και Δ. Α. του Β. για αναίρεσης της υπ' αριθ. 101/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ