Legislator Case Law & Legislation
128/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision where deceased defendant's heirs continue the litigation.

Case Number 128/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court of Thessaloniki's final judgment. The appellants challenged the decision regarding defamation claims against a deceased defendant, whose heirs legally continued the proceedings. The court rejected the arguments because the appeal was filed after the defendant's death and the specific procedural errors cited were deemed inadmissible or non-existent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed against a judgment involving a deceased party is valid if continued by legal heirs, but specific procedural errors must be clearly substantiated to succeed.

Keywords

AI generated
appeal against judgment deceased party litigation heirs continuing proceedings admissibility of appeal defamation claim procedural error legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 18 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 128 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 128/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Η. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πενταγιώτη. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Ε., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Αντώνιος Μπιλίσης, ο οποίος, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε το ακροατήριο ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 25-1-2021, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Θεσσαλονίκης και κληρονομήθηκε από τους Α. Μ., Ε. Μ. και Τ. Μ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 12-12-2012 ανταγωγή του αρχικού διαδίκου Β. Μ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17063/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1919/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 402/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1919/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1575/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-10-2020 αίτησή τους και τους από 10-5-2022 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε κατά του αποβιώσαντος, μετά την άσκησή της και συγκεκριμένα στις 25/1/2021, αρχικού εναγομένου - αντενάγοντος (εφεσιβλήτου) Β. Μ., για τον οποίο συνεχίζουν νόμιμα την δίκη οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του Α. Μ. (σύζυγός του) και Ε. Μ. και Τ. Μ. (τέκνα του), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1575/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε μετά από παραπομπή σε αυτό της υπόθεσης με την 402/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και αφού δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 17.063/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτές την από 7/1/2011 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του Β.

Μ. και την από 12/12/2012 ανταγωγή του τελευταίου κατά των αναιρεσειόντων Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν κατά των Α., Ε. και Τ. Μ. και οι από 10/5/2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23/5/2022 και επιδόθηκε στους καθ' ων αυτοί στις 30/5/2022 (βλ.

τις .../30-5-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ά. Κ. αντιστοίχως), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 26-9-2022, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ.

Πολ. Δ.). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.).

Α) Λόγοι αναίρεσης επί της αγωγής των αναιρεσειόντων Κατά τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι 1.

Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2. Παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3. Υπαιτιότητα και 4. Πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά.

Από την ίδια δε διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει, ότι γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε και των οποίων η αποκάλυψη, σ' αυτόν που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν στον εξαπατήσαντα από το καθήκον διαφώτισης του εξαπατηθέντος με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού (εξαπατήσαντος) και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.

Κατά την έννοια δε της ως άνω διατάξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, εξάγεται ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

Δεν ενδιαφέρει δε, αν η πλάνη, που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης, είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 745/2017). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθ` εαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 212/2000).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002 και πριν την νέα τροποποίηση ορισμένων εξ αυτών με τον Ν.4967/9-9-2022, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.

Ανεξάρτητα, όμως, από την ύπαρξη της ελαττωματικότητας στην υλική υπόσταση του πράγματος, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα και όταν η ατέλεια αυτού ανάγεται στη νομική του κατάσταση, εφόσον τούτο δεν προέρχεται από δικαίωμα τρίτου (ΟλΑΠ 29/1990), όπως όταν πρόκειται για αυθαίρετη οικοδομή ή για αυθαίρετο κατασκεύασμα σε ακίνητο (ΑΠ 728/2019, ΑΠ 1734/2013, ΑΠ 1341/2007).

Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 499/2017).

Τα ανωτέρω δικαιώματα παρέχονται στον αγοραστή κατά εκλεκτική ή διαζευκτική συρροή και ναι μεν δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά και η επιλογή του αγοραστή να ασκήσει ένα από αυτά είναι αμετάκλητη και αποκλείει πλέον άλλη επιλογή, είτε πρόκειται για το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως από την πώληση, το οποίο, σημειωτέον, μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ` αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση από την πώληση, ή για εκείνο (δικαίωμα) της μειώσεως του τιμήματος είτε για αυτό της αξιώσεως αποζημιώσεως, όμως δεν πρέπει να αποκλεισθεί η επιβοηθητική κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, για την περίπτωση που κριθεί ότι δεν υπήρξε στην πραγματικότητα επιλογή και μάλιστα έγκυρη του δικαιώματος, που πρώτο προβάλλεται με την αγωγή ή δεν συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις της αξιώσεως αποζημιώσεως, αφού, ναι μεν ορίζει η διάταξη του άρθρ. 306 παρ. 1 του ΑΚ, ότι η επιλογή που γίνεται σε περίπτωση διαζευκτικής ενοχής δεν επιδέχεται αίρεση ή προθεσμία, όμως η διαζευκτική ενοχή αφορά περισσότερες παροχές της αυτής ενιαίας αξίωσης και όχι διαζευκτικά συρρέουσες περισσότερες αξιώσεις ή δικαιώματα, οπότε, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν συντρέχει ταυτότητα του νομικού λόγου για την αναλογική εφαρμογή της ως άνω διάταξης και στην περίπτωση της εκλεκτικής ή διαζευκτικής συρροής περισσότερων δικαιωμάτων (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 1596/2014).

Περαιτέρω, στην περίπτωση που συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα, αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης.

Αντίστοιχα, ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό. Τις περισσότερες, όμως, συρρέουσες αξιώσεις του ο δανειστής μπορεί να ασκήσει από κοινού μόνον επικουρικά τη μια της άλλης, αφού δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια απ` αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επί πλέον(ΑΠ 402/2018).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996) και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε, αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 14/2021), Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου, και τούτο γιατί, μόνο με την παράθεση ολοκληρωμένων των παραδοχών της απόφασης, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 887/2019).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος - αντενάγων (ο αποβιώσας αναιρεσίβλητος Β. Μ.) είναι τοπογράφος μηχανικός και εργολάβος - κατασκευαστής οικοδομών, το έτος δε 2006 είχε στην κυριότητά του ένα ακίνητο και συγκεκριμένα, ένα οικόπεδο έκτασης 1.707, 71 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ...

και στο… οικοδομικό τετράγωνο. Προκειμένου να αξιοποιήσει το ανωτέρω οικόπεδο αποφάσισε να ανεγείρει επ' αυτού τρεις διώροφες οικοδομές. Για το σκοπό αυτό και αφού συντάχθηκε προηγουμένως η υπ' αριθμ. .../1-3-2006 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, ...σύμφωνα με την οποία δήλωνε ...ότι στους ισόγειους χώρους των οικοδομών, που θα ανήγειρε θα δημιουργ(ηθ)ούνταν οκτώ κλειστές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου, εμβαδού, στην πρώτη οικοδομή 24,55 τ.μ., 23,05 τ.μ.

και 32,04 τ.μ., στη δεύτερη οικοδομή.... και στην τρίτη οικοδομή ...με επιμέλειά του, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../25-10-2006 άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, η οποία αφορούσε την ανέγερση επί του προαναφερόμενου οικοπέδου συγκροτήματος τριών διώροφων οικοδομών (A, Β και Γ) με πυλωτή, υπόγειο, στέγη και οκτώ κλειστές θέσεις στάθμευσης.

Στη συνέχεια, επίσης με επιμέλειά του, έγινε αναθεώρηση της προαναφερόμενης άδειας ως προς την υπό στοιχείο Α διώροφη οικοδομή, βάσει της από 17-10-2007 τεχνικής έκθεσης επανυπολογισμού θεμελίωσης των Κ. Φ., πολιτικού μηχανικού και Π. Τ., αρχιτέκτονα μηχανικού, εκδόθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθμ. .../13-11-2007 πράξη (ενημέρωση) της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, με την οποία καταργούνταν το μεγαλύτερο τμήμα του υπογείου κάθε οικοδομής, ενώ παρέμεναν ως είχαν με την αρχική άδεια οι χώροι του υπογείου συνολικού εμβαδού 41,51 τ.μ., που προορίζονταν για λεβητοστάσιο και μηχανοστάσιο.

Ωστόσο, κατά την ανέγερση της ανωτέρω οικοδομής στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου, δεν κατασκευάσθηκαν στο υπόγειο ... οι προαναφερόμενοι χώροι (λεβητοστάσιο - μηχανοστάσιο) και έτσι ολόκληρο το υπόγειο επιχώθηκε (μπαζώθηκε) σύμφωνα με τις προδιαγραφές των συμπυκνωμένων επιχωμάτων και αντί πλάκας οροφής του υπογείου κατασκευάστηκε εδαφόπλακα επί συμπυκνωμένου επιχώματος, ενώ οι δοκοί, τα υποστυλώματα και τα τοιχεία διατήρησαν τα γεωμετρικά τους χαρακτηριστικά, εκτός των υποστυλωμάτων του πρώην υπογείου, των οποίων το ύψος μειώθηκε.

Το λεβητοστάσιο και το μηχανοστάσιο εν τέλει κατασκευάσθηκαν σε ένα τμήμα του ισογείου, το οποίο δεν είχε χαρακτηρισθεί ως θέση στάθμευσης ...Για την μη κατασκευή του προαναφερόμενου τμήματος υπογείου δεν έγινε αναθεώρηση της σχετικής άδειας εντός του χρόνου ισχύος της. Πριν από την ολοκλήρωση της κατασκευής της προαναφερόμενης διώροφης οικοδομής ο εναγόμενος προέβη στη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί του προαναφερόμενου οικοπέδου του και σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί των οικοδομών, που θα ανεγείροντο επ' αυτού, συντάχθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθμ. .../11-12-2007 πράξη σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν.δ 1024/1971 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου, δυνάμει της οποίας η οικοδομή, που θα ανεγείρετο στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου θα αποτελείτο α) από ισόγειο, το οποίο θα περιελάμβανε ανοικτό χώρο πυλωτής και κλειστές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων και β) από δύο κύριους ορόφους και στέγη με αναλογούντα ποσοστά επί του οικοπέδου 341,39%ο εξ αδιαιρέτου, από τα οποία ποσοστά 307,17 %ο εξ αδιαιρέτου θα αντιστοιχούσαν στους διαιρετούς χώρους της οικοδομής και ποσοστό 34,13 %ο εξ αδιαιρέτου αντιστοιχούσε στη μελλοντική καθ' ύψος επέκτασή της.

Εφόσον δε η οικοδομή υπήχθη στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας, οι προαναφερόμενες κλειστές θέσεις στάθμευσης θα μπορούσαν να αποτελέσουν διηρημένη ιδιοκτησία και να μεταβιβασθούν προς οιονδήποτε τρίτο και μη έχοντα σχέση με το εξυπηρετούμενο ακίνητο... Οι θέσεις στάθμευσης στον ελεύθερο ισόγειο χώρο, εφόσον η οικοδομή κατασκευάσθηκε επί υποστυλωμάτων (PILLOTIS)...

δεν μπορούσαν να αποτελέσουν διηρημένες ιδιοκτησίες.... Αμέσως μετά την κατάρτιση της ως άνω συστατικής πράξης, οι προαναφερόμενες κλειστές θέσεις στάθμευσης πωλήθηκαν νομίμως σε τρίτους ... με αναλογούν(τ)α ποσοστά επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων χώρων 21,21%ο εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../17-12-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα ...ο εναγόμενος πώλησε στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι είναι σύζυγοι μεταξύ τους και ο πρώτος εξ αυτών ήταν τότε πυροσβέστης (πυρονόμος), κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το με αριθμό A3 διαμέρισμα κείμενο στο δεύτερο όροφο της ανωτέρω υπό στοιχείο Α' οικοδομής, εμβαδού μικτού 87,23 τ.μ και καθαρού 66,91 τ.μ, αποτελούμενο από δύο δωμάτια, κουζίνα και καθιστικό ως ενιαίο χώρο και λουτροαποχωρητήριο, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 59,42/1000 επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχείο … ανοικτής θέσης στάθμευσης στην πυλωτή της οικοδομής, εμβαδού 12, 0 τ.μ.

Με το ίδιο συμβόλαιο συστήθηκε συγχρόνως για το πωλούμενο διαμέρισμα και οριζόντια ιδιοκτησία ...και έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του ανωτέρω διαμερίσματος με το αναλογούν στο οικόπεδο και τους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους σε ποσοστό 59, 42%ο εξ αδιαιρέτου.

Στους κοινόχρηστους δε και κοινόκτητους χώρους της ως άνω οικοδομής δεν περιλαμβάνονταν οι προαναφερόμενες κλειστές θέσεις στάθμευσης, οι οποίες είχαν ήδη μεταβιβασθεί σε τρίτους. Αμέσως μετά την κατάρτιση του προαναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στο διαμέρισμα που αγόρασαν, καθόσον τούτο ήταν ήδη αποπερατωμένο.

Ωστόσο, στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2009 (ενν. 2011, όπως αναφέρεται στην αγωγή) πληροφορήθηκαν ότι στην οικοδομή, επί της οποίας ευρίσκετο το διαμέρισμά τους, υπήρχαν πολεοδομικές παραβάσεις, οι οποίες αφορούσαν τους κλειστούς χώρους στάθμευσης, αλλά και κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής.

Πιο συγκεκριμένα, πληροφορήθηκαν ότι οι ευρισκόμενοι στο ισόγειο κλειστοί χώροι στάθμευσης είχαν μετατραπεί σε χώρους κύριας χρήσης, χωρίς την έκδοση άδειας από την αρμόδια υπηρεσία, ενώ το λεβητοστάσιο είχε τοποθετηθεί στον ισόγειο χώρο της πυλωτής σε μη νόμιμη κατασκευή. Αμέσως έδωσαν εντολή στον αρχιτέκτονα μηχανικό Γ.

Φ. να ελέγξει την οικοδομή, σύμφωνα δε με την τεχνική έκθεση που συνέταξε ο ανωτέρω μηχανικός, ο υπόγειος χώρος της οικοδομής, ο οποίος προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια, δεν κατασκευάσθηκε και για το λόγο αυτό τόσο το λεβητοστάσιο, όσο και το μηχανοστάσιο κατασκευάσθηκαν στο ισόγειο, ότι το λεβητοστάσιο τοποθετήθηκε εντός μιας μη νόμιμης κατασκευής (καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης), καταλαμβάνοντας τμήμα ανοιχτής θέσης στάθμευσης, το δε μηχανοστάσιο, το οποίο περιελάμβανε τις εγκαταστάσεις του ανελκυστήρα, κατασκευάσθηκε στον ισόγειο χώρο της εισόδου κάτω από το κλιμακοστάσιο, καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ελάχιστων διαστάσεων και ελεύθερου ύψους, όπως ορίζει ο ΓΟΚ, η παράλειψη κατασκευής υπόγειου χώρου ενδεχομένως να επηρέαζε τη στατική συμπεριφορά του φέροντα οργανισμού της οικοδομής "διότι δεν συνάδει με τη στατική μελέτη και την επίλυση του στατικού φορέα σύμφωνα με την οικοδομική άδεια", οι κλειστοί χώροι στάθμευσης απέκτησαν, παρά το νόμο, ποσοστό επί οικοπέδου (μείωση ποσοστών που κατείχαν οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες) με αποτέλεσμα να έχουν την ιδιότητα να θεωρούνται ως ανεξάρτητες ιδιοκτησίες και όχι παρακολουθήματα των διαμερισμάτων της οικοδομής, υφίστατο διαφορά της μελέτης με την υφιστάμενη κατάσταση στην χωροθέτηση των υδρομετρητών και των μετρητών της ΔΕΗ, υπήρχαν μικροδιαφορές στις διαστάσεις της οικοδομής, ενώ είχε κατασκευασθεί μια επιπλέον εξωτερική τοιχοποιία και υπήρχαν εκκρεμότητες, που αφορούσαν κατασκευές γυψοσανίδας εντός της οικοδομής, όπως επίσης και ως προς την ημιτελή περίφραξη.

Οι ενάγοντες, μόλις έλαβαν γνώση της ανωτέρω τεχνικής έκθεσης, κοινοποίησαν στον εναγόμενο την από 11-10-2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία διαμαρτύρονταν α) για τη μη κατασκευή του υπογείου, για το οποίο υφίστατο σχετική πρόβλεψη στην οικοδομική άδεια, β) για τη μη κατασκευή των υπογείων χώρων, που προβλέφθηκαν μετά την αναθεώρηση της αρχικώς εκδοθείσας οικοδομικής άδειας (λεβητοστάσιο και μηχανοστάσιο), γ) για την κατασκευή του λεβητοστασίου στον ισόγειο χώρο της πυλωτής και εντός μιας μη νόμιμης κατασκευής, καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και καταλαμβάνοντας τμήμα ανοικτής θέσης στάθμευσης, δ) για τη μη ορθή κατασκευή του μηχανοστασίου, ε) για τη μη πραγματοποίηση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων της οικοδομής στον υπόγειο χώρο αυτής, που προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια, στ) για την παραχώρηση, παρά το νόμο, ποσοστών επί του οικοπέδου σε κλειστούς χώρους στάθμευσης και ζ) για τη μη ορθή χωροθέτηση των μετρητών της ΔΕΗ, την ύπαρξη μικροδιαφορών στις διαστάσεις και την κατασκευή της τοιχοποιίας, τις εκκρεμότητες αναφορικά με τις κατασκευές γυψοσανίδας και την περίφραξη του χώρου, ενώ με την ίδια εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία τους επικαλούνταν ότι "Τα ως άνω, ενδεικτικά αναφερόμενα, πέραν των άλλων προβλημάτων, αυθαιρεσιών, παρανομιών κ.λπ.

δημιουργούν επιπλέον σοβαρότατο πρόβλημα, αφού επηρεάζουν τη στατική συμπεριφορά του φέροντα οργανισμού της οικοδομής". Ακολούθως, άσκησαν σε βάρος του εναγομένου την ένδικη ... αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία ισχυρίζονται ότι α) η οικοδομή στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα που αγόρασαν, παρουσιάζει πλήθος νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων, παρανομιών, κατασκευαστικών πλημμελειών και κυρίως ότι ο προβλεπόμενος υπόγειος χώρος της οικοδομής ουδέποτε κατασκευάστηκε, και ως εκ τούτου το λεβητοστάσιο τοποθετήθηκε στον ισόγειο χώρο της πυλωτής καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, καταλαμβάνοντας τμήμα ανοιχτής θέσης στάθμευσης, ενώ το μηχανοστάσιο, που περιλαμβάνει εγκαταστάσεις ανελκυστήρα, κατασκευάστηκε στον ισόγειο χώρο εισόδου της οικοδομής κάτω από το κλιμακοστάσιο, το οποίο επίσης δεν έχει προσμετρηθεί στο συντελεστή δόμησης, ενώ δεν πληροί τις προδιαγραφές ελάχιστων διαστάσεων και ελεύθερου ύψους, όπως ορίζει ο ΓΟΚ, τις οποίες γνώριζε ο εναγόμενος και οι οποίες καθιστούν το ακίνητο επικίνδυνο, κάνοντας λόγο...

για την ύπαρξη κινδύνου στατικότητας της οικοδομής και για παράνομο και άκρως επικίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα ακίνητο, β) υπάρχει θέμα με την πώληση κλειστών θέσεων στάθμευσης, που οι ίδιοι δεν γνώριζαν ότι υπήρχαν, γ) ο εναγόμενος ενήργησε δολίως και τους εξαπάτησε, διότι τους απέκρυψε τα παραπάνω προβλήματα, τα οποία οι ίδιοι δεν γνώριζαν, ενώ αν τα γνώριζαν ή μπορούσαν να τα γνωρίζουν ποτέ δε θα κατάρτιζαν τη σύμβαση πώλησης και δ) τους υπέδειξε και υπέγραψαν ενώπιον της συμβολαιογράφου τοπογραφικό, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στο πωλούμενο ακίνητο.

Επίσης, ο πρώτος ενάγων υπέβαλε ενώπιον του εισαγγελέα σε βάρος του εναγομένου και των επιβλεπόντων μηχανικών της οικοδομής την από 20-11-2012 έγκληση, στην οποία, μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι υπάρχει θέμα στατικής επάρκειας της οικοδομής. Η μη κατασκευή, όμως, υπογείου δεν δημιουργεί κίνδυνο στατικής επάρκειας της οικοδομής, ούτε καθιστά αυτήν επικίνδυνη για τη σωματική ακεραιότητα των ενοίκων της και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την πρώτη τεχνική έκθεση επανυπολογισμού θεμελίωσης των Κ.

Φ., πολιτικού μηχανικού και του Π. Τ., αρχιτέκτονα μηχανικού, η οποία κατατέθηκε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και βάσει της οποίας έγινε η αναθεώρηση της αρχικής άδειας, στις 13-11-2007, δεν μεταβλήθηκε το χωρικό μοντέλο υπολογισμού, οι δοκοί, τα υποστυλώματα και τα τοιχεία διατήρησαν τα γεωμετρικά τους χαρακτηριστικά, η πλάκα οροφής, τόσο με την προηγούμενη, όσο και με την τελική λύση δεν συμμετείχε στη δυναμική ταλάντωση του φορέα και οι οπλισμοί των στοιχείων όλων των υπερκείμενων ορόφων, καθώς και οι οπλισμοί των πεδιλοδοκών δεν μεταβλήθηκαν, ενώ σύμφωνα με την από 15-12-2007 τεχνική έκθεση επανυπολογισμού θεμελίωσης των ιδίων, μετά την ολοσχερή κατάργηση του υπογείου οι δοκοί, τα υποστυλώματα και τα τοιχεία διατηρούν τα γεωμετρικά τους χαρακτηριστικά (εκτός του ύψους των υποστυλωμάτων), η ταλαντούμενη μάζα του κτιρίου, ήτοι το βασικό δυναμικό χαρακτηριστικό του αντισεισμικού φορέα, δεν μεταβάλλεται και επομένως δεν αλλοιώνεται η αντισεισμική απόκριση του κτιρίου, ο λόγος αναπτυσσόμενης προς επιτρεπόμενη τάση διατηρείται σταθερός και σίγουρα κάτω από τη μονάδα, επιπλέον δε η απαίτηση όπλισης των στοιχείων όλων των υπερκείμενων ορόφων, καθώς και των πεδιλοδοκών, δεν μεταβλήθηκε.

Για καμιά ανησυχία ως προς την στατική επάρκεια της οικοδομής κάνει λόγο στην υπ' αριθμ. ...-8-2012 τεχνική έκθεσή του και ο διορισθείς, κατόπιν υποβολής εκ μέρους του πρώτου ενάγοντα προς το ΤΕΕ σχετικής αίτησης, πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός Χ. Γ., διευκρινίζοντας στη συνέχεια με νέο έγγραφό του, ότι η διαπίστωσή του αυτή στηρίζεται στην προαναφερόμενη τεχνική έκθεση επανυπολογισμού θεμελίωσης, που προσκομίσθηκε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης ...

ενώ ο εξετασθείς με επιμέλεια των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας, Γ. Φ., ο οποίος συνέταξε, όπως προαναφέρθηκε και την τεχνική έκθεση, η οποία περιελήφθη και στο δικόγραφο της αγωγής, δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό των εναγόντων για την ύπαρξη κινδύνου στατικής επάρκειας της οικοδομής από την κατάργηση του υπογείου.

Περαιτέρω, ζήτημα με την πώληση των προαναφερόμενων κλειστών θέσεων στάθμευσης σε τρίτους δεν υπήρχε, εφόσον ο εναγόμενος για τη δημιουργία τους ακολούθησε, όπως προαναφέρθηκε, τη διαδικασία που όριζε ο νόμος (συμβολαιογραφική δήλωση, μεταγραφείσα νομίμως), ενώ η μεταβίβασή τους σε τρίτους διενεργήθηκε νομίμως, εφόσον προηγήθηκε της μεταβίβασης η υπαγωγή της οικοδομής στο σύστημα τής "διηρημένης ιδιοκτησίας" με την κατάρτιση της υπ' αριθμ. .../2007 πράξης σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, χωρίς οι ανωτέρω κλειστοί χώροι στάθμευσης να προσμετρώνται μάλιστα στο συντελεστή δόμησης, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε πολεοδομικές διατάξεις.

Ζήτημα, βέβαια δημιουργήθηκε με τη μεταβολή της χρήσης των ως άνω κλειστών θέσεων, η μεταβολή, όμως, αυτή πραγματοποιήθηκε από τους νέους ιδιοκτήτες και όχι από τον εναγόμενο, ο οποίος εκ του λόγου αυτού δεν ήταν υποχρεωμένος να ενημερώσει σχετικώς τους ενάγοντες ως υποψήφιους αγοραστές του επίμαχου διαμερίσματος, πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς.

Είναι βέβαια αληθές ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο μετάθεσης του κινδύνου της πώλησης στους ενάγοντες αγοραστές δεν είχε γίνει αναθεώρηση της αρχικής άδειας, ούτε είχε εκδοθεί από την αρμόδια διεύθυνση της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης κάποια άδεια, με την οποία να νομιμοποιούνται α) η ολοσχερής κατάργηση του υπογείου, β) η κατασκευή του λεβητοστασίου στο ισόγειο της οικοδομής και γ) η τοποθέτηση, επίσης, στο ισόγειο, του μηχανοστασίου, το οποίο, όπως αποδείχθηκε, δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ελάχιστων διαστάσεων και ελάχιστου ύψους, όπως ορίζει ο ΓΟΚ, καθόσον το ελάχιστο ύψος, το οποίο θα έπρεπε να φέρει ήταν μέχρι 1, 80 μ και τούτο έφερε ύψος 1, 30 μ.

λόγω του ότι κατασκευάσθηκε κάτω από το κλιμακοστάσιο. Η αίτηση για τη διατήρηση του λεβητοστασίου κατ' εφαρμογήν του ν. 3843/2010 κατατέθηκε εκ μέρους του εναγομένου στην Πολεοδομία Ανατολικής Θεσσαλονίκης, στις 23-11-2010, ενώ στη συνέχεια ο εναγόμενος επέτυχε την υπαγωγή, τόσο του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου, όσο και της ολοσχερούς κατάργησης του υπογείου στο ν. 4178/2013, καθώς και κάποιων άλλων πολεοδομικών παραβάσεων, που αφορούσαν τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και την τοποθέτηση της περίφραξης ...

Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος απέκρυψε δολίως από τους ενάγοντες κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, το γεγονός ότι η εκδοθείσα σχετικώς οικοδομική άδεια προέβλεπε την δημιουργία υπογείου, αλλά και τα προβλήματα που υπήρχαν με τους προαναφερόμενους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, στην οποία ευρίσκετο το διαμέρισμα που θα αγόραζαν, ούτε αποδείχθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, προκειμένου να εξαπατήσει αυτούς, κατά τη μεταβίβαση του εν λόγω διαμερίσματος, το οποίο ως κύριος χώρος δεν έφερε οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό ελάττωμα, όπως αληθώς βεβαίωσε με σχετική δήλωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Άννας Πουλουτίδου και ο ίδιος...Αντίθετα, ο εναγόμενος εξ αρχής έθεσε στη διάθεσή τους την οικοδομική άδεια, η οποία είχε εκδοθεί για την ανέγερση της οικοδομής, στην οποία ευρίσκετο το ανωτέρω διαμέρισμα και είχε ήδη ενημερωθεί με επιμέλεια του εναγομένου για τη μείωση του υπογείου στις 13-11-2007, (ενν.

και) τη συστατική της κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας πράξη, σύμφωνα με την οποία η ανεγειρόμενη στο συγκεκριμένο τμήμα του οικοπέδου με στοιχεία Α οικοδομή θα αποτελείται από "α) ισόγειο, το οποίο θα περιλαμβάνει ανοικτό χώρο πυλωτής και κλειστές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων και β) δύο (2) κύριους ορόφους και στέγη...", χωρίς να αναφέρεται σ' αυτήν η ύπαρξη υπογείου.

Επίσης, ο ίδιος έθεσε στη διάθεσή τους και όλα τα διαγράμματα των χώρων της οικοδομής, μεταξύ των οποίων και τα διαγράμματα της κάτοψης των χώρων που τους αφορούσαν (ισόγειο και δεύτερος όροφος), τα οποία και προσυπέγραψαν, κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, χωρίς να προβλέπεται στο διάγραμμα, που απεικόνιζε την κάτοψη του ισογείου η κατασκευή των προαναφερόμενων κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων, την ύπαρξη των οποίων, όμως, είχαν ήδη αντιληφθεί αυτοί, όταν επισκέφθηκαν το διαμέρισμα το οποίο θα αγόραζαν και πριν ακόμη προχωρήσουν στη δανειοδότησή τους για την αγορά του.

Σε κάθε δε περίπτωση, οι ενάγοντες μπορούσαν να ελέγξουν με το νομικό συμπαραστάτη τους, εάν η εκδοθείσα οικοδομική άδεια είχε αναθεωρηθεί και εάν είχαν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις τακτοποίησης εκ μέρους της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής για την ολοσχερή κατάργηση του υπογείου και την τοποθέτηση των προβλεφθέντων σ' αυτό κοινόχρηστων χώρων (λεβητοστάσιο και μηχανοστάσιο) στο ισόγειο της οικοδομής.

Συνεπώς, δεν κατέληξαν στην υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου πλανηθέντες ως προς τις παραπάνω ιδιότητες του μεταβιβαζομένου ακινήτου από απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου, εφόσον τέτοια συμπεριφορά δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε απέναντι τους. Σημειωτέον ότι οι άνω πολεοδομικές παραβάσεις, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, νομίμως τακτοποιήθηκαν, δεν καθιστούν αυθαίρετο το επίδικο διαμέρισμα, ούτε αυθαίρετη όλη την οικοδομή και τούτο διότι: 1) κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1, 10 του Ν.1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν.1512/1985, αυθαίρετα νοούνται, όσα έχουν αυτοτελή ύπαρξη 2) κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του από 12/7/1983 Π.Δ/τος ..., το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ.7 του Ν.1337/1983, για τον χαρακτηρισμό κτίσματος, ως αυθαίρετου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 3 του πιο πάνω Π.Δ/τος (κτίσματα που εντοπίζονται κατά την ώρα που κατασκευάζονται), ο χαρακτηρισμός τους ως αυθαιρέτων γίνεται ύστερα από σύνταξη έκθεσης αυτοψίας υπαλλήλων της, κατά τόπο, αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ...η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε.

Είναι, βέβαια, προφανές ότι, τα παραπάνω προβλήματα των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής, επί της οποίας βρίσκεται το διαμέρισμα των εναγόντων συνιστούν πραγματικά ελαττώματα, που υπήρχαν στην οικοδομή, κατά τον χρόνο μετάθεσης του κινδύνου της πώλησης στους ενάγοντες αγοραστές, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά την αξία του ακινήτου που αγόρασαν, δεν εκμηδενίζουν όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτήν, ούτε αναιρούν την κατά προορισμόν χρήση του εκ μέρους των εναγόντων, καθόσον αυτοί από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014, χρησιμοποιούσαν το διαμέρισμα, που αγόρασαν, ως κύρια κατοικία τους, χωρίς να έχει δημιουργηθεί κανένα απολύτως πρόβλημα με το λεβητοστάσιο και το μηχανοστάσιο της οικοδομής και χωρίς να έχει τεθεί ποτέ σε κίνδυνο η ζωή τους εξαιτίας των, αλλά και εξαιτίας της μη κατασκευής στο υπόγειο των χώρων, που προορίζονταν για την λειτουργία τους.

Σημειώνεται, ότι δεν τίθεται ζήτημα ασφάλειας του ανελκυστήρα λόγω κατασκευής του μηχανοστασίου κάτω από το κλιμακοστάσιο της οικοδομής, καθόσον ναι μεν δεν έγινε ορθή χωροθέτησή του ...ωστόσο...η μη πλήρωση των προδιαγραφών των ελάχιστων διαστάσεων και ελεύθερου ύψους αυτού, δεν επηρεάζουν δυσμενώς τη λειτουργία του, απλώς πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα σε σχέση με το σημείο του ελάχιστου ύψους του μηχανοστασίου για την ασφάλεια του υπεύθυνου συντηρητή, ο οποίος και μόνο θα πρέπει να επιτρέπεται να έχει πρόσβαση σ' αυτό.

Με βάση δε τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά ελαττώματα και λαμβάνοντας υπόψη και τις γενικές αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν μπορούσε να γεννηθεί για τους ενάγοντες το κατ' άρθρο 540 περ. 3 του ΑΚ δικαίωμα υπαναχώρησης, παρά μόνο το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου δικαίωμα (μείωση του τιμήματος).

Τούτο άλλωστε είναι σύμφωνο και με την γενική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), αφού έτσι εξυπηρετείται πλήρως η εξισορρόπηση της ζημίας κάθε συμβαλλόμενου μέρους. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος, η αγοραία αξία αυτού, χωρίς τα προαναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα, ήταν ίση με το συμφωνηθέν τίμημα των 110.000 ευρώ.

Κατά τον ίδιο χρόνο η αξία του με τα προαναφερόμενα ελαττώματα ανερχόταν σε 93.500 ευρώ, ενόψει του ότι η εμπορική του αξία μειώθηκε, εξαιτίας των ανωτέρω ελαττωμάτων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κατά ποσοστό 15%, σε σχέση με την αρχική του αξία. Έτσι, η μείωση του συμφωνηθέντος τιμήματος ανέρχεται στο ποσό των δέκα έξι χιλιάδων πεντακοσίων (16.500) ευρώ, το οποίο, εφόσον έχει ήδη καταβληθεί στον εναγόμενο, γεγονός που αυτός δεν αμφισβητεί, πρέπει να επιστραφεί στους ενάγοντες διαιρετώς στον καθένα, εφόσον κατά το ανωτέρω ποσό ο εναγόμενος έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων.

Ως προς τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι ενάγοντες για την αγορά του επιδίκου διαμερίσματος και για τον εξοπλισμό αυτού στη συνέχεια (έξοδα μεταβίβασης, αμοιβής δικηγόρου, δικαιώματα συμβολαιογράφου, έξοδα δανείου και έξοδα εγκατάστασης) αυτές θα πραγματοποιούνταν και αν ακόμη εκπληρωνόταν κανονικά η σύμβαση, εάν δηλαδή μεταβιβαζόταν το επίδικο ακίνητο χωρίς την ύπαρξη των προαναφερόμενων πραγματικών ελαττωμάτων.

Αλλά και η δαπάνη στην οποία υποβλήθηκαν οι ενάγοντες για τη σύνταξη της τεχνικής έκθεσης, που περιέλαβαν στην αγωγή τους δεν συνιστά ζημία αποκαταστατέα κατά τα άρθρα 535 επ ΑΚ, αλλά συνιστά εξώδικη δαπάνη προς απόκτηση αποδεικτικού μέσου, η οποία αποκαθίσταται μόνο στα πλαίσια του καθορισμού των δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 189 ΚΠολΔ, εφόσον ήταν αναγκαία και δεν διενεργήθηκε από υπερβολική πρόνοια ...

Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την αιτουμένη εκ μέρους των αποζημίωση, αλλά ούτε και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιοσδήποτε αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου πωλητή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει, (κατά περίπτωση) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως μη νόμιμη, την αγωγή των αναιρεσειόντων, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, 1) απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να ακυρωθεί η με το ανωτέρω αναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο καταρτισθείσα σύμβαση πωλήσεως, λόγω πλάνης τους ως προς τις ουσιώδεις ιδιότητες του πωληθέντος ακινήτου, προκληθείσα συνεπεία της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου- αρχικού αναιρεσιβλήτου και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει νομιμοτόκως, διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 σε έκαστο εξ αυτών, το τίμημα της πώλησης, συνολικού ποσού 110.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, 2) απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η συντέλεση της δηλούμενης με την αγωγή αυτή υπαναχωρήσεώς τους από την πώληση, λόγω πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του πωληθέντος ακινήτου και επίσης να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ, διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, ήτοι 55.000 ευρώ σε έκαστο, σύμφωνα με τις διατάξεις περί ευθύνης του πωλητή, όσον αφορά το αναγραφόμενο στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τίμημα ποσού 38.000 ευρώ και σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όσον αφορά το εκτός συμβολαίου τίμημα ποσού των 72.000 ευρώ, 3) απέρριψε την βάση της αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι λόγω της ανωτέρω αδικοπραξίας (απάτης) ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 10.181, 4 ευρώ ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ζημιάς, που υπέστησαν από την πώληση του ελαττωματικού ακινήτου, διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, ήτοι 5.090, 52 ευρώ σε έκαστο και το ποσό των 22.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστησαν διαιρετά κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα τους, και 4) έκανε εν μέρει δεκτή την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει διαιρετώς και ισομερώς στους αναιρεσείοντες, ως μείωση του τιμήματος, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων, το συνολικό ποσό των 16.500 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 145, 147, 149, 914, 932, 297, 298 330 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση, καθ' όσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας με το υπ' αριθ. .../2009 συμβόλαιο, ο αρχικός αναιρεσίβλητος δεν απέκρυψε ούτε και αποσιώπησε δολίως την ύπαρξη των πραγματικών ελαττωμάτων του πωληθέντος ακινήτου από τους αναιρεσείοντες και, ως εκ τούτου, οι τελευταίοι δεν προέβησαν στην υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου πλανηθέντες από απατηλή συμπεριφορά αυτού, με συνέπεια, αφενός μεν να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις ακύρωσης της πώλησης λόγω πλάνης των αναιρεσειόντων, προκληθείσας από απάτη του αρχικού αναιρεσίβλητου, αφετέρου δε να μη θεμελιώνεται αδικοπραξία του αρχικού αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, ώστε να μη δικαιούνται αυτοί την αιτούμενη αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της αγωγής τους.

Επομένως, οι πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος του κυρίως δικογράφου και ο μοναδικός πρόσθετος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθ' ό μέρος με αυτούς προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 514 και 517 Α.Κ.

είναι απορριπτέοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης ουσιαστικής προϋποθέσεως, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τις εν λόγω ουσιαστικές διατάξεις, ούτε αυτές, ενόψει των προδιαληφθεισών παραδοχών, ήσαν εφαρμοστέες, δεδομένου ότι οι πιο πάνω διατάξεις αφορούν σε νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος, ενώ, το εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, και όχι νομικών ελαττωμάτων, αφού τα γενόμενα δεκτά ως ελαττώματα, δεν αφορούν σε δικαίωμα τρίτου επί του πωληθέντος ακινήτου.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το προαναφερθέν σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) ότι κατά την ανέγερση της υπό στοιχείο Α οικοδομής, σύμφωνα με την υπ' αριθ. .../13-11-2007 άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, η οποία αναθεώρησε την αρχική υπ' αριθ. .../25-10-2006 άδεια της ίδιας υπηρεσίας, δεν κατασκευάστηκε το προβλεφθέν με αυτήν υπόγειο της οικοδομής εμβαδού 41,51 τ.μ., αλλά επιχώθηκε και το μεν λεβητοστάσιο τοποθετήθηκε εντός μίας μη νόμιμης κατασκευής, καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, στο ισόγειο της οικοδομής, καταλαμβάνοντας τμήμα ανοικτής θέσης στάθμευσης, το δε μηχανοστάσιο, το οποίο περιελάμβανε τις εγκαταστάσεις του ανελκυστήρα, κατασκευάσθηκε στον ισόγειο χώρο της εισόδου της οικοδομής κάτω από το κλιμακοστάσιο, παραβιάζοντας τις προδιαγραφές ελαχίστων διαστάσεων και ελαχίστου ύψους (1,30 μέτρα αντί 1,80 μέτρα, που προβλέπει ο Ν. 1577/85 (ΓΟΚ), 2) ότι με την υπ' αριθ. .../11-12-2007 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και οριζόντιας ιδιοκτησίας επί των τριών οικοδομών, που επρόκειτο να αναγερθούν, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου, ο αρχικός αναιρεσίβλητος όρισε ότι η υπό στοιχείο Α οικοδομή θα αποτελείτο από ισόγειο και δύο ορόφους χωρίς να αναφέρει την ύπαρξη του υπογείου, 3) ότι με το υπ' αριθ. .../17-12-2009 νομίμως μεταγραφέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ανωτέρω συμβολαιογράφου οι αναιρεσείοντες αγόρασαν από τον αρχικό αναιρεσίβλητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, το Α-3 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου της υπό στοιχείο Α οικοδομής, μικτού εμβαδού 87,23 τ.μ.

και αμέσως εγκαταστάθηκαν σε αυτό, αφού ήταν αποπερατωμένο, 4) ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου της πώλησης στους αναιρεσείοντες ο αρχικός αναιρεσίβλητος δεν απέκρυψε δολίως από τους αναιρεσείοντες τα ανωτέρω υπάρχοντα πραγματικά ελαττώματα στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ούτε προέβη σε θετική ενέργεια εξαπάτησής τους, ώστε να πεισθούν να αγοράσουν την οριζόντια ιδιοκτησία τους, αφού έθεσε στη διάθεσή τους την οικοδομική άδεια, όπως αυτή ανανεώθηκε στις 13/11/2007, στην οποία προβλεπόταν η κατασκευή υπογείου εμβαδού 41,51 τ.μ., τη σύσταση οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας στην οικοδομή Α, στην οποία δεν αναφερόταν η ύπαρξη υπογείου και το διάγραμμα κάτοψης του ισογείου, όπου απεικονιζόταν η ανωτέρω κατάσταση των κοινοχρήστων χώρων, την οποία και οι ίδιοι αντιλήφθηκαν όταν επισκέφθηκαν την οικοδομή πριν αγοράσουν την οριζόντια ιδιοκτησία τους, αφού είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή της και συνεπώς αυτοί δεν κατέληξαν στη σύναψη του επιδίκου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου πλανηθέντες από απατηλή συμπεριφορά του αρχικού αναιρεσίβλητου.

Επομένως και οι από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, για το ανωτέρω κρίσιμο στοιχείο της εξαπάτησής τους ή μη από τον αναιρεσίβλητο, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο σκέλος, και με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8, που επικαλούνται στον πέμπτο λόγο αναίρεσης) πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα ενώπιόν του με επίκληση από τους ιδίους με τις προτάσεις τους υπ' αριθ.

σχετικών 8, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 21 και 22 έγγραφα, από τα οποία το υπ' αριθ. 8 έγγραφο είναι το .../17-12-2009 συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου τους, στο οποίο αναφερόταν ότι ο αρχικός αναιρεσίβλητος τους μεταβιβάζει το ακίνητο ελεύθερο από κάθε πραγματικό και νομικό ελάττωμα και τα υπ' αριθ. ... έγγραφα είναι αντιστοίχως η έκθεση εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου και η αναλυτική έκθεση ελέγχου τίτλων της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μαρίας Καλεβρόσογλου, στα οποία δεν αναφέρθηκαν και κρύφθηκαν τα προβλήματα της οικοδομής και έτσι απέρριψε τις βάσεις της αγωγής τους για ακύρωση της πώλησης λόγω πλάνης προκληθείσας από απάτη του αρχικού αναιρεσίβλητου και για αποζημίωση λόγω της αδικοπραξίας αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος ως προς τα έγγραφα που προσδιορίζονται μόνο με τον αριθμό, με τον οποίο έγινε η επίκλησή τους στο Εφετείο, γιατί δεν προκύπτει ούτε η ταυτότητά τους ούτε το περιεχόμενό τους. Ως προς τα λοιπά τρία έγγραφα, που προσδιορίζονται η ταυτότητά τους και το περιεχόμενό τους, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, από τα οποία μάλιστα αναφέρει και σχολιάζει το .../2009 συμβόλαιο πώλησης, αλλά κατέληξε, όπως αναφέρθηκε, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, αφού περαιτέρω σημειωθεί ότι οι δύο εκθέσεις, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, συντάχθηκαν πριν την αγορά του ακινήτου τους με πρωτοβουλία των ιδίων και όχι του αρχικού αναιρεσιβλήτου.

Σύμφωνα με τον αριθμ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2011).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018).Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ. Πολ. Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος (ΑΠ 168/2015).

Με τον δέκατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19, 8, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι η μη κατασκευή του υπογείου επηρέασε τη στατική επάρκεια της όλης οικοδομής και την κατέστησε επικίνδυνη, γεγονός που, όπως ισχυρίζονται, αποτελεί και αυτό πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος σε αυτούς ακινήτου.

Ειδικότερα: Με τον από τους αριθμούς 1 και 19 λόγο αναίρεσης προβάλλουν ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων α) 1, 3 δ', 2 και 5 του Π.Δ. της 13/7/1983, που ορίζουν, όπως αναφέρουν, ότι η οικοδομική άδεια εκδίδεται μετά από αίτηση, που είναι σύμφωνη με τις ισχύουσες προδιαγραφές και τη στατική μελέτη, β) 8 του Διατάγματος "περί Κανονισμών δια την μελέτην και εκτέλεσιν οικοδομικών έργων εξ οπλισμένου σκυροδέματος" της 26 Ιουλίου 1954, που ορίζει ότι ο ιδιοκτήτης, ο αναλαβών την εκτέλεση του έργου και ο επιβλέπων μηχανικός έχουν την ευθύνη για την εφαρμογή της μελέτης του έργου, τυχόν δε τροποποιήσεις αυτής μπορούν να γίνουν μόνον μετά από έγκριση της αρμόδιας Κρατικής Υπηρεσίας, γ) 22 παρ. 3 του Ν. 1577/1985(ΓΟΚ), που ορίζει ότι κάθε κατασκευή καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 1337/1983 και δ) 1 του Π.Δ.

της 13/4/1929 "Περί επικίνδυνων οικοδομών", που ορίζει ότι μια οικοδομή μπορεί να κριθεί ως επικινδύνως ετοιμόρροπη και χωρίς εξωτερικές ενδείξεις, αν αυτό προκύπτει από τον τρόπο δόμησής της ή από την επενέργεια γνωστών αιτίων. Ο δέκατος λόγος αναίρεσης, κατά τα ανωτέρω σκέλη του, είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται σε αυτόν το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, υπό δε την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η μη κατασκευή του υπογείου, που προβλεπόταν στην εκδοθείσα οικοδομική άδεια, δεν δημιουργεί κίνδυνο στατικής επάρκειας της οικοδομής, γιατί με τη μη κατασκευή αυτή δεν μεταβλήθηκε το χωρικό μοντέλο υπολογισμού, οι δοκοί, τα υποστυλώματα και τα στοιχεία διατήρησαν τα γεωμετρικά τους χαρακτηριστικά, η πλάκα οροφής, τόσο με την προβλεπόμενη από την οικοδομική άδεια λύση, όσο και με την τελική λύση, δεν συμμετείχε στη δυναμική ταλάντωση της οικοδομής και οι οπλισμοί των στοιχείων των υπερκειμένων ορόφων και των πεδιλοδοκών δεν μεταβλήθηκαν και επομένως δεν αλλοιώνεται η αντισεισμική απόκριση του κτιρίου.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι και αβάσιμοι, γιατί οι προαναφερθείσες σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η μη κατασκευή του υπογείου δεν επηρέασε τη στατική επάρκεια της οικοδομής και δεν υπάρχει συνεπώς το επικαλούμενο σχετικό πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος ακινήτου και γι' αυτό το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες ανωτέρω διατάξεις.

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με την αγωγή τους και επαναφερθέντα με την έφεσή τους ισχυρισμό τους ότι η μη κατασκευή του υπογείου επηρέασε τη στατική επάρκεια της οικοδομής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την επικαλεσθείσα και προσκομισθείσα από τους ιδίους τεχνική έκθεση του μηχανικού Γ. Φ., με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται σε αυτήν και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του ότι η μη κατασκευή του υπογείου δεν επηρεάζει τη στατική επάρκεια της οικοδομής.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρει ποιο είναι ακριβώς το στοιχείο της έκθεσης αυτής, που παραμορφώθηκε από το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος γιατί το Εφετείο δεν παραμόρφωσε κανένα στοιχείο της έκθεσης αυτής, της οποίας αναφέρει περιληπτικά το περιεχόμενο και ιδίως την απόφανσή της ότι η μη κατασκευή του υπογείου "ενδεχομένως" επηρεάζει τη στατική συμπεριφορά της οικοδομής, αλλά, συνεκτιμώντας την τεχνική αυτή έκθεση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί, αποφαίνεται ανελέγκτως ότι η μη κατασκευή του υπογείου δεν επηρεάζει τη στατική επάρκεια της οικοδομής.

Τέλος με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 11α και 10 που επικαλούνται), οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς των άρθρων 432, 438, 439, 440, 442, 443, 446 και 447 ΚΠολΔ σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και έτσι δέχθηκε ότι το έγγραφο των μηχανικών Π..

Τ. και Κ.. Φ., που προσκομίστηκε από τον αρχικό αναιρεσίβλητο και επιγράφεται "επανυπολογισμός θεμελίωσης", το οποίο δεν έχει εγκριθεί από την αρμόδια Πολεοδομία και συνεπώς δεν έχει την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, έχει ισχύ δημοσίου εγγράφου και αποδεικνύει ότι η μη κατασκευή του υπογείου δεν επηρεάζει τη στατική επάρκεια της οικοδομής, Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ουσιώδες περιεχόμενο της οποίας παρατέθηκε ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δεν θεώρησε ότι η ανωτέρω από 15/12/2007 τεχνική έκθεση είναι δημόσιο έγγραφο έχον την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των άρθρων 438, 440, 441 ΚΠολΔ, αλλά συνεκτιμώντας αυτήν ελεύθερα ως ιδιωτικό έγγραφο, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως την ανωτέρω έκθεση του Γ..

Φ. και την υπ' αριθ. ...-8-2012 τεχνική έκθεση του διορισθέντος νόμιμα από το ΤΕΕ, μετά από αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, πολιτικού μηχανικού Χ. Γ. έκρινε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, ότι η μη κατασκευή του υπογείου δεν επηρεάζει τη στατική επάρκεια της οικοδομής. Με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής για μείωση του τιμήματος της πωλήσεως, την από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί τους επιδίκασε, για μείωση τιμήματος, το συνολικό ποσό των 16.500 ευρώ αντί των 80.000 ευρώ, που είχαν ζητήσει, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν αναφέρει ότι η τοποθέτηση του λεβητοστασίου στο ισόγειο της οικοδομής παραβιάζει τον κανονισμό πυροπροστασίας και επίσης δεν αναφέρει τις πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, με την μη κατασκευή του υπογείου και την κατασκευή του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου στο ισόγειο της οικοδομής.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, το σφάλμα του Εφετείου κατά την εφαρμογή της, καθώς και σε τι συνίσταται τυχόν ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών της, αφού οι επικαλούμενες ελλείψεις της απόφασης αφορούν σε νομικές διατάξεις και όχι στα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων έκρινε το Εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος γιατί οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου: 1) ότι τα υπάρχοντα κατά τον χρόνο μετάθεσης του κινδύνου της πώλησης πραγματικά ελαττώματα στους κοινόχρηστους χώρους του όλου ακινήτου και συγκεκριμένα η μη κατασκευή υπογείου και η τοποθέτηση του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου στο ισόγειο της οικοδομής, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, επηρεάζουν αρνητικά αλλά δεν εκμηδενίζουν την αξία του ακινήτου των αναιρεσειόντων, ούτε αναιρούν την κατά προορισμό χρήση του, αφού από το έτος 2009 έως το έτος 2014 κατοικούσαν στο διαμέρισμά τους χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς κίνδυνο για τη ζωή τους, 2) ότι τα πραγματικά αυτά ελαττώματα δεν επηρεάζουν τη στατική επάρκεια της οικοδομής, οι δε παραβάσεις διαστάσεων και ύψους του λεβητοστασίου δεν επηρεάζουν δυσμενώς τη λειτουργία τους και 3) ότι τα πραγματικά ελαττώματα αυτά, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και την αρχή της αναλογικότητας, δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση από τη σύμβαση της πώλησης, αλλά επιβάλλουν τη μείωση του τιμήματος ποσοστού 15% επί της αγοραίας αξίας του κατά τον κρίσιμο χρόνο σύναψης της σύμβασης πώλησης και ποσού (110.000 Χ 15% =) 16.500 ευρώ, στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι πρέπει να γίνει δεκτή η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής και να επιδικασθεί στους αναιρεσείοντες το συνολικό αυτό ποσό των 16.500 ευρώ.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ, 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011: "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".

Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ. Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993).

Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ, αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.

Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η παροχή διευκρινίσεων επ' αυτής με τις προτάσεις του ενάγοντος, την οποία ρητώς επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ. Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, είναι, στην ως άνω μεταβολή, να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω.

Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 816/2022, Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται: "Με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα: "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα: "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων, που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός, που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούσαν να προταθούν μέχρι την τελευταία, επί της ουσίας της υποθέσεως, συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο εφετείο, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του, ήδη καταργηθέντος, άρθρου 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ και του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ.

Α.Π. 2/1994 Α.Π. 2070/2007). Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ, συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση, που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή, για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως, με την υποβολή της σε νέα δευτεροβάθμια δικαστική κρίση (ΑΠ 1528/2022, ΑΠ 816/2022, Α.Π. 1867/2017, Α.Π. 821/2010).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 269/2018). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 701/2008). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 591/2017).Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους του κυρίως δικογράφου και με τον μοναδικό πρόσθετο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης, εξεταζόμενους ως σύνολο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 που επικαλούνται, κατά τη νοηματική εκτίμηση των λόγων), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο έφεσής τους, με τον οποίον προέβαλαν για πρώτη φορά ότι, τόσον η υπ' αριθ. .../11-12-2007 σύσταση οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας στο επίδικο ακίνητο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου, όσον και η βάσει αυτής συναφθείσα σύμβαση πωλήσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που απέκτησαν με το υπ' αριθ. .../17-12-2009 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, είναι αυτοδικαίως και απολύτως άκυρες κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 του Ν.Δ. 1024/1971 "Περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", 5 παρ. 1, 2, 3 - 22 παρ. 3, 4 - 23 παρ. 1 του Ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (ΓΟΚ)", 17 παρ. 1, 8, 10 και 12 Ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" και 174, 175 Α.Κ., οι οποίες, ως διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και δημόσιας τάξεως λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, α) γιατί ο πωλητής (αρχικός αναιρεσίβλητος), αν και υπέβαλε την προβλεπόμενη από τον νόμο δήλωση ότι η σύσταση της επίδικης κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι σύμφωνη με την οικοδομική άδεια που είχε εκδώσει, όμως δεν κατασκεύασε υπόγειο στο οποίο έπρεπε να τοποθετήσει το μηχανοστάσιο για το ασανσέρ και το λεβητοστάσιο για την κεντρική θέρμανση, όπως προέβλεπε η οικοδομική άδεια, αλλά τοποθέτησε το μηχανοστάσιο κάτω από τη σκάλα του ισογείου και το λεβητοστάσιο σε ανοικτή θέση στάθμευσης του ισογείου, μειώνοντας έτσι τους κοινόχρηστους χώρους του όλου ακινήτου στους οποίους συνιδιοκτήτες είναι και οι αναιρεσείοντες και β) γιατί έγιναν παραβιάσεις της μελέτης στατικών και του ύψους της οικοδομής από τον αρχικό αναιρεσίβλητο, οι οποίες ενώ ήταν προφανείς και συνεπώς έγιναν αντιληπτές από τους υπαλλήλους της Πολεοδομίας, δεν καταγράφηκαν κατά τον έλεγχο του ακινήτου, που διενήργησαν αυτοί και οι οποίες δημιουργούν κίνδυνο για τη στατικότητα της όλης οικοδομής.

Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους, αλλά όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων α) σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας και β) μεταβίβασης στους αναιρεσείοντες της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, λόγω αντίθεσης τους στις ανωτέρω διατάξεις, δεν υποβλήθηκε με την ένδικη αγωγή αλλά για πρώτη φορά στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης και συνεπώς ο πρόσθετος αυτός λόγος έφεσης ήταν απαράδεκτος, γιατί με αυτόν εφέρετο προς εκδίκαση στο Εφετείο, κατά παράβαση της γενικής αρχής της διαθέσεως του άρθρου 106 Α.Κ., αίτημα το οποίο δεν είχε υποβληθεί με την αγωγή και συνεπώς δεν είχε γίνει αντικείμενο της δίκης, αντίθετα δε από ό, τι υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το αίτημα αυτό.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε, επίσης ως απαράδεκτο, τον πρόσθετο λόγο έφεσης, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν αναφέρεται σε κεφάλαιο της απόφασης που προσβάλλεται με την έφεση ή που συνέχεται αναγκαστικά με αυτό, ορθώς κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, αλλά το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επίσης με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 16 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο έφεσης δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την προηγούμενη υπ' αριθ. 1919/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που επίσης είχε απορρίψει τον πρόσθετο αυτό λόγο έφεσης ως απαράδεκτο, ενώ δεν υπήρχε δεδικασμένο γιατί η απόφαση αυτή είχε αναιρεθεί καθ' ολοκληρίαν με την 402/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε σε αυτό την υπόθεση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο έφεσης ως απαράδεκτο με την ανωτέρω δική του αιτιολογία και όχι γιατί δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη απόρριψή του, απλώς δε διηγηματικά αναφέρει ότι ο πρόσθετος αυτός λόγος έφεσης είχε επίσης απορριφθεί ως απαράδεκτος και με την υπ' αριθ. 1919/2015 απόφαση.

Τέλος, με τον συναφή, προς τους ανωτέρω λόγους, τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 9 γ' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την προβληθείσα για πρώτη φορά με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν την παροχή έννομης προστασίας για την παράβαση του άρθρου 5 του ΓΟΚ, που συντελέστηκε με την παραβίαση της προκύπτουσας από το άρθρο αυτό υποχρέωσης του αρχικού αναιρεσιβλήτου να καταχωρήσει στην πράξη σύστασης κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας του ακινήτου και στο μεταβιβαστικό προς τους ιδίους αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ακριβή κατά περιεχόμενο υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, ότι δεν έχουν μεταβληθεί οι σύμφωνα με την οικοδομική άδεια διαστάσεις των κοινόχρηστων χώρων, αφού αυτός υπέβαλε τέτοια υπεύθυνη δήλωση χωρίς, από δόλο, να αναγράψει και το ανωτέρω υποχρεωτικό περιεχόμενό της και ενώ γνώριζε ότι είχε μεταβάλει τους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, γιατί δεν είχε κατασκευάσει το προβλεπόμενο από την οικοδομική άδεια υπόγειο.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο λόγο αυτό με ποιο αίτημά τους συνδέουν την επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 5 του ΓΟΚ και σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι με το αίτημα αυτό ζήτησαν την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης πωλήσεως του ακινήτου τους, είναι και αβάσιμος, γιατί το αίτημα αυτό ερευνήθηκε από το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, το απέρριψε ως απαράδεκτο.

Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 8 (και όχι και από τον αριθμό 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς τις παραδοχές της ότι ο αρχικός αναιρεσίβλητος πέτυχε την τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής (λεβητοστάσιο, μηχανοστάσιο και κατάργηση του υπογείου) δια της υπαγωγής τους στον Ν. 4178/2013.

Ειδικότερα με τον λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 5 του ΠΔ 71/1988 "Κανονισμός πυροπροστασίας κτιρίων", σύμφωνα με τον οποίο οι επικίνδυνοι χώροι, όπως είναι τα λεβητοστάσια και οι αποθήκες καυσίμων, πρέπει να αποτελούν ξεχωριστό πυροδιαμέρισμα και να μην τοποθετούνται από κάτω ή σε άμεση γειτονία με τις εξόδους των κτιρίων και έτσι έκρινε ότι υπάρχει δυνατότητα "τακτοποίησης" ή "νομιμοποίησης" της χωροθέτησης του μηχανοστασίου του ανελκυστήρα και του λεβητοστασίου της θέρμανσης στο ισόγειο και το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 4014/2011, που προβλέπει ότι για την υπαγωγή στον νόμο αυτό, ως προς τα κοινόχρηστα μέρη μιας οικοδομής, τη δήλωση υπαγωγής υποβάλλει, είτε ένας συνιδιοκτήτης με τη συναίνεση όλων, είτε όλοι οι συνιδιοκτήτες από κοινού και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αρχικός αναιρεσίβλητος δεν είχε τη δική τους συναίνεση, όταν υπέβαλε τη δήλωση αυτή, ψευδώς δε επικαλέστηκε ότι η συναίνεση αυτή περιλαμβανόταν στο υπ' αριθ. .../2009 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο αγόρασαν την οριζόντια ιδιοκτησία τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και γιατί σε κάθε περίπτωση στηρίζονται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, αλλά διηγηματικά αναφέρει ότι οι επίδικες πολεοδομικές παραβάσεις (κατάργηση του υπογείου και τοποθέτηση του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου της οικοδομής στο ισόγειο), οι οποίες δέχεται ότι αποτελούν πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος στους αναιρεσείοντες ακινήτου, υπήχθησαν στη ρύθμιση του Ν. 4178/2013, χωρίς να κρίνει αν η υπαγωγή αυτή ήταν νόμιμη ή όχι, αφού αυτό δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής και χωρίς να περιλαμβάνει παραδοχές ότι ο αρχικός αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε δική τους συναίνεση προκύπτουσα από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για να υποβάλλει την αίτηση υπαγωγής στον Ν. 4178/2013.

Απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι επίσης και ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφής λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα για πρώτη φορά με τους πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρισμό τους ότι είναι μη νόμιμη η υπαγωγή των ανωτέρω πολεοδομικών παραβάσεων στον Ν. 4178/2013 για τους προαναφερθέντες λόγους, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό, που συνδέεται με κάποιο αίτημα της αγωγής των αναιρεσειόντων και γιατί σε κάθε περίπτωση είναι αόριστος γιατί οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που επιτρέπουν την προβολή του για πρώτη φορά στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), ο οποίος ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο "1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους.

Η οικοδομική άδεια κτιρίου ή εγκατάστασης θεωρείται ότι περιλαμβάνει τη διαμόρφωση του εδάφους, τις αναγκαίες εκσκαφές για τη θεμελίωση του κτιρίου ή της εγκατάστασης, καθώς και την κατασκευή περιφραγμάτων, βόθρων και υπόγειων δεξαμενών ύδατος.... 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ' υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν.

Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής άδειας... Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει. ...Δεν επιβάλλονται τα παραπάνω πρόστιμα σε περίπτωση αναθεώρησης οικοδομικής άδειας, που βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον τηρείται το περίγραμμα της οικοδομής, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου...".Περαιτέρω κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 10 του Ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει, που ανεγείρονται μετά την 31η Ιανουαρίου 1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, καθώς και όσα δεν εξαιρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο (παρ. 1).

Πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων αυθαιρέτων του άρθρου αυτού δεν επιτρέπεται (α) η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σ` αυτά ή στο οικόπεδο, πάνω στο οποίο κατασκευάσθηκαν. Κάθε μεταβίβαση, που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη β)...(παρ.10).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ/τος της 5/12-7-1983 "περί χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών κλπ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 7 του ανωτέρω νόμου και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 390 του ΠΔ 14-//2019 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας", "Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 3 του παρόντος (κτίσματα που εντοπίζονται κατά την ώρα που κατασκευάζονται - επ` αυτοφώρω -) γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τούτου σχετική έκθεση, η οποία αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του.

Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλει ένσταση. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία της αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτό το αυθαίρετο θα κατεδαφιστεί".

Από τις προαναφερόμενες απαγορευτικές διατάξεις, προκύπτει ότι στην έννοια του αυθαιρέτου εμπίπτουν, προδήλως, κτίσματα ή εν γένει κατασκευές, που έχουν ανεγερθεί κατά παράβαση των οικείων πολεοδομικών διατάξεων και ιδίως χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, έχουν δε αυτοτελή ύπαρξη και είναι δεκτικά μεταβιβάσεως σε τρίτους ή συστάσεως εμπράγματων επ' αυτών δικαιωμάτων, κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή το ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" (ΑΠ 203/2021, ΑΠ 533/2007, ΑΠ 304/88), εφόσον, όμως, προηγηθεί η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυτού ως αυθαιρέτου, κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλου της κατά τόπον αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ο οποίος συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση, η οποία υπόκειται σε ένσταση εκ μέρους του θιγομένου, εντός της οριζόμενης από τις προαναφερόμενες διατάξεις προθεσμίας.

Κατά συνέπεια οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα ενός κτίσματος, μεταξύ των οποίων η κατεδάφισή του και οι οριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 17 αρ. 10 Ν. 1337/1983, δεν επέρχονται αν δεν προηγηθεί η παραπάνω έκθεση αυτοψίας, η οποία συνιστά διαπιστωτική ατομική διοικητική πράξη (ΑΠ 203/2021, ΑΠ 995/2015, ΑΠ 1022/2013).

Επομένως, εφόσον δεν συντάχθηκε η, κατά το άρθρο 1 του π.δ/τος 5/1983, έκθεση αυτοψίας της κατά τόπον αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας για το χαρακτηρισμό του κτίσματος ως αυθαίρετου, επιτρέπεται η μεταβίβαση του ακινήτου επί του οποίου έχει τούτο ανεγερθεί και η μεταβιβαστική δικαιοπραξία δεν πάσχει από ακυρότητα (ΑΠ 203/2021, ΑΠ 183/2017).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αφορά σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 758/2018) και τούτο για να αποφευχθεί για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής άλλη λύση από αυτήν που έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 251/2016).

Με τον ένατο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 και 19 (και όχι και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 10 και 12 Ν. 1337/1983, 5 παρ. 1, 2, 3-22 παρ. 3 και 23 παρ. 1 του Ν. 1577/85 (ΓΟΚ), 1, 3 του από 12/7/1983 Π.Δ.

και 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και έτσι έκρινε ότι οι υπάρχουσες κατά τον χρόνο μετάθεσης του κινδύνου πολεοδομικές παραβάσεις (κλείσιμο του υπογείου και τοποθέτηση του μηχανοστασίου και του λεβητοστασίου στο ισόγειο της οικοδομής) δεν καθιστούν αυθαίρετο, τόσο το διαμέρισμά τους, όσο και την όλη οικοδομή, γιατί τα αυθαίρετα κτίσματα δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη και δεν προηγήθηκε ο χαρακτηρισμός τους ως αυθαιρέτων, ύστερα από σύνταξη έκθεσης αυτοψίας υπαλλήλων της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ενώ έκθεση αυτοψίας απαιτείται μόνο για την επιβολή των νόμιμων διοικητικών κυρώσεων (κατεδάφιση του αυθαίρετου και επιβολή προστίμων) και όχι για την άσκηση από δικαιούχο των αστικής φύσεως αξιώσεών του.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται σε τι επέδρασε το αναφερόμενο στον λόγο αναίρεσης σφάλμα του Εφετείου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δε διαγνώστηκε και γιατί πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες της απόφασης, που δεν ήταν απαραίτητες για να στηρίξουν το διατακτικό της, αφού δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής των αναιρεσειόντων, τόσον η ακυρότητα ή μη της σύμβασης πώλησης, με την οποία οι αναιρεσείοντες απέκτησαν την οριζόντια ιδιοκτησία τους, όσο και το εάν ήταν κατεδαφιστέα ως αυθαίρετη η όλη οικοδομή.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτής είναι και αβάσιμος γιατί, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, οι επαρκείς ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου: 1) ότι τα πραγματικά ελαττώματα ευρίσκονται στους κοινόχρηστους χώρους της όλης οικοδομής, έχουν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν. 4178/2013 και δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη και 2) ότι δεν εντοπίστηκαν κατά τον χρόνο κατασκευής της οικοδομής, ούτε χαρακτηρίστηκαν ως αυθαίρετα ύστερα από σύνταξη έκθεσης αυτοψίας υπαλλήλων της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι τα ελαττώματα αυτά δεν καθιστούν αυθαίρετο το διαμέρισμα των αναιρεσειόντων, όπως και την όλη οικοδομή και συνεπώς το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού, αντίθετα από ό, τι υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι η μη κατασκευή του υπογείου και η τοποθέτηση του λεβητοστασίου και του μηχανοστασίου στο ισόγειο της οικοδομής αποτελούν πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος στους αναιρεσείοντες ακινήτου του, με την έτερη παραδοχή της ότι τα ελαττώματα αυτά δεν καθιστούν αυθαίρετη την όλη οικοδομή, γιατί η τελευταία αυτή παραδοχή συναρτήθηκε με την υποχρέωση ή μη κατεδάφισης της όλης οικοδομής και της ακυρότητας ή μη κάθε δικαιοπραξίας, που την αφορά, στα πλαίσια και μόνον της οποίας προσδιορίστηκε η έννοια του "αυθαίρετου".

Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου ένατου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν με επίκληση από τον αρχικό αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. πρωτ. .../18-1-2013 έγγραφο ελέγχου της επίδικης οικοδομής της Δ/νσης Πολεοδομίας Θέρμης Θεσσαλονίκης, στο οποίο διαπιστώθηκαν οι γενόμενες πολεοδομικές παραβάσεις σε αυτήν, αν δε το είχε λάβει υπόψη θα έκανε δεκτό τον ισχυρισμό τους ότι υπήρχαν οι πολεοδομικές αυτές παραβάσεις.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής υπήρχαν οι προαναφερθείσες πολεοδομικές παραβάσεις, που αποτελούν πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος ακινήτου, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ιδίως ως προς την ύπαρξη πολεοδομικών παραβάσεων στην οικοδομή, συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και το ανώτερο έγγραφο.

Τέλος με το τρίτο σκέλος του ανώτερου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι προϋπόθεση για να χαρακτηρισθεί ένα ακίνητο ως αυθαίρετο είναι να έχει προηγηθεί σχετική έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής δεν συμμορφώθηκε προς την παραπεμπτική σε αυτό απόφαση του Αρείου Πάγου υπ' αριθ. 402/2018, που έκρινε ότι δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής των αναιρεσειόντων η αναφορά ότι συντάχθηκε η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι το νομικό ζήτημα, που αντιμετώπισε και έλυσε η απόφαση αυτή, είναι, εάν για το ορισμένο της αγωγής των αναιρεσειόντων, που έχει το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, είναι αναγκαία η αναφορά σε αυτήν του γεγονότος ότι συντάχθηκε έκθεση αυτοψίας από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, με την οποία βεβαιώθηκαν οι επικαλούμενες στην αγωγή και συνιστώσες πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος ακινήτου πολεοδομικές παραβάσεις και κρίνοντας ότι δεν είναι αναγκαία η αναφορά αυτή, ακολούθως και με άλλες αιτιολογίες, που δεν αφορούν στον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, έκανε δεκτό τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης των και νυν αναιρεσειόντων και αναίρεσε την προηγηθείσα υπ' αριθ. 1919/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη και παρέπεμψε αυτήν προς νέα εκδίκαση, μετά την οποία εκδόθηκε η νυν προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα δε η τελευταία αυτή απόφαση έκρινε για το προαναφερθέν διαφορετικό νομικό ζήτημα, για το οποίο δεν υπήρχε δέσμευσή της από την απόφαση του Αρείου Πάγου.

Β) Λόγοι αναίρεσης επί της ανταγωγής του αρχικού αναιρεσιβλήτου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, απαιτείται προσβολή της προσωπικότητας, η οποία να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, ήσσονος σπουδαιότητας ή ασκουμένου υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, και υπαίτια, ήτοι να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωση της (σωματική, πνευματική, ηθική κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητός του (ΑΠ 802/2018, ΑΠ 1279/2011).

Η προσβολή της προσωπικότητος μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος τελεί εν γνώσει της αναληθείας του διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επί πλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Σε περίπτωση δε που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Όμως ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτήν την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψη του, προσβάλλοντας παρανόμως την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαιτίως αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει και την ηθική του βλάβη του (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 1662/2005).

Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητος. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος, δηλαδή συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατ' άρθρο 361 ΠΚ (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 109/2012, ΑΠ 1279/2011) η οποία υπάρχει όταν, εκτος της περιπτώσεως της απλής δυσφήμησης, προσβάλλεται η τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς την κατά των αναιρεσειόντων ανταγωγή του αρχικού αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο, πέραν όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά: "Οι αντεναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) τόσο στην από 11-10-2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, που απηύθυναν προς τον αντενάγοντα (αρχικό αναιρεσίβλητο), όσο και στην συνεκδικαζόμενη αγωγή τους περιέλαβαν ισχυρισμούς αληθινών γεγονότων και δη, (τ)η μη κατασκευή του υπογείου, για το οποίο υφίστατο σχετική πρόβλεψη στην οικοδομική άδεια, (τ)η μη κατασκευή των υπογείων χώρων, που προβλέφθηκαν μετά την αναθεώρηση της αρχικώς εκδοθείσας οικοδομικής άδειας (λεβητοστάσιο και μηχανοστάσιο), (τ)η κατασκευή του λεβητοστασίου στον ισόγειο χώρο της πυλωτής εντός μιας μη νόμιμης κατασκευής, καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, (τ)η μη ορθή χωροθέτηση του μηχανοστασίου και (τ)η μη πραγματοποίηση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων της οικοδομής στον υπόγειο χώρο αυτής, που προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια, (τ)η μη ορθή χωροθέτηση των μετρητών της ΔΕΗ και (τ)η(ν) ύπαρξη μικροδιαφορών στις διαστάσεις και στην κατασκευή της τοιχοποιίας και ορισμένων εκκρεμοτήτων με την τοποθέτηση γυψοσανίδας και την περίφραξη του χώρου.

Συνεπώς, ως προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθόσον, για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο ψευδούς γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του (άρθρο 363 ΠΚ), προϋπόθεση, η οποία δεν συνέτρεξε εν προκειμένω.

Οι περικοπές όμως, που περιέλαβαν οι αντεναγόμενοι στην προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση και στην ασκηθείσα εκ μέρους τους εναντίον του αντενάγοντα αγωγή, οι οποίες αφορούν την παραχώρηση παρά το νόμο ποσοστών επί του οικοπέδου σε κλειστούς χώρους στάθμευσης, την ύπαρξη αυθαιρεσιών και παρανομιών, που επηρεάζουν τη στατική συμπεριφορά του φέροντα οργανισμού της οικοδομής, την απόκρυψη των ως άνω αυθαιρεσιών και παρανομιών, τις οποίες, εάν γνώριζαν οι ίδιοι δεν θα κατάρτιζαν την σύμβαση πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος και την υπογραφή εκ μέρους των τοπογραφικού, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στο πωλούμενο ακίνητο, περιέχουν ισχυρισμούς γεγονότων, τα οποία ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια είναι ότι η δημιουργία κλειστών θέσεων στάθμευσης στο ισόγειο της οικοδομής και η παραχώρησή τους με τα αναλογούντα ποσοστά επί του οικοπέδου υπήρξε σύννομη, η ύπαρξη των προαναφερόμενων πολεοδομικών παραβάσεων δεν επηρέαζαν τη στατική συμπεριφορά του φέροντα οργανισμού του κτιρίου, ενώ το τοπογραφικό, το οποίο υπέγραψαν και οι ίδιοι κατά την υπογραφή του συμβολαίου πώλησης ανταποκρινόταν στο πωλούμενο ακίνητο (διαμέρισμα με τα αναλογούντα ποσοστά επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής), ο δε αντενάγων δεν επέδειξε απέναντι τους απατηλή συμπεριφορά...Ωστόσο, οι αντεναγόμενοι ήδη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 είχαν διαπιστώσει την ύπαρξη των προαναφερόμενων πολεοδομικών παραβάσεων στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ενώ είχαν λάβει γνώση και της συνταχθείσας από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Γ.

Φ. τεχνικής έκθεσης, στην οποία γίνεται λόγος για δημιουργία κλειστών χώρων στάθμευσης με μείωση των αντίστοιχων ποσοστών επί του οικοπέδου και για παράλειψη κατασκευής υπογείου, που ενδεχομένως να επηρεάζει τη στατική συμπεριφορά του φέροντα οργανισμού της οικοδομής, περιέλαβαν δε στην 11/10/2011 εξώδική δήλωσή τους, που απέστειλαν στον αντενάγοντα και στην ασκηθείσα εναντίον του από 7-11-2011 ...αγωγή, τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, με την πεποίθηση ότι αυτά ήταν αληθή.

Επίσης, ο πρώτος αντεναγόμενος, όταν υπέβαλε σε βάρος του αντενάγοντα την από 20-11-2012 έγκληση, στην οποία επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι υπάρχει θέμα στατικής επάρκειας της οικοδομής, παρά το γεγονός ότι είχε εκδοθεί η προαναφερόμενη με αριθμ. ...-8-2012 πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Χ. Γ., σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε καμιά ανησυχία για τη στατική επάρκεια της οικοδομής, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι πράγματι η ανέγερση της οικοδομής, χωρίς την πραγματοποίηση υπογείου, το οποίο είχε προβλεφθεί από την αρχική άδεια, δημιουργούσε ζήτημα στατικής επάρκειας αυτής.

Συνεπώς, και ως προς τους προαναφερόμενους ψευδείς ισχυρισμούς, δεν στοιχειοθετείται σε βάρος των αντεναγομένων το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, το οποίο απαιτεί γνώση του δράστη, ότι όσα καταμηνύει ή καταθέτει ή ισχυρίζεται ή διαδίδει αντίστοιχα είναι ψευδή και γνώση των αληθινών, τα οποία αποκρύπτει (άρθρο 363 ΠΚ), το στοιχείο δε αυτό στο πρόσωπο των αντεναγομένων δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση.

Επίσης, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν ούτε το έγκλημα της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ), καθόσον οι συγκεκριμένες φράσεις, που χρησιμοποίησαν οι αντεναγόμενοι βρίσκονταν εντός του αναγκαίου μέτρου για την αντικειμενική απόδοση από αυτούς των σκέψεών τους, περιέλαβαν δε τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους στην εξώδικη δήλωσή τους προς τον αντενάγοντα και στην ασκηθείσα εναντίον του αγωγή, ο πρώτος δε εξ αυτών και στην από 20-11-2012 έγκλησή του χωρίς πρόθεση να τον δυσφημήσουν ή έστω να τον εξυβρίσουν.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι αντεναγόμενοι, στις 21-7-2012 και περί ώρα 8:30, αντιληφθέντες δύο ελαιοχρωματιστές, που είχαν αρχίσει να πραγματοποιούν εργασίες βαφής στην περίφραξη της οικοδομής, στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμά τους, άρχισαν να παροτρύνουν τους ανωτέρω εργάτες από τον εξώστη του διαμερίσματος τους να φύγουν λέγοντάς τους "μη βάφετε, αυτά θα γκρεμιστούν".

Στη συνέχεια και μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία, στον εξωτερικό χώρο της οικοδομής, του εναγομένου, του απηύθυναν ενώπιον των προαναφερόμενων προσώπων, αλλά και ενοίκων της οικοδομής, τις φράσεις "θα σε φτιάξουμε εσένα", "αλήτη", "κλέφτη", "απατεώνα", "είναι ετοιμόρροπη η οικοδομή σου". Μετά την επέμβαση της αστυνομίας και την λήξη του ανωτέρω επεισοδίου, έφθασαν στην οικοδομή υποψήφιοι αγοραστές κάποιου διαμερίσματος της οικοδομής και συγκεκριμένα, οι Κ.

Τ. και Ε. συζ. Κ. Τ.. Μόλις οι αντεναγόμενοι αντιλήφθηκαν την παρουσία των ανωτέρω προσώπων στην οικοδομή, άρχισαν και πάλι να φωνάζουν από τον εξώστη του διαμερίσματος τους απευθυνόμενοι προς τον αντενάγοντα, λέγοντάς του ότι η οικοδομή είναι ετοιμόρροπη και ότι ο ίδιος έχει κάνει "ατασθαλίες". Για τα γεγονότα που περιέλαβαν στις προαναφερόμενες εκφράσεις τους οι αντεναγόμενοι είχαν την πεποίθηση ότι είναι αληθή και ως εκ τούτου ως προς τα γεγονότα αυτά δεν στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ωστόσο, όλες οι ανωτέρω εκφράσεις, που χρησιμοποίησαν οι αντεναγόμενοι ήταν κατά την κοινή αντίληψη προσβλητικές της τιμής και της υπόληψης του αντενάγοντος, αφού τον εμφάνιζαν ως ανέντιμο άτομο και κακό επαγγελματία, ενώ το γεγονός ότι αυτές επαναλήφθηκαν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα με το ίδιο περιεχόμενο, οδηγεί στην κρίση ότι οι αντεναγόμενοι ήθελαν να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του αντενάγοντος.

Με τις ως άνω δε δυσφημηστικές και εξυβριστικές φράσεις τους οι αντεναγόμενοι έπληξαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη του αντενάγοντος και αναπόφευκτα προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του, ο οποίος έτσι υπέστη ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σε αυτόν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Το ποσό δε αυτό, λαμβάνοντας υπόψη το νομικό κανόνα του άρθρου 25 του Συντάγματος της "αρχής της αναλογικότητας", που επιβάλλει και στα δικαιοδοτικά όργανα, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού και σταθμίζοντας όλα τα περιστατικά, που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη σχέση και περίπτωση και εκφάνσεις της προσωπικότητας του αντενάγοντος, κατά της οποίας στράφηκε η προσβολή (τιμή, υπόληψη, επαγγελματική καριέρα), την ένταση, το είδος και την έκταση της προσβολής, το βαθμό υπαιτιότητας των αντεναγομένων και την προηγηθείσα συμπεριφορά του αντενάγοντος (παράδοση του πωληθέντος διαμερίσματος με πραγματικά ελαττώματα των κοινοχρήστων εγκαταστάσεων), καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνεται εύλογο".

Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων και ως προς την ανταγωγή και αφού εξαφάνισε και ως προς αυτήν την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν σε βάρος του αρχικού αναιρεσίβλητου τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμισης και της εξύβρισης και είχε επιδικάσει, για την προσβολή αυτή της προσωπικότητάς του, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 10.000 ευρώ, έκανε εν μέρει δεκτή την ανταγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν στον αρχικώς αναιρεσίβλητο το ανωτέρω ποσό των 2.000 ευρώ.

Με τον έβδομο και τον δωδέκατο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης, εξεταζόμενους ως σύνολο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του αιτιολογία για ποιους λόγους οι φράσεις τους "θα σε φτιάξουμε εσένα", "αλήτη", "κλέφτη", "απατεώνα" συνιστούν δυσφημιστικούς ισχυρισμούς και αν το περιεχόμενό τους είναι αληθινό ή ψευδές και ιδίως αν ο αρχικός αναιρεσίβλητος είναι έντιμο πρόσωπο και καλός επαγγελματίας.

Οι λόγοι αυτοί προεχόντως είναι αόριστοι και γι' αυτό απαράδεκτοι, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και δεν περιλαμβάνουν πλήρεις, αλλά μόνο αποσπασματικές και κατ' επιλογήν τους τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ως προς την ανταγωγή.

Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτός είναι και αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 Α.Κ. και 362, 361 Π.Κ., δεδομένου ότι οι ουσιαστικές παραδοχές του: 1) ότι ήταν αληθές ότι η οικοδομή κατά τον χρόνο της πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος είχε τα προαναφερθέντα πραγματικά ελαττώματα στους κοινόχρηστους χώρους του ισογείου και του υπογείου, 2) ότι δεν ήταν αληθές ότι τα ελαττώματα αυτά επηρέαζαν τη στατική επάρκεια της οικοδομής, αλλά οι αναιρεσείοντες είχαν την πεποίθηση ότι αυτό ήταν αληθές, 3) ότι στις 21/7/2012 οι αναιρεσείοντες απηύθυναν αρχικά σε δύο ελαιοχρωματιστές, που έβαφαν την περίφραξη της οικοδομής, τη φράση "μην βάφετε, αυτά θα γκρεμιστούν", στη συνέχεια στον αρχικό αναιρεσίβλητο τις φράσεις "απατεώνα", "είναι ετοιμόρροπη η οικοδομή σου" και τελικά στον ίδιο και σε δύο υποψήφιους αγοραστές άλλου διαμερίσματος τις φράσεις "η οικοδομή είναι ετοιμόρροπη" και "έχει κάνει ατασθαλίες"(ενν.

ο αρχικός αναιρεσίβλητος), 4) ότι στις 21/7/2002 εξύβρισαν τον αρχικό αναιρεσίβλητο με τις λέξεις "αλήτη" και "κλέφτη", 5) ότι με τους υπό στοιχείο 3 ισχυρισμούς, οι οποίοι ήταν ψευδείς, αλλά οι αναιρεσείοντες θεωρούσαν ότι ήταν αληθείς και έγιναν εξακολουθητικά ενώπιον των βαφέων και των υποψηφίων αγοραστών διαμερίσματος του αρχικού αναιρεσιβλήτου, οι αναιρεσείοντες προσέβαλαν με πρόθεση την τιμή και την υπόληψη του αρχικού αναιρεσίβλητου, αφού τον εμφάνισαν ως ανέντιμο άτομο και κακό επαγγελματία, που κατασκευάζει "ετοιμόρροπες" οικοδομές και συνεπώς τέλεσαν εις βάρος του απλή δυσφήμιση και συνεπώς αδικοπραξία, 6) ότι με τις υπό στοιχείο 4 ονειδιστικές του προσώπου του φράσεις τους, που απηύθυναν προς τον αρχικό αναιρεσείοντα, προσέβαλαν με λόγο την τιμή του και συνεπώς τέλεσαν εις βάρος του απλή εξύβριση και συνεπώς αδικοπραξία και 7) ότι με την ανωτέρω δυσφημιστική και εξυβριστική συμπεριφορά τους οι αναιρεσείοντες προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια τον αρχικώς αναιρεσίβλητο στο δικαίωμα της προσωπικότητάς του, δικαιολογούν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι πρέπει να επιδικασθεί στον αρχικώς αναιρεσίβλητο, λόγω της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω ο ίδιος δωδέκατος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και το τρίτο σκέλος του με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο κατά την εξέταση της ανταγωγής δεν συμμορφώθηκε προς την παραπεμπτική σε αυτό υπ' αριθ. 402/2018 αναιρετική απόφαση, που είχε αναιρέσει την προηγούμενη υπ' αριθ. 1919/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ως προς την ανταγωγή και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ...

ένορκης βεβαίωσης του (υποψήφιου αγοραστή) Κ./νου Τ., στην οποία δεν αναφέρεται ότι αυτοί επανέλαβαν τις δυσφημιστικές και εξυβριστικές φράσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, είναι απαράδεκτος ως προς μεν την από το άρθρο 559 αρ. 18 πλημμέλεια γιατί, όπως αναφέρεται στον λόγο αναίρεσης και προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθ. 402/2018 αναιρετικής απόφασης, αυτή αναίρεσε την προηγούμενη υπ' αριθ. 1919/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την ανταγωγή, δεχόμενη τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, αφού με την αναιρετική απόφαση δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα, αλλά κρίθηκαν οι ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεθείσας απόφασης, ως προς δε την από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρει το ακριβές περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό για την παραδοχή της ανταγωγής και ότι του εγγράφου αυτού είχε γίνει επίκληση από κάποιον διάδικο και γιατί απαραδέκτως πλήττει την ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι αποδείχθηκε η εκφορά από τους αναιρεσείοντες των ανωτέρω δυσφημιστικών και εξυβριστικών φράσεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που συνεχίζουν την δίκη για τον αποβιώσαντα αρχικό αναιρεσίβλητο, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 23/10/2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 10/5/2022 πρόσθετους λόγους αυτής, των 1) Γ. Χ. και 2) Η. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1575/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ