Supreme Court allows appeal against lower court's finding that a letter constituted a contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision, which had accepted the respondent's appeal and dismissed the original claim. The appellant argued that a specific letter sent in 2016 was merely a diagnostic document and not a valid termination of the contract, as the company explicitly denied any contractual relationship and warned against unauthorized interference. The court agreed, ruling that the lower court erred in characterizing the letter as a termination, thereby overturning the final judgment and remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 614(5)(a), 622(a)(2) of the Code of Civil Procedure; A letter stating non-recognition of a contractual relationship and warning against unauthorized interference does not constitute a valid termination of the contract if the counterparty denies the existence of any binding agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 128 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 128/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Α. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σαρακενίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12077/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1547/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/11/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 06-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3249/360/07-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές (άρθρα 614 αρ. 5 στοιχ. α', 622 Α παρ. 2 του ΚΠολΔ όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), με αριθμό 1547/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, η από 28-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21254/3573/01-10-2018 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 12077/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 29-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/68/03-01-2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος .
Στη συνέχεια δε κατά παραδοχή του σχετικού τετάρτου λόγου της έφεσης αυτής, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή, καθώς και η σωρευόμενη στο εφετήριο δικόγραφο αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρο 914 του ΚΠολΔ).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα ( άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια όσο και αρνητικά, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα, για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών, που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.
Εξάλλου, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των, κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ, προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 691/2008).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα ( άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (Ol AP 7/2013, Α.Π. 886/2011, Α.Π. 560/2009, Α.Π. 613/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019).
Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου. Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).
Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Χ. Α. Α., στην από 29-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/68/03-01-2018 ένδικη αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στρεφομένη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία ...
η οποία ήδη τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης, εξέθετε ότι είναι μηχανολόγος μηχανικός και από τις 18-06-2009 παρείχε στην εναγομένη εταιρεία τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του με σύμβαση αόριστης διάρκειας, με αντικείμενο την επίλυση τεχνικών θεμάτων και παροχή τεχνικών συμβουλών, για συντηρήσεις και επισκευές ατομικών μονάδων πετρελαίου και αερίου, την διοργάνωση και συμμετοχή σε τεχνικά σεμινάρια, έρευνα αγοράς τον σχεδιασμό και παρακολούθηση διαδικασιών λογιστηρίου και αποθήκης σε επίπεδο λογισμικού, τον έλεγχο και την ασφάλεια εγκαταστάσεων και λογισμικού, επικοινωνία με προμηθευτές και συνεργάτες, κ.λ.π.
Ότι η συμφωνηθείσα μηνιαία αμοιβή του ανερχόταν στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (2.380,25), πλέον Φ.Π.Α., καταβλητέα εντός διημέρου από το τέλος του μήνα, για την είσπραξη της οποίας εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Ότι η εναγομένη εταιρεία ανήκει στα επιχειρηματικά συμφέροντα των οικογενειών της Χ.
Α. (μητέρας του) και της Β. Π. - Α., τα οποία φυσικά πρόσωπα εμφανίζονται ως ουσιαστικοί φορείς της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης και ότι ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής μετείχαν πρωτίστως μέλη των οικογενειών αυτών. Ότι, τον Μάιο του έτους 2015, για την διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας και συγκεκριμένα της εισαγωγής συγκεκριμένων μηχανημάτων θέρμανσης, από τον κύριο προμηθευτή της, την κορεατική εταιρία ...
αποφασίστηκε, για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά του σκοπού αυτού, η σύσταση ομόρρυθμης εταιρείας με τη συμμετοχή του (ενάγοντος) και του Γ. Α., υιού της Β. Π. - Α., η οποία (εταιρεία) λύθηκε έξι μήνες μετά τη σύστασή της, αφού συντελέστηκε ο λόγος ίδρυσης αυτής. Ότι, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, ο ίδιος και ο Γ.
Α. αποχώρησαν τυπικά από την εναγομένη τόσο ως συνεργάτες, όσο και ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Ότι η αξιοποίησή του αυτή, πέραν του αντικειμένου της σύμβασης εργασίας του στην άλλη εταιρεία, που ήταν φορέας των συμφερόντων της εναγομένης, ήταν εικονική και στην πραγματικότητα, διαρκούντος του χρόνου αυτής παρείχε στην εναγομένη τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες.
Στη συνέχεια ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι, αν και ο ίδιος συνέχισε όπως εξ αρχής είχε συμφωνηθεί, να προσφέρει τις ανωτέρω υπηρεσίες του κατά τον προσήκοντα τρόπο, η Αντιπρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εναγομένης εταιρείας ... αρνήθηκε την ύπαρξη συμβατικού δεσμού μεταξύ τους και δεν του κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, που αντιστοιχεί στους μήνες Νοέμβριο 2016 έως και Νοέμβριο 2017.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (38.369,63), κυρίως βάσει της σύμβασης μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών, επικουρικά δε σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από τη δεύτερη ημέρα του επόμενου μηνός από τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση .
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές (άρθρα 614 αρ. 5 στοιχ. α', 622 Α παρ. 2 του ΚΠολΔ πως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 12077/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον ενάγοντα το αιτούμενο χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (38.369,63), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 28-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21254/3573/01-10-2018 έφεσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1547/2019 απόφασή του με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου αυτής, εξαφάνισε στο σύνολό της την ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η επίδικη σύμβαση είχε λυθεί δια καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και η σωρευόμενη στο εφετήριο δικόγραφο αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρο 914 του ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη: "Με το υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφικό καταστατικό της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Γυφτάκη - Βάινα, συνεστήθη η εναγόμενη εταιρία [ήδη αναιρεσίβλητη], με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία μηχανημάτων θέρμανσης και ψύξης, με κύριο προμηθευτή της την κορεατική εταιρία .... Η σχετική διοικητική έγκριση του καταστατικού με την αριθμ. ...
απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και άδεια συστάσεως της α.ε. μαζί με το περιεχόμενο του καταστατικού, δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ 9374/8-12-1998 (τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ) και έτσι συστήθηκε η α.ε. (ήδη εκκαλούσα και τελούσα από 4-09-2018 υπό εκκαθάριση) και απέκτησε τη νομική της προσωπικότητα. Η σύσταση της α.ε. ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλίας των οικογενειών των Α.
Α. (πατέρα του ενάγοντος [ήδη αναιρεσείοντος]) και Ν. Α., οι οποίοι επιδίωξαν και πέτυχαν, έτσι, τη συνέχιση της προγενέστερης δραστηριότητάς τους, σε ομοειδές αντικείμενο, με τη μορφή επιχείρησης προσωπικής εταιρίας. Οι σύζυγοι αυτών Χ. Α. (μητέρα του ενάγοντος) και Β. Π. - Α., ήταν όχι μόνο οι κύριες μέτοχοι της α.ε., αλλά και οι διευθύνουσες σύμβουλοι - νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας, με την ιδιότητα της προέδρου (η πρώτη) και της αντιπροέδρου (η δεύτερη) του Δ.Σ.
της εταιρίας. Στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας αυτής μετείχαν πάντοτε και οι ανωτέρω δύο μέτοχοί της και μέλη των οικογενειών αυτών. Ειδικότερα, για τον ενδιαφέροντα εδώ κρίσιμο χρόνο, με απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης όλων των μετόχων της εταιρείας της 30-6-2012, εκλέχθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τις ως άνω μοναδικούς μετόχους και τους Χ.
Α. του Α., Γ. Α. του Ν., Λ. Α. του Α. και Ά. Α. του Ν.. Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο όρισε ως εκπροσώπους της εταιρείας την Β. Π. του Γ. και την Χ. σύζυγο Α. Α., που θα δεσμεύουν με την υπογραφή τους, από κοινού ή ανεξάρτητα η κάθε μία την εταιρεία, για όλες τις συναλλαγές της (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 8019/1-8-2012 (τεύχος ΑΕ- ΕΠΕ).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του από 15-05-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, προκειμένου να εργασθεί ως μηχανολόγος μηχανικός και ανέλαβε επ' αόριστον καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας στις εγκαταστάσεις της εταιρίας . Επίσης, με το από 18-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων ανέλαβε να παρέχει τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του, για την κάλυψη των αναγκών της εταιρείας, σε θέματα ασφάλειας εγκαταστάσεων, καθώς και την παροχή τεχνικών συμβουλών για συντηρήσεις και επισκευές ατομικών μονάδων πετρελαίου και αερίου .
Η αμοιβή του συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.135 ευρώ μηνιαίως, πλέον Φ.Π.Α., καταβλητέα εντός 2 ημερών από την έκδοση του σχετικού παραστατικού. Περαιτέρω, με τα από 30-6-2012 πρακτικά της Γ.Σ. και του Δ.Σ. της εναγομένης εταιρείας, ο ενάγων εισήλθε ως μέλος στο Δ.Σ. της εταιρείας, με την ιδιότητα του υπευθύνου αγορών.
Το καθεστώς αυτό συμμετοχής του ενάγοντος στη λειτουργία της εταιρείας συνεχίστηκε έως τον Μάιο 2015 . Κατά το χρόνο εκείνο προέκυψε ζήτημα ως προς τη δυνατότητα εισαγωγής εμπορευμάτων από τον κύριο προμηθευτή της εναγομένης, η οποία ήταν η κορεατική εταιρεία ... καθώς τα προϊόντα της δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το Σεπτέμβριο 2015 και μετά, λόγω της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεν θα μπορούσαν να πωληθούν απευθείας από την εναγομένη, εκτός αν είχε προηγηθεί η αγορά - εισαγωγή τους από άλλη ευρωπαϊκή εταιρία και στη συνέχεια μεταπωλούνταν στην εναγομένη .
Για τους λόγους αυτούς προκρίθηκε τελικά η λύση της ίδρυσης μιας ομόρρυθμης εταιρείας, με διάρκεια έξι (6) μηνών και μοναδικά μέλη τον ενάγοντα και τον ως άνω Γ. Α., πρόσωπα απολύτου εμπιστοσύνης, ως τέκνα των ιδρυτών της ανώνυμης εταιρείας, η οποία θα εισήγαγε τα προϊόντα (λέβητες πετρελαίου και καπνοδόχους), με αποκλειστικό σκοπό να τα μεταπωλήσει στην εναγομένη (βλ.
την προσκομιζόμενη σε ακριβή μετάφραση ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των δύο εταιριών). Πράγματι, στις 28-05-2015 συστάθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία ... με αντικείμενο την εμπορία και εισαγωγή μηχανημάτων θέρμανσης, ψύξης κ.λ.π. Νωρίτερα, στις 20-5-2015 ο ενάγων υπέγραψε συμφωνητικό λύσης της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών με την εναγόμενη, την ίδια δε ημέρα αποχώρησε οικειοθελώς και ο Γ.
Α., ο οποίος είχε προσληφθεί ως ηλεκτρολόγος μηχανικός από την εναγομένη την 1-2-2011, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ενώ αμφότεροι παραιτήθηκαν από μέλη του Δ.Σ., ώστε να μη συνδέονται με την εναγομένη και δημιουργηθεί ζήτημα από κάποιον ανταγωνιστή. Η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία αγόρασε από την κορεατική εταιρεία ...
τα αντίστοιχα εμπορεύματα (λέβητες) στις 4-6-2015 και 27-7-2015 και τα μεταπώλησε ακολούθως στην εναγομένη με τα υπ' αριθμ. 1/29-7-2015 και 2/9-10-2015 τιμολόγια πώλησης, συνολικής αξίας 940.122,93 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. [... ] . Σημειωτέον ότι τα χρήματα για την εισαγωγή των λεβήτων από την ... είχαν προκαταβληθεί από την εναγόμενη εταιρία στην ομόρρυθμη εταιρεία [ ... ].
Μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω συναλλαγής, η ομόρρυθμη εταιρεία λύθηκε στις 15-12-2015, καθώς ο μοναδικός σκοπός της ίδρυσής της, όπως αυτός προεκτέθηκε, είχε επιτευχθεί. Κατά συνέπεια, η αποχώρηση του ενάγοντος από την εναγομένη εταιρεία, ήταν καθαρά τυπική, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα οικονομικά συμφέροντα της τελευταίας .
Μετά τη λύση όμως της ομόρρυθμης εταιρείας, προκύπτει ότι οι σχέσεις μεταξύ των οικογενειών Α. και Α., αναφορικά με την διαχείριση της ... είχαν διαρραγεί . Παρά την εκπλήρωση, όμως, όλων των υποχρεώσεών του, η διευθύνουσα σύμβουλος Β. Π. έδωσε εντολή να μη γίνει καμία καταβολή και κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 19-4-2016 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία αρνιόταν οποιαδήποτε σχέση του τελευταίου με τη ...
και διαμαρτυρόταν για την ανάμιξή του στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, όπως την επικοινωνία με προμηθευτές και συνεργάτες της εταιρείας, καθώς και την είσπραξη χρημάτων από πελάτη . Παράλληλα στις 20-4-2016 απέστειλε επιστολές προς τους εργαζόμενους της εταιρίας, γνωστοποιώντας τους ότι ο ενάγων από τον Μάιο 2015 δεν παρέχει υπηρεσίες προς την εταιρία, ούτε είναι μέλος του Δ.Σ.
της . Κατόπιν τούτων ο ενάγων άσκησε την από 21-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης 14415/22-11-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτούμενος την αμοιβή του για το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του 2016 έως τον Οκτώβριο του 2016, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 3547/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και η οποία απόφαση, μετά την απόρριψη της εφέσεως της εναγομένης ως ανυποστήρικτης, με την υπ' αριθμ. 2597/2018 του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και της ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που επικύρωσε την πρωτόδικη - γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργεια του ίδιου - κατέστη τελεσίδικη ... " Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι από την προαναφερόμενη με αριθμό 3547/2018 απόφαση προκύπτει δεδικασμένο, που εκτείνεται στα παραπάνω ζητήματα: " ...α) του χαρακτήρα της ένδικης μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, β) της συμφωνηθείσας αμοιβής και γ) της προσφοράς των επικαλουμένων υπηρεσιών από τον ενάγοντα προς την εναγομένη μέχρι τον Οκτώβριο 2016, που δεσμεύει, στα πλαίσια και της παρούσας δίκης ( άρθρα 324, 325 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ) αφού ναι μεν το αντικείμενό της δεν ταυτίζεται με το αντικείμενο της προηγούμενης δίκης, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Όμως, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι έκτοτε (Νοέμβριος 2016) οι διάδικοι δεν συνδέονται ενοχικά, καθώς δεν υπήρχε συμβατικός δεσμός μεταξύ των (συμβατική δέσμευση), ώστε να οφείλεται αμοιβή του ενάγοντος έως και τον Νοέμβριο του 2017, όπως αυτή που ζητείται με την αγωγή . Και τούτο διότι τη σύμβαση αυτή κατήγγειλε η διευθύνουσα σύμβουλος Β.
Π. με την από 19-04-2016 δήλωσή της - έχοντας τέτοια δυνατότητα λήψης αποφάσεως και πρωτοβουλίας σε θέματα διαχείρισης της εταιρείας - καθώς οι σχέσεις τους, όπως προεκτέθηκε είχαν διαρραγεί . Από τότε ο ενάγων δεν συμμετείχε σε κάποια εταιρική δράση στα πλαίσια της επικαλούμενης σύμβασης παροχής των ανεξάρτητων υπηρεσιών .
Ας σημειωθεί ότι, τον Νοέμβριο του 2017, ο ενάγων προέβη στη σύσταση μίας ομοειδούς εισαγωγικής - εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία ..., γεγονός που γνωστοποίησε στην εναγομένη με το από 30-11-2017 ηλεκτρονικό μήνυμα [ ... ] . Μετά από τα προαναφερόμενα η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε ότι υπήρχε συμβατική υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σ' αυτόν την αμοιβή του για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2016 έως και Νοέμβριο 2017 συνολικού ύψους 38.369,63 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τα βάσιμα παράπονα της εκκαλούσας, που εμπεριέχονται στον τέταρτο λόγο της έφεσης ...".
Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας, παραβίασε το απορρέον από την με αριθμό 3547/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεδικασμένο, ενώ παράλληλα διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες , αναφορικά με το ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της σύμβασης μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών αορίστου χρόνου με τον αναιρεσείοντα, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 669 εδ.
β' του Α.Κ., που εφαρμόζεται και στη σύμβαση μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Α.Π. 359/2010, Α.Π 162/2008) και ορίζει ότι "Σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε ούτε συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, λύνεται ύστερα από καταγγελία καθενός από τα μέρη. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο ή στη σύμβαση, η καταγγελία πρέπει να γίνει πριν από δεκαπέντε ημέρες και επιφέρει τη λύση μετά την παρέλευση αυτής της προθεσμίας ... ", σε συνδ.
με τα άρθρα 648, 649, 651, 652 εδ. α', 653 και 655 του Α.Κ.. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ καθορίζει το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε και τα ειδικότερα ζητήματα που κρίθηκαν σε αυτή, βεβαιώνοντας ότι από την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων, επί της από 21-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης 14415/22-11-2016 προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, με αντικείμενο την επιδίκαση αμοιβής για το από μηνός Φεβρουαρίου 2016 έως μηνός Οκτωβρίου 2016 χρονικό διάστημα, παράγεται δεδικασμένο ως προς:
α) τον χαρακτήρα της ένδικης μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, β) την συμφωνηθείσα αμοιβή και γ) την προσφορά των επικαλούμενων από τον ενάγοντα υπηρεσιών προς την εναγομένη από τον Φεβρουάριο του έτους 2016 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2016, στη συνέχεια, παραβίασε, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του ΚΠολΔ περί δεδικασμένου, διαλαμβάνοντας αντιφατικά ότι έκτοτε, ήτοι από τον Νοέμβριο του 2016 δεν υπήρχε συμβατικός δεσμός μεταξύ των διαδίκων, ώστε να οφείλονται αμοιβές για το μεταγενέστερο και επίδικο από τον Νοέμβριο του έτους 2016 έως και τον Νοέμβριο του έτους 2017 χρονικό διάστημα, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η διευθύνουσα σύμβουλος της εναγομένης Β.
Π., με την από 19-04-2016 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή. Έτσι, μολονότι η προαναφερομένη με αριθμό 3547/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη (βλ. το υπ' αριθμ. 441/2020 Πιστοποιητικό Περί Κατάθεσης Ενδίκων Μέσων της Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης), δέχθηκε ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από τον Φεβρουάριο του έτους 2016 και συνέχισε να παρέχει αυτές έως και τον Οκτώβριο του έτους 2016 και, για το λόγο αυτό, επεδίκασε ως αμοιβή του το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα δύο ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (26.492,19), η προσβαλλομένη απόφαση με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, δέχθηκε ότι ήδη σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι στις 19-04-2016 η εναγομένη είχε καταγγείλει την ένδικη σύμβαση η οποία συνακόλουθα από τότε λύθηκε και ότι έκτοτε ο ενάγων δεν συμμετείχε σε κάποια εταιρική δράση.
Παράλληλα ουδεμία διέλαβε παραδοχή περί συνδρομής νόμιμου λόγου λύσης αυτής, μετά τον Οκτώβριο του έτους 2016. Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε το δεδικασμένο που πηγάζει από την ανωτέρω με αριθμό 3547/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της δια καταγγελίας λύσης της επίδικης σύμβασης και της ύπαρξης συμβατικού δεσμού μεταξύ των διαδίκων, κατά το κρίσιμο στην υπόθεση χρονικό διάστημα, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της μη ορθής εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων του Α.Κ.
και πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επίσης, με τον εκ του άρθρου 559 αριθμό 8 του ΚΠολΔ τρίτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμό περί καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, αν και τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητη, ως λόγος έφεσης .
Όπως προκύπτει από περιεχόμενο του τετάρτου λόγου της από 28-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21254/3573/01-10-2018 έφεσης, κατά παραδοχή του οποίου εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, που επισκοπεί το Δικαστήριο για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη υποστήριξε ότι η μεταξύ αυτής και του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος σύμβαση λύθηκε με νεώτερη συμφωνία, η οποία έλαβε χώρα στις 20-05-2015, οπότε και αποχώρησε τυπικώς από την εταιρεία ή στις 20-05-2016, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, ο τελευταίος δεν παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν.
Δηλαδή, η εκκαλούσα δεν προέβαλε ισχυρισμό για λύση της επίδικης σύμβασης δια καταγγελίας, η οποία έλαβε χώρα στις 22-4-2016 (ημερομηνία επίδοσης της από 19-04-2016 εξώδικης δήλωσης), όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση . Επομένως, και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του εκτίμησε τον ανωτέρω λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως ισχυρισμό περί λύσης δια καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί και, ως εκ τούτου, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Τέλος, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος και σε συνάφεια με τους αμέσως προηγούμενους λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 19-04-2016 δήλωσης της διευθύνουσας συμβούλου Β.
Π. την οποία (δήλωση) κατά λέξη παραθέτει, με συνέπεια να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του εγγράφου αυτού. Με το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι από την ανάγνωση του ανωτέρω από 19-04-2016 εγγράφου, που τιτλοφορείται "Εξώδικη Διαμαρτυρία, Πρόσκληση και Δήλωση", προκύπτει ότι αυτό δεν συνιστά καταγγελία της επίδικης σύμβασης, αφού, μεταξύ άλλων, η εναγομένη αρνήθηκε την ύπαρξη οποιουδήποτε συμβατικού δεσμού μεταξύ αυτών, εν τέλει δε, κατ' ακριβή μεταφορά του οικείου τμήματος της δήλωσης αυτής, κάλεσε τον ενάγοντα να απέχει "...
από οποιεσδήποτε ενέργειες θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα της εταιρείας, των μετόχων και νομίμων εκπροσώπων της, από αυθαίρετες επεμβάσεις στα αρχεία, την περιουσία, το προσωπικό και τους συνεργάτες της και τις εν γένει σχέσεις και δραστηριότητές της στο συναλλακτικό της κύκλο " και δήλωσε ότι " δεν αναγνωρίζουμε ούτε αποδεχόμαστε οποιαδήποτε σχέση σας με την εταιρεία, η οποία μάλιστα να γεννά και αξιώσεις αμοιβής υπέρ του προσώπου σας ...".
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η δήλωση αυτή συνιστά καταγγελία της επίδικης σύμβασης και, κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων ως βασίμων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά, ως εκ τούτου, αλυσιτελή την εξέταση των τετάρτου επικουρικώς προτεινομένου και έκτου λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 11 εδ. γ', σε συνδ. με τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1547/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ