128/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2010 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/7/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 123/2013 μη οριστική και 17/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Legislator headnote
AI generated128/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): εκθ. καταθ. .../2010) ανακοπή της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά της εκ των καθ' ων τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank EFG Ergasias A.E.", δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν αυτήν (άνω ανακοπή) ως προς τον εκ των καθ' ων Π. Σ. και μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο συμπληρωματικό πίνακα κατατάξεως, απέβαλε τον τελευταίο (καθ' ου Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 128 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 128/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." και το διακριτικό τίτλο "Eurobank-Ergasias" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά, που ανακάλεσε την από 1/11/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2010 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/7/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 123/2013 μη οριστική και 17/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/11/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../9-2-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Θράκης Β. Μ., προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για συζήτησή της, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Π. Σ.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την προαναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος του κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ` άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ) μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α` και 576 παρ. 2 εδ. α` και γ` ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την από 5-7-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. .../2010) ανακοπή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η ανακόπτουσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ATEBANK), ισχυριζομένη ότι, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν (ανακοπή) λόγους, κατετάγη, εσφαλμένως, με τον υπ' αριθμ. .../2010 συμπληρωματικό, του αρχικού υπ' αριθμ. .../1-9-2009, πίνακα κατατάξεως δανειστών της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Δράμας Ε.
Κ. - Α., στο πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη της, πρώτου των καθ' ων και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, Π. Σ., που επέσπευσε η ανωτέρω δευτέρα των καθ' ων τράπεζα και διανεμήθηκε με τον πίνακα αυτόν στους αναγγελθέντες δανειστές, μεταξύ των οποίων η ίδια (ΑΤΕ ΒΑΝΚ) και η δευτέρα των καθ' ων και ήδη αναιρεσείουσα, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank EFG Ergasias A.E.", ζήτησε την ακύρωση, άλλως μεταρρύθμιση του ανωτέρω συμπληρωματικού πίνακα κατατάξεως, ώστε, ως ούσα μόνη ενυπόθηκη δανείστρια του ως άνω καθ' ου η εκτέλεση, να καταταγεί οριστικώς και στο υπόλοιπο ποσό των 4.587,43 ευρώ του πλειστηριάσματος, στο οποίο κατετάγη τυχαίως ο προαναφερόμενος πρώτος των καθ' ων και το οποίο παρέστη ανάγκη να διανεμηθεί μετά την επιστροφή του από την επίσης αρχικώς καταταγείσα ΔΟΥ Δράμας, λόγω της εν το μεταξύ εξοφλήσεως της προς αυτήν οφειλής του, από τον ανωτέρω καθ' ου η εκτέλεση.
Περαιτέρω, με την από 12-7-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. .../2010) ανακοπή της ενώπιον του προαναφερομένου Μονομελούς Πρωτοδικείου, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank EFG Ergasias A.E.", ισχυριζομένη, ότι ως δανείστρια του αυτού ως άνω καθ' η εκτέλεση Π. Σ. επέσπευσε, προς ικανοποίηση απαιτήσεώς της, ύψους 10.644,13 ευρώ, τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη της αυτού, ότι στο πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε, ύψους 29.220 ευρώ, κατετάγησαν με τον μεν αρχικό υπ' αριθμ. .../1-9-2009 πίνακα κατατάξεως δανειστών της αυτής, ως άνω, επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Δράμας Ε.
Κ. - Α., η πρώτη των καθ' ων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ATE BANK), προνομιακά και οριστικά, ως ενυπόθηκη δανείστρια, για το ποσό των 21.337,57 ευρώ και η ΔΟΥ Δράμας επίσης οριστικά και προνομιακά για το ποσό των 5.091,43 ευρώ, με τον δε υπ' αριθμ. .../2010 συμπληρωματικό πίνακα κατατάξεως, της ίδιας ως άνω επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, κατετάγησαν, στο ποσό των 4.587,43 ευρώ, που, όπως προαναφέρεται, με τον αρχικό πίνακα είχε καταταγεί η ΔΟΥ Δράμας και επεστράφη υπ' αυτής, λόγω προηγηθείσης εξοφλήσεως της προς αυτήν οφειλής του από τον ανωτέρω καθ' ου η εκτέλεση, τυχαίως μεν ο προαναφερόμενος καθ' ου η εκτέλεση Π.
Σ., οριστικώς δε η εν προκειμένω πρώτη των καθ' ων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ATEBANK), ως ενυπόθηκη δανείστρια, ενώ, λόγω μη εξαρκέσεως του πλειστηριάσματος, δεν κατετάγη η ίδια (ανακόπτουσα) και ότι, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν (ανακοπή) λόγους, η, κατά τα προαναφερόμενα, κατάταξη της πρώτης των καθ' ων είναι άκυρη, ζήτησε την ακύρωση, άλλως μεταρρύθμιση, του συμπληρωματικού αυτού πίνακα, ώστε, αποβαλλομένων των καθ' ων, να καταταγεί η ίδια (ανακόπτουσα), ως επισπεύδουσα και μη ικανοποιηθείσα δανείστρια, στο ανωτέρω ποσό των 4.587,43 ευρώ.
Επί των ανακοπών αυτών, αφού τις συνεκδίκασε το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εκ των καθ' ων σε εκάστη αυτών Π. Σ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την υπ' αριθμ. 60/2011 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 12-7-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. .../2010) ανακοπή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank EFG Ergasias A.E.", απέρριψε, ως παθητικώς ανομιμοποίητη, την από 5-7-2010 (υπ' αριθμ.
εκθ. καταθ. .../2010) ανακοπή της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά της εκ των καθ' ων τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank EFG Ergasias A.E.", δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν αυτήν (άνω ανακοπή) ως προς τον εκ των καθ' ων Π. Σ. και μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο συμπληρωματικό πίνακα κατατάξεως, απέβαλε τον τελευταίο (καθ' ου Π.
Σ.) και κατέταξε την ανακόπτουσα οριστικά και προνομιακά και στο ποσό των 4.537,43 ευρώ, που ο τελευταίος με τον αρχικό υπ' αριθμ. .../1-9-2009 πίνακα κατατάξεως δανειστών της αυτής, ως άνω, επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, είχε καταταγεί. Κατά της πρωτοδίκου αυτής αποφάσεως η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank EFG Ergasias A.E.", άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, την από 8-2-2012 έφεσή της, με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της, την απόρριψη της εναντίον της ως άνω ανακοπής της αντιδίκου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", την παραδοχή της ανωτέρω ανακοπής, που η ίδια άσκησε, την μεταρρύθμιση του προσβαλλομένου πίνακα, την αποβολή της αντιδίκου της ΑΤΕ ΑΕ και την κατάταξη της ιδίας.
Επί της εφέσεως αυτής, το Εφετείο Θράκης, εξέδωσε, αρχικώς, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εκ των καθ' ων η άνω ανακοπή της εκκαλούσας Π. Σ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την υπ' αριθμ. 123/2013 μη οριστική απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση της οριστικής αποφάσεώς του και υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Μετά δε την έκδοση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της από 16-4-2015 αποφάσεώς του (ΔΕΚ: C-690/2013), το Εφετείο Θράκης εξέδωσε, επίσης κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του εκ των εφεσιβλήτων καθ' ου η ανακοπή και ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Π. Σ., την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 17/2016 τελεσίδικη, ως μη υποκειμένη σε ανακοπή ερημοδικίας, κατ' άρθρο 937 παρ. 1 περ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη διαφορά, σύμφωνα με την παρ. 3 άρθρου ένατου του αυτού άρθρου και νόμου, λόγω του χρόνου της επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση, που έλαβε χώρα προ της 1-1-2016, απόφασή του, με την οποίαν, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η ανακόπτουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank EFG Ergasias A.E.", άσκησε την υπό κρίση από 9-11-2016 αίτησή της, την οποίαν παραδεκτώς απηύθυνε και κατά του δευτέρου των καθ' ων η ανωτέρω ανακοπή της και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Π. Σ., ως όντος αναγκαίου ομοδίκου της πρώτης αυτών (καθ' ων) και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος (άρθρα 76 παρ. 1 και 936 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 86/2013), ζητώντας, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την αναίρεσή της.
Υπό τα προαναφερόμενα και δεδομένου, περαιτέρω, ότι η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος νόμου 4332/1929, η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση της αγροτικής πίστεως σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και την βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.
Ως ειδικότεροι σκοποί Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ αναφέρονται στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων κ.ά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από τον χρόνο της σύστασής της, η Αγροτική Τράπεζα αποτελούσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστεως, έχοντας ως σκοπό την συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με τη γεωργία πρόσωπα των απαιτουμένων μέσων για τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών.
Ο ιδιότυπος χαρακτήρας Αγροτικής Τράπεζας ΑΕ οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία, που ασκείτο από το Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα ΑΕ δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929.
Πέραν όμως της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, η Αγροτική Τράπεζα εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων που είχε ως αντισυμβαλλόμενη στη χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικούς συνεταιρισμούς, πρόσωπα ασχολούμενα με τη γεωργία) εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους ως προς την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση.
Αποτέλεσμα αυτών ήταν η καθιέρωση σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, μεταξύ των οποίων και εκείνο για την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα οφειλετών της με μονομερή δήλωση της, δυνάμει του άρθρου 12 ν. 4332/1929, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η Αγροτική Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε να εγγράψη υποθήκην επί ακινήτων των οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλειαν των εξ οιασδήποτε αιτίας απαιτήσεών της, ως αύται καθορίζονται εν άρθρων 8 παρ. 1 του καταστατικού της νόμου δυνάμει των δανειστικών ή εν γένει αποδεικτικών των απαιτήσεών της εγγράφων.
Η εγγραφή της υποθήκης ταύτης, ως και της συμβατικής, είναι απηλλαγμένη παντός τέλους και δικαιώματος. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί κτημάτων των συνυποχρέων υφίσταται εφ' όσον η σχετική υποχρέωσις εγενήθη μετά την κύρωσιν της παρούσης συμβάσεως. Επίσης η Αγροτική Τράπεζα δικαιούται να εγγράψη υποθήκην προς ασφάλειαν των οιασδήποτε φύσεως δανείων της, καλλιεργητικών, μέσης και μακράς προθεσμίας και πιστώσεών της επ' ανοικτώ λογαριασμώ, άμα τη υπογραφή της οικείας συμβάσεως, δυναμένης να είναι και ιδιωτικής και ανεξαρτήτως της αμέσου ή μη παροχής του δανείου ή της πιστώσεως.
Ομοίως, δια την παραχώρησιν της συμβατικής υποθήκης προς την Α.Τ.Ε., ή και εγγραφήν τοιαύτης εκ Νόμου, δεν ισχύουσιν αι απαγορεύσεις και περιορισμοί του άρθρου μόνου του Ν. 2143/1952, "περί τροποποιήσεως του Ν. 3250" και του άρθρου 73 του ν.δ. 1285/52 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων κλπ". Η εξάλειψις, περιορισμός και διαγραφή εγγεγραμμένης υποθήκης, επιταγής ή κατασχέσεως, υπέρ της Α.Τ.Ε, δύναται να γίνει και άνευ συμβολαιογραφικής πράξεως, δι' απλής και μονομερούς αιτήσεως αυτής, προς τον οικείον υποθηκοφύλακα και απαλλάσσεται παντός τέλους και δικαιώματος".
Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 1697/1987 προστέθηκε εδάφιο 1α στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος ΑΕ στη διενέργεια οιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών, ενώ με το άρθρο 26 παρ. 1 και 4 του ν. 1914/1990 ορίζεται ότι: "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του νέου καταστατικού της, που θα καταρτισθεί απ' αυτήν μέσα σε έξι (6) μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, βάσει των διατάξεων περί ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών και που θα εγκριθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας (παρ. 1).
Όλες οι ειδικές ρυθμίσεις, που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αναφέρονται ιδίως στα προνόμιά της, ουσιαστικά και δικονομικά, στις απαλλαγές της, φορολογικές και άλλες, στους τίτλους απαιτήσεων της, στην διασφάλιση των απαιτήσεών της και γενικά στο πρόσωπο αυτής ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (παρ. 4)".
Τέλος, με το άρθρο 26 παρ. 8 και 9 του ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ (που αφορούσε κυρίως στη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στην τραπεζική αγορά και όχι στη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών) και έχει εφαρμογή και στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, προβλέπεται ότι: "Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών, που έχουν την έδρα στην Ελλάδα, καταργούνται.
Τα υφιστάμενα καταστατικά διατηρούν την ισχύ τους και μπορούν να τροποποιηθούν κατά τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών (παρ. 8). Η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 17-7/13-8/1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλα, τα κατά την έννοια του παρόντος νόμου πιστωτικά ιδρύματα αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την λειτουργία τους (παρ. 9)".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι το καθιερούμενο με την διάταξη του άρθρου 12 του ν.4332/1929 ουσιαστικό προνόμιο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος να εγγράφει υποθήκες σε ακίνητα οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλεια των από οποιαδήποτε αιτία απαιτήσεών της, δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνον, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 ΑΚ, που απαιτεί συμβολαιογραφική δήλωση του παραχωρούντος το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης, διατηρήθηκε ρητώς σε ισχύ με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990, ενώ με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιβλήθηκε υποχρέωση μετατροπής της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος σε ανώνυμη εταιρεία εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του νόμου αυτού (8.7.1991).
Οι γενικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 8 και 9 του μεταγενεστέρου ν.2076/1992 για την κατάργηση νόμων που ρυθμίζουν τα καταστατικά τραπεζών, εδρευουσών στην Ελλάδα, με διατήρηση σε ισχύ των καταστατικών καθ' εαυτών και επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. της 17-7/13-8/1923 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα από τον χρόνο παροχής σ' αυτά άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν μετέβαλε το ανωτέρω προνόμιο και τη νομική κατάσταση της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, διότι η τελευταία είχε ήδη καταστεί ανώνυμη εταιρεία, διατηρώντας το καταστατικό της και τα προνόμια της με τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 του ν. 1914/1990, το οποίο ο νομοθέτης ηθελημένα δεν κατάργησε για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το ότι ακολούθησαν νομοθετικές επεμβάσεις προς περιορισμό προνομίων της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος (βλ. άρθρο 26 ν. 3229/2004), τα οποία είχαν διατηρηθεί με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990 (ΟλΑΠ 20/2011, 24, 25/2006). Το ανωτέρω προνόμιο, εξ άλλου, που επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης από τη Αγροτική Τράπεζά της Ελλάδος σε ακίνητα οφειλετών ή συνυποχρέων με την επίδειξη προς τον υποθηκοφύλακα μόνον των δανειστικών ή αποδεικτικών εγγράφων, διευκολύνοντας έτσι την παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την οφειλή με λιγότερες δαπάνες του οφειλέτη και λιγότερες διατυπώσεις για την πιστούχο ΑΤΕ, δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων πιστωτών της (ΑΠ 817/2017, ΑΠ 29/2016, 526/2014).
Ειδικότερα δε, με το εν λόγω προνόμιο δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας ως προς τα δικαιώματα τρίτων πιστωτών του οφειλέτη, αντιτάξιμα από τους τελευταίους σε δίκη ανακοπής κατά της εκτέλεσης έναντι της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος. Η αναγωγή από τον νομοθέτη, δια του άρθρου 12 του ν.4332/1929, σε ειδικό τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος και των τρίτων, που συναλλάσσονται με αυτή, προφανώς εξυπηρετεί λόγους συγκεκριμένης σκοπιμότητας και κοινωνικού συμφέροντος χάριν της επιτεύξεως του κύριου σκοπού της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος για την παροχή κάθε τραπεζικής εργασίας και υπηρεσίας, που συμβάλλει ταχέως και αποτελεσματικά, στην ανάπτυξη της οικονομικής ζωής και ιδίως του αγροτικού τομέα.
Ο πιστωτικός ρόλος της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, και μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία, εξακολούθησε κυρίως να συνδέεται με αγρότες και αγροτικούς συνεταιρισμούς ,με συνεχή και ανανεούμενη ανάγκη χρηματοδότησής τους. Επομένως, το εν λόγω προνόμιο επιβάλλεται από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος και δεν αντίκειται στην συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ.1.
Το προνόμιο δε αυτό δεν είναι αντίθετο, προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε σ' εκείνη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύουν την ιδιοκτησία (πρβλ. ΟλΑΠ 20/2011, 25/2006, ΑΠ 817/2017, ΑΠ 717/2017, ΑΠ 360/2010.) Περαιτέρω, το εν λόγω προνόμιο δεν αντίκειται στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 82 Συνθ.ΕΚ., το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία επιχείρηση της δεσπόζουσας θέσης της εντός της κοινής αγοράς, η οποία να δύναται να επηρεάσει τον ανταγωνισμό.
Αυτό γιατί, πέραν του ότι η υπό εκκαθάριση τελούσα "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" δεν έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής από το γεγονός και μόνο, ότι κάνει χρήση της άνω προβλεπόμενης από το νόμο ρυθμίσεως ,εφόσον η εφαρμογή της άνω διατάξεως, προϋποθέτει συμπεριφορά, με την έννοια της συμφωνίας με άλλες επιχειρήσεις ή της εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ τους, προκειμένου να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 ΣυνθΕΚ, κάθε ενίσχυση που χορηγείται "από κράτος-μέλος ή με κρατικούς πόρους υπό οποιαδήποτε μορφή και νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ των κρατών-μελών συναλλαγές, εκτός αν η Συνθήκη ορίζει άλλως...".
Για να εμπίπτει δηλαδή ορισμένο μέτρο, ως κρατική ενίσχυση, στο άρθρο 87 παρ. 1 ΣυνθΕΚ, πρέπει, πρώτον, να πρόκειται για παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή με κρατικούς πόρους, δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, τρίτον, πρέπει να χορηγεί πλεονέκτημα στον δικαιούχο και τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς (απόφαση Επιτροπή κατά Deutsche Post, C- 399/08Ρ,EU :C:2010:481,σκέψεις 38 και 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Η πρώτη προϋπόθεση, που πρέπει να πληρούται για να υφίσταται κρατική ενίσχυση είναι να προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από κρατικούς πόρους. Κατά συνέπεια, η έννοια της ενισχύσεως καλύπτει όχι μόνο θετικές παροχές, όπως είναι οι επιδοτήσεις, τα δάνεια κ.λ.π., αλλά και παρεμβάσεις, οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις, που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και οι οποίες, ως εκ τούτου, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις υπό στενή έννοια, είναι της ίδια φύσεως και έχουν ίδια αποτελέσματα(ΔΕΕ, απόφαση της 11.7.1996, Syndicat Francais de I' Express international κ.λ.π.
κατά La Poste κ.λ.π.,Ψ-39/94. Ευ:C1996:285,σκέψη 58). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 88 ΣυνθΕΚ, "υφιστάμενη ενίσχυση", είναι όλες οι ενισχύσεις οι οποίες υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος της συνθήκης στο οικείο κράτος μέλος, δηλαδή καθεστώτα ενισχύσεων και ατομικές ενισχύσεις, που είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν, και εφαρμόζονται ακόμη έπειτα από την έναρξη ισχύος της συνθήκης, ενώ νέα ενίσχυση, είναι κάθε ενίσχυση, η οποία δεν αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του ως άνω κανονισμού "οι ενισχύσεις που χρήζουν κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1, δεν τίθενται σε εφαρμογή παρά μόνον αφού η Επιτροπή λάβει, ή θεωρηθεί ότι έχει λάβει, απόφαση με την οποία εγκρίνει την εν λόγω ενίσχυση".
Εξ άλλου, το άρθρο 88 ΣυνθΕΚ προβλέπει διαφορετικές διαδικασίες αναλόγως του αν οι ενισχύσεις είναι υφιστάμενες ή νέες. Ενώ, κατά το άνω άρθρο, οι νέες ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται προηγουμένως στην Επιτροπή και δεν μπορούν να τίθενται σε εφαρμογή πριν η διαδικασία καταλήξει στην έκδοση τελικής αποφάσεως, οι υφιστάμενες ενισχύσεις μπορούν, να εφαρμόζονται κανονικά, εφόσον η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει ότι δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά (απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2012, C-262/11, Kremikovtzi, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Στο πλαίσιο του ως άνω συστήματος ελέγχου, η Επιτροπή και τα εθνικά δικαστήρια έχουν διαφορετικές ευθύνες και ασκούν διαφορετικές εξουσίες (απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C- 44/93, Namur-Les assurances du credit, Συλλογή 1994, e 1-3829, σκέψη 14). Τα εν λόγω δικαστήρια μπορούν να επιλαμβάνονται διαφορών στο πλαίσιο των οποίων έχουν την υποχρέωση να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν την έννοια της ενισχύσεως κατά το άρθρο 87 Συνθ.ΕΚ, προκειμένου, ιδίως, να κρίνουν αν ένα κρατικό μέτρο που ελήφθη χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία προηγουμένου ελέγχου του άρθρου 88, έπρεπε ή όχι να έχει υποβληθεί στη διαδικασία αυτή.
Αντιθέτως, τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί του αν μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C- 119/05, Lucchini, Συλλογή 2007, σ. 16199, σκέψεις 50 και 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ενώ η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει το συμβατό της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το εμπλεκόμενο κράτος μέλος έχει παραβεί την επιβαλλόμενη με το άρθρο 88 ΣυνθΕΚ απαγόρευση εφαρμογής μέτρων ενισχύσεως, τα εθνικά δικαστήρια απλώς διασφαλίζουν, μέχρι τη λήψη της τελικής αποφάσεως από την Επιτροπή, τα δικαιώματα των διοικουμένων σε περίπτωση παραβάσεως, εκ μέρους των εθνικών αρχών, της εν λόγω απαγορεύσεως (βλ., επ' αυτού, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C-199/06, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication, Συλλογή 2008, σ.
I?469, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όσον αφορά τις υφιστάμενες ενισχύσεις, το άρθρο 88 ΣυνθΕΚ προβλέπει την αρμοδιότητα της Επιτροπής να προβαίνει στη διαρκή εξέταση των εν λόγω ενισχύσεων σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Η εξέταση αυτή μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή να προτείνει στο οικείο κράτος μέλος τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη ή η λειτουργία της κοινής εσωτερικής αγοράς και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να αποφασίσει την κατάργηση ή την τροποποίηση ενισχύσεως την οποία έχει κρίνει ασύμβατη με την εσωτερική αγορά.
Οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται ως νόμιμες ενόσω η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει το ασύμβατο τους προς την εσωτερική αγορά (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, CP322/09 Ρ, NDSHT κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. ΙΡ11911, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, υπ' αυτές τις περιστάσεις, το άρθρο 88 παρ.3 ΣυνθΕΚ δεν παρέχει στα εθνικά δικαστήρια την αρμοδιότητα να απαγορεύουν την εφαρμογή υφιστάμενης ενίσχυσης(απόφαση ΔΕΕ C-690/13 Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E. κατά ΑΤΕ, Π.
Σ., απόφαση ΔΕΕ C-0006/2012 ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω: α) η δυνατότητα εγγραφής υποθήκης εκ μέρους της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος ΑΕ με βάση το άρθρο 12 του ν.4332/1929, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, διότι το ιδρυόμενο με την εν λόγω διάταξη προνόμιο δεν χορηγείται άμεσα ή έμμεσα από κρατικούς πόρους και επομένως, δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 87 παρ.1 Συνθ.ΕΚ.
Ειδικότερα, με την παρεχόμενη, με την ανωτέρω διάταξη, δυνατότητα στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ να εγγράφει υποθήκη επί ακινήτων των οφειλετών της προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, με απαλλαγή από τέλη και δικαιώματα, δεν επέρχεται ελάφρυνση του προϋπολογισμού αυτής, αλλά ευνοούνται οι οφειλέτες της, οι οποίοι δεν φέρουν το βάρος των ανωτέρω εξόδων, που σε διαφορετική περίπτωση, θα τους επεβάρυναν και β) σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί το ανωτέρω προνόμιο υφιστάμενη κρατική ενίσχυση, τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν την αρμοδιότητα να απαγορεύσουν την εφαρμογή του (ΑΠ 817/2017).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, είναι, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, ήτοι Κανονισμοί και Οδηγίες που περιέχουν κανόνες σαφείς και συγκεκριμένους ή έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική νομοθεσία (ΟλΑΠ 10/2000, ΑΠ 427/2005) και οι διατάξεις των επικυρωμένων από την Ελλάδα Διεθνών Συμβάσεων και των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 2034/2009).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Εξ άλλου, από την αρχή της ισότητος, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που την δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.
Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005). Για την ίδρυση λόγου αναιρέσεως από τους περιοριστικά διαλαμβανομένους στη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, επομένως και για τον ανωτέρω προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου αυτού, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να είναι λυσιτελής και να έχει προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή η επικαλουμένη στην αίτηση αναιρέσεως πλημμέλεια, πρέπει, να επιδρά, κατά νόμο, στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, άλλως ο αλυσιτελής λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 879/2017).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999).
Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, αόριστη ή αλυσιτελή, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 675/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: "....Με τα δεδομένα αυτά εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, μπορούν, μεταξύ άλλων, να είναι κατ' αρχήν και οι διατάξεις των άρθρων 87, παράγραφος 1. ΕΚ και 88, παράγραφος 3 ΕΚ.
Συνακόλουθα είναι βάσιμη η αιτίαση της εκκαλούσας - ανακόπτουσας, σύμφωνα με την οποία είναι άκυρη η επίμαχη διάταξη του άρθρου 12 του ν.4 332/1929, που χορηγεί στην ΑΤΕ το δικαίωμα μονομερούς και ανέξοδης εγγραφής υποθήκης, με απλή προσκομιδή της δανειστικής σύμβασης, διότι αποτελεί "κρατική ενίσχυση", υπό την έννοια του άρθρου 87 ΣυνθΕΚ, που νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον "ελεύθερο ανταγωνισμό" και συναφώς παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 87 - 88 ΣυνθΕΚ, περί ελεύθερου ανταγωνισμού.
Ωστόσο όμως, για τον οικείο σκέλος του ένδικου αυτού πρώτου λόγου ανακοπής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, δεν παρατίθενται επαρκή τέτοια στοιχεία, από τα οποία να συναχθεί, ότι η δυνάμει μονομερούς εγγραφή υποθήκης από την ATE ΑΕ, είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αλλά ούτε και παραδοχές, από τις όποιες να μπορεί να δικαιολογηθεί το παρασχεθέν, δυνάμει του άνω νόμου, "προνόμιο", σε συνάρτηση με το σκοπό, για τον οποίο δόθηκε, ώστε να ενταχθεί στην έννοια της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 87 ΣυνθΕΚ κρατικής ενίσχυσης και εάν η εν λόγω κρατική ενίσχυση ήταν νέα ή υφιστάμενη οπότε και δεν θα μπορούσε να την απαγορεύσει.
Η για πρώτη φορά με το εφετήριο και τις προτάσεις της εκκαλούσας - ανακόπτουσας επίκληση τέτοιων πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Η εκκαλούμενη δεν περιέχει διάταξη, απορριπτική τέτοιου λόγου.
Συνεπώς θεωρείται ότι τον απέρριψε σιωπηρά. Ορθά λοιπόν έκρινε και εφάρμοσε το νόμο. Πρέπει μόνο να συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της.". Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, απέρριψε τον αντίστοιχο αντίθετο λόγο της εφέσεως ως αβάσιμο. Περαιτέρω, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε και τα εξής: "Από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα, ως στοιχεία χρήσιμα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με επίσπευση της ανακόπτουσας, της με αριθμ. κατάθεσης .../12-7-2010 ανακοπής, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", έγινε την 28-1-2009 αναγκαστικός πλειστηριασμός σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη της Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., αγρότη για να ικανοποιήσει χρηματική της απαίτηση εναντίον του ποσού 10.644,13 ευρώ, η οποία της επιδικάστηκε με την υπ' αριθμό 110/2008 διαταγή πληρωμής, που είχε εκ- δώσει ο Ειρηνοδίκης Δράμας.
Το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε ανέρχεται σε 29.220 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν πλην άλλων: α) Η Δ.Ο.Υ. Δράμας για ποσό 5.091,43 €, β) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ανακόπτουσα της με αριθμ. κατάθεσης .../6-7-2010 ανακοπής και πρώτη καθ' ης της με αριθμ. κατάθεσης .../12-7-2010 ανακοπής) για απαιτήσεις της ύψους 41.701,15 €, οι οποίες προέρχονταν από τις με αριθμούς …/2001 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, …/2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και …/2006 σύμβαση πίστωσης δανείου για προσωπικές ανάγκες, ποσού 20.542, 92 ευρώ, 20.000 ευρώ και 6.000 ευρώ αντίστοιχα, που συνήψε με τον καθ' ου η εκτέλεση και γ) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. (ανακόπτουσα της με αριθμ.
κατάθεσης .../12-7-2010 ανακοπής) για την απαίτησή της ποσού 10.644.13 ευρώ. Το εκπλειστηριασθέν ακίνητο είχε τα εξής βάρη: 1) στον τόμο …με αριθμό φύλλου …και με α.α. (1) του βιβλίου υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας υποθήκη, η οποία ενεγράφη υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος την 28-2-2001 με βάση την με αριθμό …12-02-2001 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, για χρηματικό ποσό 10.785.885 δρχ ή 31.653,36 ευρώ 2) στον ίδιο τόμο και με αριθμό φύλλου … και με α.α. (2) άλλη υποθήκη υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που ενεγράφη την 6-6-2003, για ποσό 20.000 ευρώ, με βάση την με αριθμό …/6-6-2003 σύμβαση πίστωσης με Ανοικτό (Αλληλόχρεο) Λογαριασμό (Ανοικτό Δάνειο Αγροτών) και 3) στον τόμο… με ημερομηνία καταχώρισης 18-4-2008 προσημείωση υποθήκης υπέρ της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., για ασφάλεια απαίτησης 45.000ευρώ (βλ.
πιστοποιητικό κτηματολογικών έγγραφων με κωδικό … και με αριθμό πρωτοκόλλου .../20-10-2007 του Κτηματολογικού Γραφείου Δράμας). Η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ' αριθμ. .../2009 πίνακα κατάταξης και μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης (2.795 ευρώ) κατέταξε στο υπόλοιπο πλειστηρίασμα (26.425 ευρώ) την Δ.Ο.Υ.
Δράμας, για ποσό 5.091,43 ευρώ, προς ολική ικανοποίηση των απαιτήσεών της και την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, για ποσό 21.333,57 ευρώ και για μερική ικανοποίηση των απαιτήσεων της. ενώ η εκκαλούσα Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε δεν κατατάχθηκε καθόλου, λόγω μη επάρκειας του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος. Στη συνέχεια η Δ.Ο.Υ.
Δράμας έλαβε, μετά από σχετική εντολή της υπάλληλου πλειστηριασμού προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το ποσό των 5.091,43 ευρώ, για το οποίο κατατάχθηκε στον άνω πίνακα κατάταξης οριστικά και προνομιακά, προς ολική ικανοποίηση των απαιτήσεών της και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ συντασσομένης της .../2010 πράξης εξόφλησης πίνακα κατάταξης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, το ποσό των 21.333,57 ευρώ, για το οποίο κατατάχθηκε στον άνω πίνακα κατάταξης οριστικά και προνομιακά, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών της.
Κατά το χρόνο εξόφλησης, όμως, της Δ.Ο.Υ. Δράμας είχε προηγηθεί ολοσχερής ξόφληση των οφειλών προς αυτήν από τον καθ' ου η εκτέλεση - οφειλέτη Π. Σ. και ως εκ τούτου η Δ.Ο.Υ. Δράμας επέστρεψε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού το ποσό που έλαβε, ήτοι 5.091,43 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Στις 23-6-2010, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο .../2010 συμπληρωματικό πίνακα κατάταξης δανειστών, με τον οποίο αφαίρεσε από το πλειστηρίασμα για έξοδα της συμπληρωματικής εκτελεστικής διαδικασίας το συνολικό ποσό των 504 ευρώ και στο υπόλοιπο ποσό των 4.587,43 ευρώ κατέταξε τυχαία τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη Π.
Σ. και σε περίπτωση μη προσκομίσεως από αυτόν πιστοποιητικού μη ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά του εκτελεστού του τίτλου, την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ". Η υπάλληλος του πλειστηριασμού, όμως, παρά το νόμο κατέταξε τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και παρέλειψε να κατατάξει την ενυπόθηκη δανείστρια "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" στο ποσό των 4.587,43 ευρώ, δεδομένου, ότι μετά την ολοσχερή εξόφληση της Δ.Ο.Υ.
Δράμας από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, για το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, ποσού 4.587,43 ευρώ, έπρεπε να καταταγεί η τελευταία, καθώς δεν είχε εξοφληθεί ολοσχερώς η απαίτησή της με τον αρχικό .../2009 πίνακα κατάταξης δανειστών και δεν επιτρέπεται να κατατάσσεται σε πίνακα κατάταξης δανειστών ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης, σαν να ήταν δανειστής, ενώ δεν έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς οι απαιτήσεις των δανειστών, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, για το ζήτημα αυτό.
Συνακόλουθα, στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών έπρεπε να καταταγεί η ανακόπτουσα Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος οριστικά και προνομιακά, ως ενυπόθηκη δανείστρια, σύμφωνα με τα άρθρα 976 αρ. 2, 977 παρ. 1 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ποσό των 4.587,43 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας με την από 5-2-2009 αναγγελία της απαίτησής της.
Όλα τα έγγραφα αποδείκνυαν την απαίτηση και το προνόμιό της. Πρέπει, να σημειωθεί ότι οι ανωτέρω υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης υποθήκες είχαν εγγραφεί από αυτήν μονομερώς με βάση τις δανεικές συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4332/1929, που παρέχει τέτοιο δικαίωμα ειδικά στην Αγροτική Τράπεζα. Η ουσιαστική αυτή διάταξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην νομική σκέψη της παρούσας εξακολουθεί να είναι ισχυρή και μετά την μετατροπή της Α.Τ.Ε.
σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία με το ν. 2076/1992 και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα άρθρο 20) και στην ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1), στην οδηγία 89/646/ΕΟΚ και στην περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού διάταξη 82 της Συνθ.ΕΚ, διότι δεν πρόκειται για δικονομικά προνόμια, τα οποία πράγματι θεωρούνται πλέον ανίσχυρα. Επομένως η πρώτη καθ' ης η ανακοπή (και ήδη πρώτη εφεσίβλητη) προηγείτο της ανακόπτουσας (και ήδη εκκαλούσας) στην κατάταξη ως ενυπόθηκη αναγγελθείσα δανείστρια.
Τα ίδια έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται και αφορούν, την με αριθμό κατάθεσης .../12-7-2010 ανακοπή. Επομένως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγος της εφέσεως ως προς το οικείο σκέλος του, με το οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα και συγκεκριμένα, ότι το άρθρο 12 του ν. 4332/1929, που παρέχει στην Αγροτική Τράπεζα το δικαίωμα να εγγράφει μονομερώς υποθήκη με βάση τη δανειακή σύμβαση αντίκειται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ και οι υποθήκες της είναι άκυρες πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμός.
Περαιτέρω η απλούστευση της διαδικασίας εγγραφής των υποθηκών υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας, με την απαλλαγή από επιπλέον έξοδα και τέλη, τόσο της εν λόγω Τράπεζας όσο και του οφειλέτη αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων αυτών και δικαιολογείται από τον κοινωφελή σκοπό και δη την επικουρία του Κράτους στην ενάσκηση της γεωργικής πολιτικής του, τον οποίο πρωτίστως η ΑΤΕ επεδίωκε και δεν απεκδύθηκε μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία και την διεύρυνση των δραστηριοτήτων της.
Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγο ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα επικουρικά ισχυρίζεται, ότι ήταν άκυρες οι έγγραφές υποθήκης της καθ' ης η ανακοπή επί των επιδίκων ακινήτων, διότι δεν καταβλήθηκαν τα αναλογούντα τέλη για την εγγραφή τους στο Υποθηκοφυλακείο Δράμας. Επιπλέον δε η έλλειψη του στοιχείου αυτού δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αβεβαιότητα, ως προς το ασφαλιζόμενο χρέος ούτε ως προς το ύψος αυτού.
Επομένως η παράλειψή του δεν καθιστά άκυρη την εγγραφή, κατά την διάταξη του άρθρου 1329 Α.Κ..". Με βάση δε και τις τελευταίες αυτές παραδοχές το Εφετείο, στη συνέχεια, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο, καθ' όσον αφορά το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου της από 12-7-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. …/2010) ανακοπής της, που με σχετικό λόγο εφέσεως επαναφέρθηκε ενώπιόν του, ενώ δέχθηκε, ότι είναι "βάσιμη η αιτίαση της εκκαλούσας - ανακόπτουσας, σύμφωνα με την οποία είναι άκυρη η επίμαχη διάταξη του άρθρου 12 του ν.4332/1929, που χορηγεί στην ΑΤΕ το δικαίωμα μονομερούς και ανέξοδης εγγραφής υποθήκης, με απλή προσκομιδή της δανειστικής σύμβασης, διότι αποτελεί "κρατική ενίσχυση", υπό την έννοια του άρθρου 87 Συνθ.ΕΚ, η οποία νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον "ελεύθερο ανταγωνισμό" και συναφώς παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 87 - 88 Συνθ.ΕΚ, περί ελεύθερου ανταγωνισμού", ακολούθως αντιφατικώς δέχθηκε ότι, "δεν παρατίθενται επαρκή τέτοια στοιχεία, από τα οποία να μπορεί να συναχθεί, ότι η δυνάμει μονομερούς εγγραφή υποθήκης από την ATE ΑΕ, είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αλλά ούτε και παραδοχές, από τις όποιες να μπορεί να δικαιολογηθεί το παρασχεθέν, δυνάμει του άνω νόμου, "προνόμιο", σε συνάρτηση με το σκοπό, για τον οποίο δόθηκε, ώστε να ενταχθεί στην έννοια της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 87 Συνθ.ΕΚ κρατικής ενίσχυσης, ούτε εάν η εν λόγω κρατική ενίσχυση ήταν νέα ή υφιστάμενη οπότε και δεν θα μπορούσε να την απαγορεύσει .....
Η για πρώτη φορά με το εφετήριο και τις προτάσεις της εκκαλούσας - ανακόπτουσας επίκληση τέτοιων πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί" και υπό τις παραδοχές απέρριψε τον τα αντίθετα υποστηρίζοντα σχετικό λόγο της εφέσεώς της (αναιρεσείουσας) ως αβάσιμο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που σιωπηρά είχε απορρίψει τον λόγο αυτόν ανακοπής.
Υπό το ανωτέρω περιεχόμενό του, ο πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν προέβη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να θεμελιώνεται ο ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 87 παρ. 1 και 88 ΣυνθΕΚ, απορρίψεως ως αβασίμου του πρώτου λόγου της εφέσεώς της, με τον οποίον, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, επανέφερε, απαραδέκτως συμπληρούμενο, ενώπιόν του τον σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής της, με τον οποίον προέβαλε, ότι το, από το άρθρο 12 του ν.4332/1929, προνόμιο της καθ' ης η ανακοπή και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου Αγροτικής Τραπέζης, βάσει του οποίου, με μόνη την προσκόμιση της δανειακής συμβάσεως και ανεξόδως η τελευταία ενέγραψε, προς εξασφάλιση των κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου απαιτήσεών της, από δάνεια που του χορήγησε, τις εν λόγω υποθήκες στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο του οφειλέτη της αυτού, στο πλειστηρίασμα του οποίου (ενυποθήκου ακινήτου) με τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως και κατετάγη προνομιακώς, ως ενυπόθηκη δανείστρια, τυγχάνει, απαγορευόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, κρατική ενίσχυση της αντιδίκου της αυτής και επομένως η καταταγείσα απαίτησή της δεν τυγχάνει προνομιακή ως εξασφαλισμένη με υποθήκη.
Περαιτέρω, με το οικείο μέρος του αυτού ως άνω δευτέρου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δεχόμενο ότι είναι απαράδεκτη η συμπλήρωση, με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίον τον επανέφερε ενώπιόν του, του πρωτοδίκως σιωπηρώς απορριφθέντος, σχετικού λόγου της ένδικης ανακοπής της, με τον οποίον αορίστως, κατά τις οικείες παραδοχές του Εφετείου, προέβαλε ότι το ανωτέρω προνόμιο της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τυγχάνει, απαγορευόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, κρατική ενίσχυση της αντιδίκου της αυτής, συνέπεια της οποίας είναι η μη προνομιακή κατάταξή της με τον προσβαλλόμενο πίνακα ως ενυποθήκου δανείστριας.
Και τούτο (παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου), όπως περαιτέρω προβάλλει η αναιρεσείουσα, διότι ο λόγος αυτός ανακοπής, ως συνιστών απλή άρνηση της υπάρξεως και του προνομίου της καταταγείσης απαιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, αρκούσε για το ορισμένο αυτού (λόγου ανακοπής) και έτικτε υποχρέωση της τελευταίας να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά του νόμω και ουσία αβασίμου της απαιτήσεώς της αυτής.
Τέλος, με το οικείο σκέλος του αυτού ως άνω λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 562 παρ. 2 περ. β' και γ' και 4 ΚΠολΔ, προβάλλει, επικουρικώς, τους αναιρετικούς λόγους από σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και από ισχυρισμό που αφορά την δημοσία τάξη, συνισταμένους, του μεν πρώτου στην παραβίαση από το Εφετείο των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 της ΣυνθΕΚ με την απαίτηση, κατά τα προαναφερόμενα, παραθέσεως περισσοτέρων στοιχείων από εκείνα, που απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις, του δε δευτέρου στο ότι η παραβίαση των κανόνων αυτών του κοινοτικού δικαίου αφορά την δημοσία τάξη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατ' όλα τα ανωτέρω σκέλη του είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, διότι δεν επιδρά στο απορριπτικό του σχετικού λόγου της ανακοπής της αναιρεσείουσας, διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, το ανωτέρω επίδικο προνόμιο της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, που χορηγείται αμέσως ή εμμέσως από κρατικούς πόρους και επομένως δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 87 παρ. 1 ΣυνθΕΚ, ενώ, σε κάθε περίπτωση, κι αν ακόμη θεωρηθεί ότι το προνόμιο αυτό συνιστά υφιστάμενη κρατική ενίσχυση, τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν την αρμοδιότητα να απαγορεύσουν την εφαρμογή του.
Ως δ' εκ τούτου, ο σχετικός αυτός λόγος ανακοπής, ανεξαρτήτως της αοριστίας του ή μη, δεν είναι νόμω βάσιμος, στηριζόμενος στις ανωτέρω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για την ανάγκη προβολής του κατά τρόπο ορισμένο και περαιτέρω έρευνά του κατ' ουσίαν, ώστε η, κατά παράβαση κανόνος του κοινοτικού δικαίου απόρριψή του, να λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και να ερευνάται από τον Άρειο Πάγο κατά την αναιρετική διαδικασία, ως σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ή αφορά την δημοσία τάξη.
Περαιτέρω, εν όψει των προαναφερομένων σχετικών διατάξεων και των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι στον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως δανειστών, νομίμως, κατά τα άρθρα 976 αρ. 2, 977 παρ. 1 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατετάγη οριστικώς και προνομιακώς για το ποσό των 4.587,43 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσης απαίτησής της, η καθ' ης η ανακοπή και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ως ενυπόθηκη δανείστρια, με βάση τις υποθήκες που είχαν εγγραφεί από αυτήν μονομερώς με βάση τις δανεικές συμβάσεις, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 12 του ν. 4332/1929, η οποία ειδικώς παρείχε σε αυτήν το δικαίωμα αυτό και εξακολουθεί να ισχύει και μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία με το ν. 2076/1992, το Εφετείο, απορρίπτοντας τα αντίθετα που υποστήριζε αναιρεσείουσα με τον σχετικό λόγο της ανακοπής της και επανέφερε ενώπιόν του με λόγο εφέσεως, ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 8 του ν.2076/1992 (εκ προδήλου παραδρομής η αναιρεσείουσα εσφαλμένως επικαλείται παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 6 του ίδιου αυτού νόμου).
Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα.
Εξ άλλου, εν όψει των προαναφερομένων σχετικών διατάξεων και επίσης των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι υπό τα εκτεθέντα περιστατικά και ειδικότερα, ότι: "....οι ανωτέρω υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης υποθήκες είχαν εγγραφεί από αυτήν μονομερώς με βάση τις δανεικές συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4332/1929, που παρέχει τέτοιο δικαίωμα ειδικά στην Αγροτική Τράπεζα.
Η ουσιαστική αυτή διάταξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην νομική σκέψη της παρούσας εξακολουθεί να είναι ισχυρή και μετά την μετατροπή της Α.Τ.Ε. σε ανώνυμη τραπεζική εταιρία με το ν. 2076/1992 και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα άρθρο 20) και στην ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1), στην οδηγία 89/646/ΕΟΚ και στην περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού διάταξη 82 της Συνθ.ΕΚ", με βάση τις οποίες (παραδοχές αυτές) ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον πρώτο λόγο, ως προς το οικείο μέρος του, της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίον επανέφερε ενώπιόν του τον πρωτοδίκως απορριφθέντα σχετικό δεύτερο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίον υποστήριζε τα αντίθετα, το δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 17 και 20 του Συντάγματος, ούτε εκείνες των άρθρων 6 και 17 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και, που προστατεύουν την ιδιοκτησία.
Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα.
Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2016 αίτηση της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E." , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ