128/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated128/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' εξαίρεση, αν η πρώτη κατάσχεση κηρυχθεί άκυρη, τότε η χρονική αφετηρία της προαναφερόμενης ανενέργειας θα πρέπει να αναζητηθεί στο μεταγενέστερο χρόνο της σημείωσης της επιδόσεως της επέχουσας ισχύ κατάσχεσης αναγγελίας στο περιθώριο της κατάσχεσης, σύμφωνα με το άρθρο 1006 § 4 εδ. α του ΚΠολΔ, όταν το αντικείμενο της κατάσχεσης είναι ακίνητο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 128 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 128/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "… ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ …", η οποία εδρεύει στη … Κύπρου, διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Σ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 5) ασφαλιστικού οργανισμού με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και από τον Διευθυντή του … Ταμείου Είσπραξης Εσόδων του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και 6) αυτοτελούς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ … Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, η 3η και ο 4ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, το 5ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η 6η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μασγανά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2010 ανακοπή του ήδη 5ου αναιρεσιβλήτου, την από 14-7-2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 6ης αναιρεσίβλητης, την από 11-1-2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 14-7-2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 6ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6438/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2045/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. …/4.4.2017 και …/5.4.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Ρ. τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο (13.11.2017) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στους 3η και 4ο αναιρεσίβλητους.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στην ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Η αναιρεσείουσα με την από 11.1.2010 προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ανακοπή της, την οποία είχε απευθύνει κατά των πέντε πρώτων αναιρεσίβλητων, ζήτησε να ακυρωθεί εν μέρει και να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατατάξεως πλειστηριάσματος.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6438/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανακοπή απορρίφθηκε. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 2045/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η έφεση απορρίφθηκε ως προς την τρίτη εφεσίβλητη και καθής η ανακοπή (Τράπεζα …) ως παθητικά ανομιμοποίητη διότι στη θέση της υπεισήλθε δυνάμει του άρθρου 63Δ παρ. 5 ν. 3601/2007 η έκτη αναιρεσίβλητη (Τράπεζα …).
Ομοίως, η έφεση απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη ως προς τις δύο πρώτες και το πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους. Έγινε όμως δεκτή ως προς τον τέταρτο και την έκτη αναιρεσίβλητη και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, έγινε δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη ως προς αυτούς. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από την ανακόπτουσα η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου.- Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτή πλημμέλεια ή ως προς οποίους νίκησε και επομένως ως προς αυτούς ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος.
Εν προκειμένω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται πλην άλλων και κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ …", καθώς και κατά του Σ. Σ. (3ης και 4ου καθών η ανακοπή και ήδη 3ης και 4ου αναιρεσίβλητων). Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν προσβάλλει τη διάταξη της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως προς την 3η αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη, αφού κανένα λόγο αναίρεσης περί αυτού δεν διαλαμβάνει.
Επίσης, ως προς τον 4ο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο νίκησε, δεν επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκησή της (άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ) Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στρέφεται κατά των 1ης, 2ης, 5ου και 6ης εκ των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους η αναιρεσείουσα νικήθηκε και ως προς τους οποίους επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ωστόσο, απαράδεκτα στρέφεται και κατά των 3ης και 4ου εκ των αναιρεσιβλήτων. Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ανωτέρω αναιρεσίβλητων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο είχε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο 8ο παρ. 2 ν. 4335/2015, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης (ή προσημειώσεως υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ) που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη.
Η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. Σκοπός της διατάξεως αυτής, με την οποία θεωρούνται ανενεργείς (και όχι άκυρες) οι καταχωρίσεις και εγγραφές υποθηκών κ.λπ., είναι η αποτροπή συμπαιγνιών μεταξύ οφειλέτη και τρίτων και δημιουργίας προνομίων, καθόσον με την κατάσχεση το κατασχεμένο καθίσταται κοινό υπέγγυο σε όλους τους δανειστές.
Εάν μετά την (πρώτη) κατάσχεση, που απετέλεσε το θεμέλιο έναρξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρήσει από δανειστή αναγγελία στηριζόμενη σε εκτελεστό τίτλο και τηρηθεί η προδικασία που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 972 §§ 1 και 2 εδ. 2, 973 §§ 2 και 3 και 1006 § 4 του ΚΠολΔ, οπότε έχει την ισχύ κατασχέσεως στο ήδη κατασχεμένο, το κρίσιμο χρονικό σημείο για την ανωτέρω απαγόρευση εξακολουθεί να εντοπίζεται στο χρόνο εγγραφής της αρχικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων.
Ακόμη και αν ο εκπλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε από τον ως άνω αναγγελθέντα δανειστή καθ' υποκατάσταση του αρχικού επισπεύδοντα, και πάλι δεν μετατίθεται σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα στον αποτελούντα τον εναρκτήριο χρόνο έναρξης της ισχύος της επέχουσας θέση αυτοτελούς κατάσχεσης αναγγελίας ο οποίος εντοπίζεται στην επίδοση της αναγγελίας στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας που βρίσκεται το κατασχεμένο και στη σημείωσή της στο περιθώριο της εγγραφής της (αρχικής) κατάσχεσης κατά το άρθρο 1006 § 4 εδ.
α` ΚΠολΔ. Το αντίθετο θα οδηγούσε στην καταστρατήγηση του σκοπού του άρθρου 997 § 3 του ΚΠολΔ και θα προκαλούσε, χωρίς εμφανή και εύλογη αιτία, δυσμενή και ανεπιεική αποτελέσματα για τους λοιπούς αναγγελθέντες δανειστές και κυρίως για όσους αναγγέλθηκαν πριν την επέχουσα θέση κατάσχεσης αναγγελία, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της αναγγελίας αυτών δεν είχε εγγραφεί η υποθήκη (ή προσημείωση υποθήκης) που εξασφαλίζει ειδικό προνόμιο στην αναγγελθείσα απαίτηση του μετέπειτα κατασχόντος και επισπεύδοντος.
Η ορθή ως άνω θεώρηση του ζητήματος συνάδει με την (κατά τις διατάξεις των άρθρων 972 §§ 1 και 2 εδ. 2, 973 §§ 2 και 3 και 1006 § 4 του ΚΠολΔ) αυτοτέλεια και αυτοδυναμία της αναγγελίας με ισχύ κατασχέσεως, καθώς και με τα αποτελέσματά της τα οποία συνίστανται αφενός στην έλλειψη επιδράσεως στην περαιτέρω διαδικασία της εκτέλεσης των προγενεστέρων της αναγγελίας αφανών ελαττωμάτων της (αρχικής) κατάσχεσης και αφετέρου στην απεξάρτηση της νέας (δια της αναγγελίας) κατάσχεσης η οποία καλύπτει πλέον την περαιτέρω εκτελεστική διαδικασία και διαφυλάσσει το κύρος της από τις ενδεχόμενες μεταγενέστερες βλαπτικές συμπεριφορές του αρχικά κατασχόντος.
Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τόσο σε εκείνη που η υποκατάσταση βάση έχει την αρχική κατάσχεση, όσο και σε εκείνη που ως βάση έχει την πλασματική κατά το άρθρο 1006 παρ. 4 κατάσχεση, τα αντικειμενικά όρια της κατάσχεσης είναι εκείνα της αρχικής κατάσχεσης, διότι δεν νοείται αναγγελία, η οποία με την τήρηση των προϋποθέσεων του προαναφερομένου άρθρου έχει πλασματικά τα αποτελέσματα της αυτοτελούς κατάσχεσης, χωρίς προηγούμενη κατάσχεση και, κατ' ακολουθίαν, η επέχουσα θέση πλασματικής κατάσχεσης αναγγελία δεν επεκτείνει τα όρια της αρχικής κατάσχεσης.
Εφόσον δε ειδικότερα πρόκειται για υποκατάσταση σε θέση αρχικού επισπεύδοντος, η αρχική αναγκαστική κατάσχεση είναι αυτή που στηρίζει την εκτέλεση, και όχι η αναγγελία, ακόμη και αν έχει τα προσόντα κατάσχεσης. Επομένως, η ανενέργεια των μεταγραφών ή των εγγραφών υποθήκης του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ ως έννομη συνέπεια έναντι του κατασχόντος και των αναγγελθέντων δανειστών, θα πρέπει να τοποθετείται κατά το σημείο έναρξής της με την πρώτη χρονικά εγγραφή της κατάσχεσης από τον αρχικό επισπεύδοντα.
Κατ' εξαίρεση, αν η πρώτη κατάσχεση κηρυχθεί άκυρη, τότε η χρονική αφετηρία της προαναφερόμενης ανενέργειας θα πρέπει να αναζητηθεί στο μεταγενέστερο χρόνο της σημείωσης της επιδόσεως της επέχουσας ισχύ κατάσχεσης αναγγελίας στο περιθώριο της κατάσχεσης, σύμφωνα με το άρθρο 1006 § 4 εδ. α του ΚΠολΔ, όταν το αντικείμενο της κατάσχεσης είναι ακίνητο.
Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής (997 παρ. 3 ΚΠολΔ) ως "αναγγελθέντες δανειστές", έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η, μετά την εγγραφή της κατασχέσεως στο οικείο βιβλίο μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης, θεωρούνται όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και της κατατάξεως, όχι δε μόνον εκείνοι που συμπτωματικά είχαν αναγγελθεί σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής ή της εγγραφής της υποθήκης ή της προσημειώσεως (ΟλΑΠ 6/1997).
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την …/22-12-2005 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ., ο Κ.-Λ. Κ. προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων, ιδιοκτησίας του οφειλέτη του Μ. Δ., για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων του κατ' αυτού.
Ειδικότερα, με την ανωτέρω έκθεση επιβλήθηκε κατάσχεση στις εξής ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες: α) διαμέρισμα επιφανείας 178,95 τετραγωνικών μέτρων στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού … στη …, β) διαμέρισμα επιφανείας 41 τετραγωνικών μέτρων στον τέταρτο όροφο της ανωτέρω πολυκατοικίας, και γ) θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στο υπόγειο της ίδιας πολυκατοικίας.
Στην εκτέλεση αναγγέλθηκαν 1) η δεύτερη εφεσίβλητη … Τράπεζα για απαίτηση της ύψους 1.110.624,35 ευρώ πλέον τόκων, 2) η πρώτη εφεσίβλητη … Τράπεζα για απαίτηση της ύψους 4.800.582,63 ευρώ πλέον τόκων, ασφαλιζόμενη μέχρι το ποσό των 190.755,69 ευρώ με προσημείωση υποθήκης πρώτης σειράς επί του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου και μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ με προσημείωση πρώτης σειράς επί της υπόγειας θέσης στάθμευσης, 3) η εκκαλούσα Τράπεζα … για απαίτηση της ύψους 3.236.064,07 ευρώ πλέον τόκων, ασφαλιζόμενη μέχρι το ποσό των 400.000 ευρώ με προσημείωση τρίτης σειράς επί του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, μέχρι το ποσό των 400.000 ευρώ με προσημείωση πρώτης σειράς επί του διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου και μέχρι το ποσό των 400.000 ευρώ με προσημείωση δεύτερης σειράς επί της υπόγειας θέσης στάθμευσης, 4) η Τράπεζα … (για την οποία συνεχίζει τη δίκη η έκτη εφεσίβλητη Τράπεζα …), για απαίτηση της ύψους 300.000 ευρώ, ασφαλιζόμενη με προσημείωση δεύτερης σειράς επί του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, η οποία έχει τραπεί σε υποθήκη, 5) το πέμπτο εφεσίβλητο Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.
για απαίτηση του ύψους 501.268,54 ευρώ πλέον προσαυξήσεων, και 6) ο τέταρτος εφεσίβλητος Σ. Σ. για απαίτηση του ύψους 26.610 ευρώ. Μετά από αλλεπάλληλες επισπεύσεις και ματαιώσεις, ο πλειστηριασμός επισπεύσθηκε από την Τράπεζα … βάσει αδείας, που της παρασχέθηκε με την 3919/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Οι ιδιοκτησίες πλειστηριάσθηκαν με την …/24-10-2007 έκθεση της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Θ. και απέφεραν συνολικό πλειστηρίασμα 653.441,09 ευρώ, από το οποίο 483.299,05 ευρώ είναι το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε για το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, 124.140,94 ευρώ για το διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου και 46.001,10 ευρώ για την υπόγεια θέση στάθμευσης.
Επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον 1926/16-12-2009 πίνακα κατάταξης, στον οποίο, αφού αφαίρεσε τα έξοδα της εκτέλεσης, ύψους 16.174,82 ευρώ, κατέταξε στο υπόλοιπο των 637.266,27 ευρώ, ως προνομιούχους δανειστές το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
για 541,82 ευρώ οριστικά, την … Τράπεζα για 190.755,69 ευρώ τυχαία και την Τράπεζα … για 300.000 ευρώ οριστικά, και ως εγχειρόγραφους δανειστές την Εθνική Τράπεζα για 16.632,82 ευρώ τυχαία, την … Τράπεζα για 69.036,41 ευρώ τυχαία, την Τράπεζα ... για 48.463,61 ευρώ τυχαία, την Τράπεζα … για 8.244,97 ευρώ τυχαία, το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για 3.192,44 ευρώ τυχαία και το Σ.
Σ. για 398,51 ευρώ τυχαία..." Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ισχυρίσθηκε ότι οι ανωτέρω τρεις εμπρόθεσμα αναγγελθείσες απαιτήσεις της πρέπει να καταταγούν προνομιακά, με την αποβολή των εγχειρόγραφων δανειστών (… Τράπεζας, … Τράπεζας, Τράπεζας …, Σ.
Σ. και Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ), διότι προς εξασφάλισή τους ενέγραψε την 26-1-2006 τρεις προσημειώσεις υποθήκης (μέχρι το ποσό των 400.000 ευρώ η κάθε μία) αντίστοιχα επί των τριών κατασχεμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών, που πλειστηριάσθηκαν. Προς τούτο επικαλείται ότι η εγγραφή των τριών ως άνω προσημειώσεών της συντελέστηκε μεν σε χρόνο μεταγενέστερο της εγγραφής της (αρχικής) κατάσχεσης, που έγινε την 23-12-2005, πλην όμως σε χρόνο προγενέστερο της από 17-4-2007 (επέχουσας θέση αυτοτελούς κατασχέσεως) αναγγελίας της Τράπεζας … η οποία σημειώθηκε στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου … την 25-4-2007, ενόψει του ότι τα ακίνητα εκπλειστηριάσθηκαν με επίσπευση αυτής (Τράπεζας …) που υποκαταστάθηκε στη θέση του αρχικού επισπεύδοντος Κ.
Κ.. Επικουρικά, θεμελίωσε το αίτημά της για προνομιακή κατάταξη στο γεγονός ότι, και αν ακόμη θεωρηθεί κρίσιμος ο χρόνος της (αρχικής) κατάσχεσης, οι ανωτέρω εγχειρόγραφοι δανειστές αναγγέλθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της εγγραφής των προσημειώσεών της και επομένως μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτών η εγγραφή των προσημειώσεων και το ειδικό προνόμιο που συνεπάγονται.
Σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν είναι νόμιμος και ως προς τις δύο βάσεις του. Ως προς μεν την κύρια διότι, σε περίπτωση αναγγελίας με ισχύ αυτοτελούς κατάσχεσης, το κρίσιμο χρονικό σημείο για την ανενέργεια των μεταγραφών ή των εγγραφών υποθήκης του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ έναντι του κατασχόντος και των αναγγελθέντων δανειστών τοποθετείται στην πρώτη εγγραφή της κατάσχεσης από τον αρχικό επισπεύδοντα, ως προς δε την επικουρική βάση διότι ως αναγγελθέντες δανειστές, έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η εγγραφή προσημείωσης που έγινε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, εννοούνται όλοι οι δανειστές, που αναγγέλθηκαν νόμιμα, και όχι μόνον εκείνοι που αναγγέλθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της εγγραφής της προσημείωσης.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ως μη νόμιμο το λόγο αυτόν της ανακοπής ως προς τις δύο βάσεις του και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε από ουσιαστική άποψη τον αντίθετο πέμπτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 997 παρ. 3, 972, 973, 1006 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως είχαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο 8ο παρ. 2 ν. 4335/2015 και γι' αυτό και οι δύο λόγοι του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσίβλητων σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Οκτωβρίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2045/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των πρώτης (... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ), δεύτερης (… ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ), πέμπτου (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και έκτης (ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΕ) αναιρεσίβλητων τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ για τον καθένα.- Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ