128/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated128/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων Υπουργών, στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 128 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 128/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νπδδ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Ζωγράφου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ., 2.Κ. Φ., 3. Κ. Α., 4.Κ. Θ., 5. Τ. Φ., 6.Μ. Κ., 7.Β. Ε., 8. Χ. Α., απάντων κατοίκων ... ως εκ της υπηρεσίας τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 770/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 2392/2011 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.
Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 89 του Ν. 2084/ 1992 παρασχέθηκε η δυνατότητα στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να αναθέτουν σε ιδιώτες την είσπραξη των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μισθώσεως έργου, η αμοιβή δε του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων. Η διαδικασία της ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της συμβάσεως έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττομένων ποσών, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου, ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις παραπάνω αποφάσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ και των παρ. 1 εδ. β`, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις, στην σύμβαση μισθώσεως έργου ορίζεται, ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή του με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών, η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας, η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μισθώσεως έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται και ότι τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση μισθώσεως έργου δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και άδεια και επίδομα άδειας.
Η τελευταία αυτή διάταξη τέθηκε εκ περισσού και προφανώς προς άρση κάθε αμφιβολίας, αφού επί συμβάσεως μισθώσεως έργου δεν νοείται, πέραν της εργολαβικής αμοιβής, η καταβολή στον ανάδοχο και δώρων εορτών κ.λπ. Στη συνέχεια μεταβλήθηκε το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς και με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 ορίζεται ότι, για την σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων Υπουργών, στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου.
Ορίζεται επίσης ότι, σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη. Ότι για την σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.
Ότι ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς, κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο, χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ακολούθως, με το άρθρο 78 του Ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της εισπράξεως των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες και ότι η είσπραξη των εισφορών αυτών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία (δικαστήρια), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006, ΑΠ 1073/2014). Από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/ 1920, άρθρο 11 ΑΝ. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου αυτού, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως έργου ή συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 7 και 8/2001,ΑΠ 1073/2014), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 1073/2014).
Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18- 4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ1073/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1073/2014, ΑΠ 1165/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ή 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) προσελήφθησαν από το εκκαλούν (εναγόμενο ΝΠΔΔ), ο πρώτος Κ. Κ. στις 27.04.1991, οι δεύτερος Φ. Κ., τρίτος Α. Κ., τέταρτος Θ. Κ., πέμπτη Φ. Τ. και έκτος Κ.
Μ. στις 3.9.1993 και οι έβδομος Ε. Β. και όγδοη Χ. Α. στις 18.3.1995 με συμβάσεις, οι οποίες είχαν χαρακτηρισθεί από το εκκαλούν ως συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, διαρκείας ενός έτους, προκειμένου να απασχοληθούν ως επιμελητές εισπράξεως ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και καθυστερούμενων, μετά των τελών καθυστερήσεως και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 και αντί αμοιβής, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί του ύψους των πραγματοποιούμενων εισπράξεων και σε ποσοστό 10 % επί της εισφοράς εγγραφής για κάθε αναγραφόμενο επαγγελματία ή βιοτέχνη.
Οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και την κατά το έτος 2000 κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δυνάμει της υπ αριθμ. ΔΙΔΙΟΙΚ//Φ.92/1/21.3.2001 αποφάσεως της Διεύθυνσης Διοικητικού του εκκαλούντος σύμφωνα με, διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4, 5, 6, 7 και 8 του Ν. 2839/2000.
Οι επίδικες συμβάσεις στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού οι εφεσίβλητοι τελούσαν υπό το καθεστώς της εξαρτήσεως από απόψεως τόπου, τρόπου και χρόνου παροχής της εργασίας τους, υποκείμενοι στον έλεγχο των αρμοδίων Οργάνων του εκκαλούντος. Τούτο, δε, διότι στα καθήκοντά τους ανάγονταν ειδικότερα τα εξής:
α) απέδιδαν καθημερινά στην αρμόδια Υπηρεσία του εκκαλούντος τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας και αγόραζαν. ένσημα ίσης αξίας, β) παρέδιδαν ονομαστική κατάσταση αυτών που κατέβαλαν τις εισφορές τους, δελτίο εισπράξεων εισφορών και δελτίο αγοράς ενσήμων με συμπληρωμένες τις σχετικές ενδείξεις, γ) τηρούσαν κατάσταση, που ανέγραφε τις ημερομηνίες, που διέρχονταν από τα καταστήματα των ασφαλισμένων και εκείνων, που αρνούνταν την καταβολή των εισφορών, δ) ήταν υποχρεωμένοι να παρίστανται στο Δικαστήριο ως μάρτυρες όταν εκδικάζονταν υποθέσεις καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών του εκκαλούντος, ε) παρείχαν πληροφορίες στους ασφαλισμένους, σχετικά με τις παροχές του Ταμείου για συνταξιοδοτικά θέματα, ενημερώνονταν επί των εγκυκλίων διαταγών της υπηρεσίας, έκαναν εξακριβώσεις, διαγραφές, επανεγγραφές και εγγραφές νέων ασφαλισμένων και καταχωρούσαν τις εισφορές τους στις καρτέλες των ασφαλισμένων.
Κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν υποχρεωμένοι να προσέρχονται πρωί στα γραφεία του εκκαλούντος, υπέγραφαν παρουσιολόγιο, εκτελούσαν δύο με δυόμισι ώρες εργασία γραφείου και ακολούθως αναχωρούσαν για τον τομέα ευθύνης τους, απασχολούμενοι όλες τις πρωινές τουλάχιστον ώρες λειτουργίας των καταστημάτων.
Εξάλλου, και ο τρόπος εκτέλεσης της εργασίας των εφεσίβλητων ήταν επακριβώς καθορισμένος με την εργασία γραφείου, που προαναφέρθηκε και την ακολούθως είσπραξη εισφορών, επικόλληση σχετικών ενσήμων, τη χρονολόγηση και την υπογραφή τους από αυτούς και τους ασφαλισμένους σε ειδική στήλη καθώς και με την τήρηση των προαναφερομένων καταστάσεων.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι εφεσίβλητοι ακολουθούσαν τις εγκύκλιες διαταγές, οδηγίες του εκκαλούντος, δέχονταν οποτεδήποτε και αποφασιστικά τον έλεγχο των οργάνων του, ο οποίος επικεντρωνόταν στη συνεχή και επισταμένη επιμέλεια περί την εκτέλεση της εργασίας τους και υπόκειντο στον πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση αδικαιολόγητη ς βραδύτητας περί την εκτέλεση της υπηρεσίας τους με κορύφωση την δυνατότητα του εκκαλούντος να καταγγείλει αζημίως τις συμβάσεις εργασίας τους.
Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και στο ΤΕΑΠΟΚΑ. Ουσιαστικά δηλαδή οι εφεσίβλητοι είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε και το μόνιμο προσωπικό του εκκαλούντος, κατά παράβαση της σχετικής διατάξεως του άρθρου 15 του ν. 1735/1987. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου αποτελεί. το γεγονός ότι, από το έτος 1997, οπότε άλλαξε ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και γινόταν πλέον μηχανογραφικά με επιταγές μέσω των ΕΛΤΑ, οι εφεσίβλητοι τοποθετήθηκαν στην εσωτερική υπηρεσία του εκκαλούντος στα μηχανογραφικά τμήματα, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι, παρέχοντες την ίδια με αυτούς υπηρεσία και τηρώντας το συγκεκριμένο ωράριο της υπηρεσίας τους, η δε προσέλευση και αποχώρησή τους ελεγχόταν με την υπογραφή του βιβλίου παρουσίας και.
αποχώρησης, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι. Υπέρ της απόψεως ότι οι εφεσίβλητοι συνδέονταν με τον εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας συνηγορεί και το γεγονός ότι ήδη οι εφεσίβλητοι κατατάχθηκαν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με το υπ' αριθμ. ΔΔ/Φ.142/7/11.04.2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού του εκκαλούντος σε μισθολογικά κλιμάκια και τους χορηγήθηκε χρονοεπίδομα, αφού αναγνωρίσθηκε ότι ο συνολικός χρόνος των συμβάσεων έργου των εφεσίβλητων έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα μάλιστα με την ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 εδ. β του ιδίου άνω νόμου ο χρόνος των συμβάσεων μισθώσεως έργου των εφεσίβλητων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν υπήρχε απλή σχέση εργασίας ενόψει του άρθρου 103 περ. 2β του Συντάγματος και όχι έγκυρη σύμβαση, οι εφεσίβλητοι δικαιούνταν να λάβουν δώρα εορτών και επίδομα και αποδοχές αδείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 Ν. 45040/1966, 1 παρ.
Ι Ν. 1082/1980 και ΥΑ 19041/1941 ( ΑΠ 797/2008). Με βάση τα ανωτέρω οι εφεσίβλητοι δικαιούνται τα αιτούμενα ποσά για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας καθώς και για δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) για τα έτη 1998 και 1999, τα οποία ανέρχονται συνολικώς για έκαστο εξ αυτών στο ποσό των 5.282,48 ευρώ, ως προς το ύψος και τρόπο υπολογισμού του οποίου δεν προβάλλεται κάποια αιτίαση εκ μέρους του εφεσίβλητου".
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνδεόμενοι με τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, εδικαιούντο να λάβουν δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας για τα έτη 1998 και 1999, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υπήρχε απλή σχέση εργασίας και όχι έγκυρη σύμβαση, εδικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της ΥΑ 19040/1981, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966.
Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση (285/2003 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, υπό τα γενόμενα δεκτά από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι επίδικες συμβάσεις, καταρτισθείσες πριν από την προσθήκη των παραγράφων 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος (18-4-2001) και την ισχύ της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001) προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, ήταν, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους, κατά νομοθετική επιταγή, ως συμβάσεων μισθώσεως έργου.
Επομένως, όλες οι αντίθετες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχθέν ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ότι εδικαιούντο να λάβουν δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας για τα έτη 1998 και 1999, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, καθόσον απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις του αναιρεσείοντος, με συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και τις εκδοθείσες σχετικές αποφάσεις του Διοικητή του αναιρεσείοντος, ήταν η διαπίστωση ότι οι προηγούμενες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων ήταν γνήσιες συμβάσεις έργου, αφού χωρίς την διαπίστωση αυτή δε θα ήταν δυνατή η κατάταξή τους, ενώ από τις διατάξεις, ειδικότερα, της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2839/ 2000, που ορίζουν ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας τους θέσης από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν συνάγεται αντίθετη κρίση αναφορικά με τον χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης των αναιρεσιβλήτων και με το δικαίωμά τους να λάβουν δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας για το προηγούμενο της κατάταξής τους χρονικό διάστημα, καθόσον τα οριζόμενα με τις διατάξεις αυτές δεν έχουν την έννοια ότι παράγονται αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά ότι ο χρόνος που διανύθηκε με τις συμβάσεις μισθώσεως έργου θεωρείται ότι έχει διανυθεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας για την θεμελίωση μισθολογικών δικαιωμάτων μόνο στο μέλλον.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον η κατά το Ν. 2839/2000 κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ουδεμία ασκεί επιρροή ως προς τον χαρακτηρισμό των επίδικων συμβάσεων, τις οποίες ορθά, όπως προαναφέρθηκε, και με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο της ουσίας χαρακτήρισε ως εξαρχής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος (Ο.Α.Ε.Ε.), για αναίρεση της 2392/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ