128/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated128/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έναντι του οποίου είχαν καταβληθεί στον εναγόμενο πωλητή (αναιρεσείοντα) 10.000.000 δρχ.", δεν απορρέει δεδικασμένο αναφορικά με το ύψος του συμφωνημένου τιμήματος και του οφειλομένου υπολοίπου της παραπάνω αγοραπωλησίας, η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 128 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 128/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σαρακενίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Τ. του Π. και 2Β. Γ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαΐου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40859/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2210/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ.... και .../1-7-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 10-10-2012 και με αριθμ.καταθ.227/12 αίτησης αναίρεσης με την υπ'αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη αναφερoμένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-11-2013) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα προς τους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν την προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση και επομένως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών.
Από τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, προκύπτει ότι, σε περίπτωση, που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/96, Ολ.ΑΠ 16/90 ΑΠ 1586/2008). Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν ακόμη δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η τελευταία, αρκεί να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ'αυτών. (ΑΠ 2148/07). Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που προσβάλλεται μ'αυτήν η 40859/09 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί εφέσεως κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2210/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά. Δεν αφορά, συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους για την υποβοήθηση της κρίσεως του δικαστηρίου επί του δικαιώματος, για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 1550/10, ΑΠ 1125/08).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το αρθ. 559 αρ.16 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι, από την υπ' αριθμ. 1569/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την [από 10-11-2003 και με αριθμ. καταθ. 41106/2003] αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την καταψήφιση του τελευταίου στην προς αυτόν καταβολή του ποσού 66.252,67 ευρώ, που αποτελούσε το αντικείμενο διαδοχικών συμβάσεων δανείου, με την αιτιολογία ότι "δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση των επικαλουμένων δανειακών συμβάσεων αλλά ότι οι οικονομικές δοσοληψίες των διαδίκων ως μόνη αιτία είχαν το οφειλόμενο εκ μέρους του ενάγοντος (α'αναιρεσιβλήτου) υπόλοιπο (11.000.000 δρχ.) του τιμήματος αγοραπωλησίας που είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 21.000.000 δρχ.
έναντι του οποίου είχαν καταβληθεί στον εναγόμενο πωλητή (αναιρεσείοντα) 10.000.000 δρχ.", δεν απορρέει δεδικασμένο αναφορικά με το ύψος του συμφωνημένου τιμήματος και του οφειλομένου υπολοίπου της παραπάνω αγοραπωλησίας, η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος αφού η παραπάνω κρίση της απόφασης αυτής, αναφερομένη σε έννομη σχέση (σύμβαση αγοραπωλησίας) που δεν αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου στη δίκη εκείνη δικαιώματος (σύμβαση δανείου), αλλά προβλήθηκε από τον εκεί εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα (ως αιτιολογημένη άρνηση) για την υποβοήθηση της κρίσης του δικαστηρίου επί του ζητήματος (δάνειο) στο οποίο αφορούσε ο διεξαγόμενος τότε δικαστικός αγώνας, δεν αποτελεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεδικασμένο για το αμφισβητούμενο στην ένδικη δίκη ζήτημα του ακριβούς ύψους του συμφωνημένου τιμήματος και του οφειλομένου υπολοίπου.
Από τις διατάξεις του άρθρου 312 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική απόφαση αποτελεί, έναντι πάντων, πλήρη απόδειξη για την κρίση που εξέφρασε σ' αυτήν το δικαστήριο αναφορικά με την ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης που αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης όχι όμως και για τη γνώμη που έχει αυτό εκφέρει για έννομη σχέση που συνιστά αποδεικτέο γεγονός άλλης δίκης, ως προς το οποίο δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη αλλά η αποδεικτική της δύναμη είναι η ίδια με των λοιπών δικαστικών τεκμηρίων και των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων (ΑΠ 650/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, εκτιμώμενη ελεύθερα από το δικαστήριο, κάθε άλλη ομολογία γενομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 264/09, ΑΠ860/11, ΑΠ11/2004) καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 414/2000).
Εάν η επικαλούμενη εξώδικη ομολογία περιέχεται σε προτάσεις που έχουν υποβληθεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου πρέπει αυτές να προσκομίζονται ενώπιον του δικαστηρίου που προβάλλεται η εν λόγω εξώδικη ομολογία και να γίνεται επίκληση των προτάσεων αυτών (ΑΠ 414/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του αρθ.559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται δε στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναιρέσεως, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.
Όταν όμως τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατά τον κανόνα που προβλέπει η διάταξη του αρθ. 340 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 109/2008). Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το αρθ. 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον εκτίμησε ελεύθερα α) την εκφρασθείσα με την παραπάνω 1569/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης γνώμη περί του ύψους του συμφωνημένου τιμήματος της ένδικης αγοραπωλησίας και του οφειλομένου υπολοίπου χωρίς να δεχθεί ότι αυτή αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα (2ος λόγος) και β) την, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου που διαλαμβάνεται 1) στην από 20-1-06 έφεση κατά της 36242/05 απόφασης του Μον.
Πρωτ. Θεσ/νίκης, που εκδόθηκε επί συναφούς, προς την υπό κρίση δίκη, υπόθεσης, 2) στις από 16-2-07 έγγραφες προτάσεις αυτού που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της παραπάνω έφεσης και 3) στο από 19-10-2004 σημείωμα που κατέθεσε αυτός ενώπιον του Μονομελούς Πρωτ. Θεσ/νίκης κατά την εκδίκαση υπόθεσης ασφαλιστικών μέτρων (3ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ο μεν δεύτερος ως αβάσιμος, καθόσον, η διαληφθείσα στην εν λόγω τελεσίδικη απόφαση γνώμη αναφέρεται σε έννομη σχέση (σύμβαση πώλησης) η οποία δεν αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης εκείνης (σύμβαση δανείου) αλλά ούτε και αναγκαία προϋπόθεση αυτού (οπότε θα αποτελούσε δεδικασμένο) και επομένως δεν έχει την οριζόμενη από το αρθ. 312 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης, αλλά αυτήν του αρθ. 340 ΚΠολΔ (ελεύθερη εκτίμηση) μη ιδρυομένου συνακολούθως του, κατ' ορθή εκτίμηση, προβαλλομένου, από το άρθ. 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, ο δε τρίτος ως απαράδεκτος καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι πρόκειται περί δικαστικής ομολογίας, η οποία όμως (προϋπόθεση) δεν συντρέχει, αφού η διαλαμβανομένη στα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα ομολογία αποτελεί εξώδικη ομολογία η οποία, εκτιμώμενη ελευθέρα από το δικαστήριο, δεν ελέγχεται αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο.
Από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, 258/2013).
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "χωρίς αιτιολογία άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες" της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του ύψους του τιμήματος της ένδικης σύμβασης πωλήσεως και της χωρήσασας εξόφλησης, που προϋποθέτει η εφαρμογή του άρθρου 416 και 513 ΑΚ, δέχθηκε, εσφαλμένως, "ότι αυτό συμφωνήθηκε στο ποσό των 15.000.000 αντί 21.000.000 δρχ. και ότι έχει τμηματικώς εξοφληθεί".
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία του κρισίμου ως άνω ζητήματος, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. .../16-9-1988 προσύμφωνο πώλησης ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Μπουλάκη - Θεοδωρίδου, ο εκκαλών (αναιρεσείων) υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, παραδώσει και μεταβιβάσει κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής στη δεύτερη εφεσίβλητη, (αναιρεσίβλητη) έναν αγρό έκτασης 1.414, 71 τμ, ο οποίος βρίσκεται στη θέση … ή … του Δήμου Πυλαίας του Νόμου Θεσσαλονίκης, έναντι αναγραφόμενου τιμήματος 3.000.000 δρχ. ...
Οι διάδικοι συνομολογούν ότι το τίμημα των 3.000.000 δραχμών που αναγράφηκε στα ως άνω συμβόλαιο δεν ήταν το πραγματικό αλλά μέρος αυτού. Πλην όμως ο εκκαλών (αναιρεσείων) υποστηρίζει ότι το πραγματικό τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 21.000.000 δραχμών και οι εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι) στο ποσό των 15.000.000 δραχμών.
Περαιτέρω ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι, έναντι του υπολοίπου τιμήματος των 18.000.000 δραχμών οι εφεσίβλητοι του κατέβαλαν 7.000.000 δραχμές τμηματικά και συγκεκριμένα 5.500.000 δραχμές το έτος 1994 και άλλα 1.500.000 δραχμές σε άλλα διαστήματα χωρίς να εξειδικεύεται πότε ακριβώς και συνεπώς του οφείλεται το υπόλοιπο των 11.00.000 δραχμών ή 32.281,73 ευρώ, το οποίο ο πρώτος εφεσίβλητος σύζυγος της αγοράστριας υποσχέθηκε να το καταβάλει τμηματικά, ευθυνόμενος εις ολόκληρον μ' αυτήν, χωρίς όμως να προσδιορίζονται οι δόσεις, η ημέρα καταβολής τους, αλλά και ο χρόνος πλήρους εξόφλησης του.
Αντίθετα οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι το πραγματικό τίμημα που ανέρχονταν στο ποσό των 15.000.000 δραχμών, καταβλήθηκε στον πωλητή τμηματικά, ήτοι κατά το ποσό των 12.000.000 δραχμών πριν από την κατάρτιση του προσυμφώνου και το ποσό των 3.000.000 δραχμών κατά την κατάρτιση του και συνεπώς ουδέν του οφείλουν ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το πραγματικό συνολικό τίμημα που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ανέρχονταν στο ποσό των 15.000.000 δραχμών. Αυτό καταβλήθηκε στον πωλητή από τους εφεσίβλητους τμηματικά κατά το ποσό των 12.000.000 δραχμών πριν και κατά το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 δραχμών κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου.
Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του προσυμφώνου, στο οποίο όχι μόνο δεν αναφέρεται ότι η αγοράστρια οφείλει κάποιο ποσό στον πωλητή, αλλά αντίθετα αναφέρεται ότι ο τελευταίος έδωσε σ' αυτήν την εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει στον εαυτό της την κυριότητα, νομή και κατοχή του εν λόγω ακινήτου με αυτοσύμβαση και μάλιστα οποτεδήποτε το θελήσει άνευ κλητεύσεώς του.
Εάν δε είχε καταβληθεί μόνο ένα μικρό μέρος του τιμήματος, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών, τότε για το υπόλοιπο που απέμενε θα είχε ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων συγκεκριμένη ημερομηνία εξόφλησης του, είτε με το προσύμφωνο είτε με την κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού- αντεγγράφου, ώστε να υπάρχει εξασφάλιση του πωλητού για την ικανοποίηση της απαίτησης του.
Τέτοιο δε ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο δεν υποστηρίζει ο εκκαλών ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Άλλωστε, εάν πράγματι δεν είχε εξοφληθεί το τίμημα πριν τη σύνταξη του προσυμφώνου, ασφαλώς και δεν θα συναινούσε ο εκκαλών στον όρο που τέθηκε σ' αυτό περί δυνατότητας αυτοσύμβασης της δεύτερης εφεσίβλητης και μάλιστα χωρίς να τον ειδοποιήσει, αφού γνώριζε ότι με τον τρόπο αυτό θα απεμπολούσε κάθε δικαίωμα επί του ακινήτου του χωρίς προηγουμένως να έχει διασφαλιστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την είσπραξη του τιμήματος.
Η κρίση αυτή ενισχύεται από το ότι: 1) Αντίκειται στους κανόνες της κοινής λογικής και στη συνήθη συναλλακτική πρακτική να επαφίεται ο πωλητής στην διάθεση και στη βούληση του αγοραστή για τον τρόπο και το χρόνο εξόφλησης του τιμήματος. 2)0 εκκαλών - πωλητής ενώ υποστηρίζει ότι από το έτος 1988 ανέμενε τους εφεσίβλητους να του καταβάλουν το τίμημα έως το έτος 1994, οπότε του κατέβαλαν και πάλι ένα μικρό μέρος και εν συνεχεία μέχρι και το έτος 2002, οπότε και του δήλωσαν ρητά ότι δεν θα καταβάλουν το υπόλοιπο, κατέθεσε την υπό κρίση αγωγή του στις 27-6-2008 δηλαδή 6 περίπου έτη μετά την κατά δήλωση του ρητή διαβεβαίωση που είχε από τους αντιδίκους του ότι δεν θα τον εξοφλήσουν. 3)Ενώ αυτός υποστηρίζει πως οι εφεσίβλητοι του υποσχέθηκαν εκ νέου ότι θα του καταβάλουν το υπόλοιπο τίμημα, δηλαδή 11.000.000 δραχμές το έτος 1996, όταν θα εισέπρατταν αποζημίωση από την απαλλοτρίωση του ακινήτου και ότι αν και την εισέπραξαν ωστόσο και πάλι αθέτησαν τις υποχρεώσεις τους, κατέθεσε την υπό κρίση αγωγή του στις 27-6-2008 δηλαδή 12 περίπου έτη από την είσπραξη της αποζημίωσης και την αθέτηση της υποχρέωσης εξόφλησης του.
Και 4) το ποσό των 5.500.000 δραχμών που ο πρώτος εφεσίβλητος κατέβαλε στην εκκαλούντα, έξι περίπου έτη μετά την από 16-9-1988 κατάρτιση του ως άνω υπ' αριθμ. .../16-9-1988 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Μπουλάκη -Θεοδωρίδου, και το οποίο εξόφλησε διά της ισόποσου υπ' αριθμ. ...
επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εκδόσεως του στις 10-5-1994, δεν το κατέβαλε έναντι του τιμήματος της ένδικης πώλησης, αλλά όπως δέχτηκε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 37.611/2010 οριστική απόφαση του που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι εφεσίβλητοι, καταβλήθηκε για άλλη αιτία.
Ενόψει δε όλων αυτών η ως άνω κρίση δεν μπορεί να ανατραπεί από το ότι: 1) Η αγοράστρια, παρότι εξόφλησε ολοσχερώς το τίμημα κατάρτισε το προαναφερθέν προσύμφωνο και όχι απευθείας οριστικό συμβόλαιο αγοράς. 2) Ο μάρτυρας ανταπόδειξης και υιός των εφεσίβλητων Π. Τ. του Γ., όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμ. 36.242/2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο εκκαλών, κατέθεσε ενόρκως στις 22-9-2005 ενώπιον του ακροατηρίου του ως άνω Δικαστηρίου, σε δίκη κατά την οποία εκδικάστηκε αγωγή εκ δανείου του πρώτου εφεσίβλητου κατά του εκκαλούντος, ότι η μητέρα του αγόρασε το εν λόγω ακίνητο από τον εκκαλούντα το έτος 1988 αντί 10.000.000 δραχμών, ποσό το οποίο καταβλήθηκε πριν από την υπογραφή του προσυμφώνου, ενώ στην προκειμένη δίκη αναβιβάζει το τίμημα του εν λόγω ακινήτου στο συνολικό ποσό των (12.000.000 δραχμές που καταβλήθηκε πριν και 3.000.000 δραχμές, που καταβλήθηκαν κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου) 15.000.000 δραχμών.
Και 3) από το ότι οι διάδικοι εκτός από πνευματική συγγένεια αφού ήταν κουμπάροι, είχαν και φιλικές σχέσεις, οι οποίες όμως δεν δικαιολογούν τις παραλείψεις του εκκαλούντος να προστατεύσει την περιουσία του με την μεταξύ αυτού και των αντιδίκων του κατάρτιση εγγράφου, στο οποίο να αναφέρεται η οφειλή τους, ούτε και τη βραδύτητα του στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής".
Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα του ύψους του συμφωνημένου τιμήματος και της χωρησάσας εξόφλησης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως την ελάσσονα πρόταση του πραγματικού (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου (416 και 513 ΑΚ) και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ώστε να ελέγχεται αρνητικά η προβαλλόμενη αιτίαση.
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ. 11 περ. γ' προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ. ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 481/2013). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 495/2013). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες, πραγ/νη, αυτοψία, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) (ΑΠ 495/2013). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 835/2013, ΑΠ 481/2013, ΑΠ 179/2013).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το αρθ. 559 αρ. 11 γ αιτίαση και αλυσιτελώς εκείνη από τον αριθμό 10 του αρθ.559 του ΚΠολΔ με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος τα απ' αυτόν, μετ' επικλήσεως, προσκομισθέντα προς απόδειξη της αγωγής του και ειδικότερα του ακριβούς ύψους του τιμήματος της ένδικης αγοραπωλησίας, έγγραφα που αναφέρονται στην, με τον τρίτο ως άνω λόγο προβαλλόμενη αιτίαση, δεχθείσα, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του ακριβούς ύψους του τιμήματος της ένδικης αγοραπωλησίας, ότι αυτό ανερχόταν στο ποσό των 15.000.000 δρχ., παρά την αντιθέτως προκύπτουσα από τα παραπάνω έγγραφα απόδειξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα με τη γενική μνεία τα λήψης υπόψη "όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα" από την οποία, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης απόφασης) δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία περί του ότι τα εν λόγω έγγραφα συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτίαση του ερευνώμενου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο, αναφορικά με το ύψος του συμφωνημένου τιμήματος, πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 1127/13).
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων, και, ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, διατασσομένης της εισαγωγής του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ.495 παρ.4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2012 αίτηση αναίρεσης των 2210/2011 και 40859/2009 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ