Legislator Case Law & Legislation
128/2012 AI generated

128/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 128/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Οι επίδικες αξιώσεις έχουν διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, αφού αναφέρονται σε διαφορές αποδοχών για το μεταγενέστερο, από 1.1.1998 μέχρι 30.11.1999, χρονικό διάστημα, με βάση την από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας ορίστηκε να αρχίζει την 1.1.1998 και η οποία είναι διαφορετική εκείνης που εφαρμόστηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Ο μη περιλαμβανόμενος στην ιστορική βάση της αγωγής ισχυρισμός, με τον οποίο προστίθεται νέα βάση, προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο.

Legislator headnote

AI generated

128/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους µέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν.1876/1990), όχι µόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του µισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Keywords

AI generated
hospital stay co-payment hospital and medical care hospital cost reimbursement rules on cover contract for medical treatment mutuality in health insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 128 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Οι επίδικες αξιώσεις έχουν διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, αφού αναφέρονται σε διαφορές αποδοχών για το μεταγενέστερο, από 1.1.1998 μέχρι 30.11.1999, χρονικό διάστημα, με βάση την από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας ορίστηκε να αρχίζει την 1.1.1998 και η οποία είναι διαφορετική εκείνης που εφαρμόστηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Ο μη περιλαμβανόμενος στην ιστορική βάση της αγωγής ισχυρισμός, με τον οποίο προστίθεται νέα βάση, προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο.

Αριθμός 128/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2333/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6346/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-12-2004 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 137/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-6-2011 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321,322,324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείµενο της νέας δίκης, που διεξάγεται µεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όµως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώµατος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νοµικό ζήτηµα µε αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά το κρίσιµο για την µεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει µεταβολή του νοµικού καθεστώτος, που διέπει την έννοµη σχέση ή τις έννοµες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νοµικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννοµες συνέπειες, όπως είναι η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού, ως έννοµες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννοµης σχέσεως, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιµο χρόνο, θα παραµείνει αναλλοίωτο και στο µέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτηµα για τις επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας διέπεται από πλέγµα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο µέλλον από παρόµοιες µελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο µέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέµεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες µε νεότερη αγωγή επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού, που γεννήθηκαν σε µεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστηµα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους µέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν.1876/1990), όχι µόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του µισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Εποµένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ µεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισµένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών µεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστηµα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολοµ.ΑΠ 10/2002).

Περαιτέρω, µε την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική µε την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθµίστηκαν οι όροι αµοιβής και εργασίας του απασχολούμενου µε σχέση εργασίας ιδιωτικού προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων, νοσοκομείων κλπ του Δηµοσίου, ΝΠΔΑ και ΟΤΑ και µε τον όρο 32 αυτής καθορίστηκαν τα κατώτερα όρια των βασικών ημερομισθίων και των βασικών µηνιαίων µισθών των ηλεκτροτεχνιτών, που εργάζονται στα εν λόγω νοσηλευτικά ιδρύµατα κλπ, ενώ µε τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αµοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την ΑΥΕ 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού µηνιαίου µισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού µηνιαίου µισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συµβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νοµικό καθεστώς της ανωτέρω ΔΑ µετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική µε την ΑΥΕ 17853/1989 και ισχύει από 1.7.1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν.1505/1984 για το µισθολόγιο του προσωπικού της δηµόσιας διοικήσεως, όπως συμπληρώθηκαν µε το Ν.1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δηµόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι µέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται µε τη συλλογική αυτή σύµβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλόμενων µέχρι της µεταβολής του νοµικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και µετά ταύτα του προϊσχύσαντος νοµικού καθεστώτος (ΑΠ Ολοµ. 10/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσελήφθη στις 27.4.1983 από το αναιρεσίβλητο (εναγόµενο) νοσοκομείο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου ως ηλεκτροτεχνίτης, κάτοχος σχετικής άδειας (Ν. 6422/1934), η οποία στη συνέχεια από 24.9.1987 μετατράπηκε σε σύµβαση αορίστου χρόνου (µετά την υπαγωγή του εναγοµένου στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 βάσει του Ν. 1397/1983 "για το εθνικό σύστηµα υγείας" και τη µετατροπή του σε νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου), εργαζόμενος σε υπόγεια και υπό τάση δίκτυα σε όλους τους χώρους του εναγόµενου, µεταξύ των οποίων και τα παθολογοανατοµικά εργαστήρια και τους σταθµούς αιµοδοσίας αυτού.

Αμειβόταν δε βάσει των Σ.Σ.Ε. των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ όλης της χώρας. Η σχέση αυτή του ενάγοντος µε το εναγόµενο διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και το εναγόµενο δεν δεσμεύεται από τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α, µε τις οποίες ρυθµίζονται οι όροι αµοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κλπ όλης της χώρας, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την κατάρτιση της πιο πάνω σύµβασης, είχε συμφωνηθεί να αµείβεται ο ενάγων µε βάση τις αποδοχές τις καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α., που ρυθμίζουν τους όρους αµοιβής των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ όλης της χώρας. Επί προηγουμένης, όµως, δίκης µεταξύ των ιδίων και µε την αυτή ιδιότητα παρισταμένων διαδίκων, που ανοίχτηκε µε την από 3.6.1997 και υπ' αριθ. καταθ. 2423/1997 αγωγή του ήδη εφεσιβλήτου - ενάγοντος και αφορούσε αξιώσεις αυτού από τη διαφορά µεταξύ των αποδοχών που έλαβε και εκείνων που εδικαιούτο, κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1992 µέχρι 30.4.1997, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2531/1998 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν άσκησης κατ' αυτής έφεσης από το εναγόµενο η υπ' αριθ. 1573/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Με την τελευταία, τελεσίδική, αυτή απόφαση κρίθηκε, µε δύναµη δεδικασμένου, ότι σύµφωνα µε τον όρο 32 της υπ' αριθ. 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά "περί των όρων αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του Δηµοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ", που κηρύχθηκε εκτελεστή και υποχρεωτική µε τις προαναφερθείσες υπ' αριθ. 1710/1981 και 1743/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ο ενάγων για το τότε ένδικο χρονικό διάστηµα (1.1.1992 έως 30.4.1997) εδικαιούτο: 1) επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας εκ ποσοστού 10% για την πρώτη τριετία και 5% για τις λοιπές µέχρι συμπλήρωσης δέκα τριετιών από την είσοδο του στον κλάδο των ηλεκτροτεχνιτών, 2) της αµοιβής του Ν. 201/1975, µε το άρθρο 2 παρ.3 του οποίου ορίστηκε ότι στο προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του Ν.

Δ/τος 2592/1953 που απασχολείται οκτώ ώρες την ηµέρα καταβάλλεται από 1.1.1977 αµοιβή για δύο ώρες την ηµέρα, η οποία υπολογίζεται κατά το άρθρο 5 παρ. 3γ του ν. δ/τος 4548/1966, ανεξαρτήτως της µετά ταύτα µείωσης των ωρών εργασίας του προσωπικού αυτού, 3) ότι αυτός εδικαιούτο, σύµφωνα µε τον όρο 10 της ίδιας υπ' αριθ. 42/1981 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιά, σε συνδυασµό και προς τον όρο 32 αυτής του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 50%, που χορηγήθηκε αρχικά µε το άρθρο 2 παρ. IV στοιχ. β' του Π. Δ/τος 904/1978 στο ιατρικό, παραϊατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό το απασχολούμενο στα Κέντρα ή Σταθµούς Αιµοδοσίας και επεκτάθηκε σ' όλο το προσωπικό που απασχολείται σ' αυτά µε το άρθρο 4 του Ν.1031/1980 και ανεξάρτητα από το χρόνο παραµονής τους στους χώρους αυτούς και 4) ότι το κατώτατο ημερομίσθιο του ενάγοντος δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το κατώτατο όριο ημερομισθίου της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύµβασης Εργασίας, στην οποία παραπέµπει δια του όρου 12 η υπ' αριθ. 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών "για τους όρους αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων κλπ. του Δηµοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των ΟΤΑ " και ότι επί του εν λόγω κατωτάτου ορίου βασικού ημερομισθίου θα γίνεται ο υπολογισµός των προβλεπόμενων επιδομάτων από την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά, στην οποία επίσης ρητά παραπέµπει δια του όρου 13 η υπ' αριθ. 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών. Με βάση τα γενόµενα ως άνω δεκτά κρίθηκε, µε την ίδια πιο πάνω απόφαση, ότι ο ενάγων εδικαιούτο κατά το τότε επίδικο χρονικό διάστηµα από 1.1.1995 µέχρι 30.4.1997 τις αποδοχές που καθορίζονταν από τις 42/1981 και 74/1982 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά και Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, αντίστοιχα, µε βάση τον κατώτατο βασικό µισθό των από 21.3.1994 και 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (οι αξιώσεις του ενάγοντος του χρονικού διαστήματος από 1.1.1992 έως 31.12.1994 προς καθορισµό του βασικού του µισθού βάσει του εκάστοτε κατωτάτου µισθού των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

κρίθηκε µε την ίδια απόφαση ότι υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974). Έτσι, µε δύναµη δεδικασμένου, έχει κριθεί ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος από µισθολογικές διαφορές που απορρέουν από την ίδια εργασιακή σχέση, για το χρονικό διάστηµα από 1.1.1992 µέχρι 30.4.1997, διέπονταν από το µισθολογικό καθεστώς, που διείπε την σχέση αυτή πριν από την ισχύ της προαναφερθείσας από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. (ΠΟΕΔΗΝ).

Από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου υπάρχει δεδικασμένο για τις αξιώσεις που ασκούνται µε την ένδικη αγωγή και αναφέρονται στο χρονικό διάστηµα από 1.6.1997 µέχρι 31.12.1997 κατά το οποίο ίσχυε η ως άνω από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφορούν δε στο βασικό µηνιαίο µισθό που προβλέπεται από αυτή και στα επ' αυτού υπολογιζόμενα πιο πάνω επιδόµατα, αφού οι αξιώσεις αυτές, που αφορούν µεταγενέστερο χρονικό διάστηµα (1.6.1997 έως 31.12.1997), προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία από την οποία γεννήθηκαν και εκείνες που ασκήθηκαν µε την προηγούμενη, από 3.6.1997 αγωγή, προϋποθέτουν δε το δικαίωµα του ενάγοντος, που κρίθηκε στην προγενέστερη δίκη, χωρίς να μεταβληθεί στο µεταξύ το νοµικό καθεστώς που διέπει την έννοµη σχέση, αφού αξιώνονται µισθολογικές διαφορές για το χρονικό αυτό διάστηµα µε βάση τις ίδιες πιο πάνω διαιτητικές αποφάσεις και την από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η ισχύς της τελευταίας των οποίων έληξε στις 31.12.1997 ή τα πραγµατικά περιστατικά από τα οποία παρήχθη.

Συνεπώς, µεταξύ των διαδίκων, υφίσταται δεδικασμένο, που αποκλείει την αμφισβήτηση της έννοµης αυτής σχέσης στην παρούσα δίκη και, επομένως, βάσει αυτής θα κριθούν και οι ασκούμενες µε την ένδικη αγωγή αξιώσεις του ενάγοντος κατά του εναγόμενου, που αναφέρονται στο χρονικό διάστηµα από 1.6.1997 µέχρι 31.12.1997 και προκύπτουν από τον υπολογισµό από το τελευταίο των καταβληθεισών µηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος βάσει της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. "περί των όρων αµοιβής και εργασίας των εργαζομένων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δηµόσια νοσηλευτικά ιδρύµατα της χώρας", σε συνδυασµό µε τους Ν. 1505/1984 και 1810/1988 και όχι βάσει των µε αριθµό 42/1981 και 74/1982 αποφάσεων του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιά και Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, αντίστοιχα, και της από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Αντίθετα, από την ίδια (1573/2000) τελεσίδική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν απορρέει δεδικασμένο, για την προκειμένη υπόθεση, κατά το µέρος που αναφέρεται σε διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.1998 µέχρι 30.11.1999, οι οποίες υπολογίζονται µε βάση τον κατώτατο βασικό µισθό της από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που ισχύει από 1.1.1998.

Τούτο δε, διότι οι σχετικές ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν διαφορετική νοµική και ιστορική αιτία, αφού αναφέρονται σε διαφορές αποδοχών για το, εξ ολοκλήρου, µεταγενέστερο από 1.1.1998 µέχρι 30.11.1999 χρονικό διάστηµα, µε βάση την πιο πάνω από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας ορίστηκε να αρχίζει την 1.1.1998 και η οποία είναι διαφορετική εκείνης που εφαρμόστηκε µε την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση.

Έτσι, το δεδικασμένο που απορρέει από την πιο πάνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση εκτείνεται µέχρι το χρονικό όριο ισχύος της από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., δηλαδή µέχρι 31.12.1997, όχι όµως και για το µέλλον. Ακολούθως το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντίθετα, και απέρριψε, ως νόµω αβάσιµη, την ένδικη αγωγή για το ως άνω από 1-1-1998 έως 30-11-1999 χρονικό διάστηµα.

Συνεπώς, το εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως µη νόµιµη και δεν δέχθηκε ότι από τις άνω αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικές αξιώσεις για το ανωτέρω χρονικό διάστηµα δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε µε το ν.δ. 53/1994, ούτε κατά παράβαση του νόµου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και οι πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο µέρος και δεύτερος κατά το πρώτο µέρος από το άρθρο 559 αριθµ.1 και 16 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, µε τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιµοι. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισµό, που δεν είναι νόµιµος ή παραδεκτός και συνεπώς γι' αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Τούτο συμβαίνει και όταν ο εκκαλών ή εφεσίβλητος - ενάγων προτείνει στο Εφετείο για πρώτη φορά, παρά τη σχετική απαγόρευση του άρθρου 527 ΚΠολΔ., ισχυρισµό µε τον οποίο µεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής του. Ενόψει αυτών, ο πρώτος, κατά το τρίτο µέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισµός του αναιρεσείοντος εφεσιβλήτου ενάγοντος, ότι το Εφετείο αγνόησε το δεδικασμένο που απέρρεε από την 1573/2000 απόφαση του Εφετείο Αθηνών, σχετικά µε το δικαίωµα του να αµείβεται µε βάση τις προϊσχύσασες της, από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, είναι αβάσιµος, διότι, όπως, εμμέσως πλην όμως κατά τρόπο σαφή, προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, µεταξύ των οποίων και το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο µη περιλαμβανόμενος στην ιστορική βάση αυτής εν λόγω ισχυρισµός, µε τον οποίο προστίθεται νέα βάση, προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον στο Εφετείο µε τις προτάσεις του, προς απόκρουση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου - εναγοµένου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγµατα, κατά την έννοια του αριθµού 8 του ως άνω άρθρου, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισµοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής ή ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο µέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια που ελέγχεται από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και δη, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισµό του αναιρεσείοντος, ότι το αναιρεσίβλητο, µε την 24/29-6-1993 απόφαση του Δ.Σ.

του, την οποίαν αυτός αποδέχθηκε, εν µέρει, απέκλεισε την εφαρµογή επ' αυτού της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και εφήρμοσε τις ρυθμίζουσες τις αποδοχές των ηλεκτροτεχνικών του Δηµοσίου και των ΝΠΔΔ ΣΣΕ και ΔΑ. Όπως όµως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο ο Άρειος Πάγος επιτρεπτώς επισκοπεί (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τέτοιος ισχυρισµός δεν περιλαμβάνετο σ' αυτή (αγωγή).

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιµος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 31-12-2004, αίτηση του αναιρεσείοντος, Σ. Ρ., για αναίρεση της με αριθμό 6346/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ