Legislator Case Law & Legislation
128/2010 AI generated

128/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 128/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 2/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 10/10/2003 αγωγή της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 21/4/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 8 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/4/2007 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

128/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η δε αναγραφή της υποθέσεως αυτής στο πινάκιο για τη δικάσιμο αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της, ως άνω, αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία της πιο πάνω αναιρεσίβλητης Ψ6.

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving excessive speed dangerous overtaking fitness to drive traffic accident driving without authorization
AI generated
127/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή των υπό στοιχεία 1-2 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 2/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσειόντων, την από 10/10/2003 αγωγή της υπό στοιχείο 4 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 21/4/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 3 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/4/2007 αίτησή τους.
2021/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και την από 2-10-2006 αγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1863/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1730/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2010 αίτησή τους.
1685/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1305/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή των 1ης, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 31-8-2007 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 6ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2012 αίτησή τους.
823/2008
Supreme Court overturns traffic accident verdict due to insufficient reasoning on causation and impossibility of avoidance.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 128 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 128/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παναγιώτου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λέκκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ψ6, κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7) Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "INTERLIFE - ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο-Τσαγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 8) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 2/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 10/10/2003 αγωγή της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 21/4/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 8 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/4/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 13/2/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 8ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, η 6η αναιρεσίβλητη Ψ6, δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../5-8-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καστοριάς ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της 20-2-2009, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναιρεσίβλητη Ψ6.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η δε αναγραφή της υποθέσεως αυτής στο πινάκιο για τη δικάσιμο αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της, ως άνω, αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία της πιο πάνω αναιρεσίβλητης Ψ6.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ.

α' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 το ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 6-1-02 ώρα 3.30 πρωινή ο Χ1, ενάγων στη δεύτερη των ως άνω αγωγών, οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου και της συζύγου του, (δεύτερης ενάγουσας στην ίδια αγωγή), κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, εξ αδιαιρέτου, επί της Ε.Ο. ...-..., πλάτους 9,5 μ., με κατεύθυνση την ..., σε μία αριστερή γι' αυτόν στροφή, παρά το 5° χιλιόμετρο της οδού αυτής, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και επέπεσε, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος που οδηγούσε, επί του εμπρόσθιου αριστερού μέρους του αντιθέτως κινουμένου με το αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ΑΑ. Ο ανωτέρω Χ1 είχε πριν το ατύχημα καταναλώσει κάποια απροσδιόριστη ποσότητα μπύρας, σύμφωνα με την 3022/10/31-α/2002 έκθεση εξέτασης αίματος της Υποδ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδος, Τμήμα Χημείου, η περιεκτικότητα αλκοόλης στο αίμα του ήταν 0,77 γρ.

ο/οο επηρεάζουσα την ικανότητα οδήγησης. Οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη εκείνης που επέτρεπαν οι συνθήκες της οδού, (στροφή- νύκτα), ως προκύπτει και εκ της σφοδρότητας της συγκρούσεως , δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει το όχημά του στο ρεύμα πορείας του και η προσοχή του ήταν αποσπασμένη σε συνομιλία του με τις συνεπιβάτριές του.

Τα περισσότερα εκ των ιχνών της συγκρούσεως, (λάδια, γυαλιά, χώμα,) βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας του αντιθέτως κινουμένου οδηγού (ΑΑ), γεγονός που αποδεικνύει την είσοδο του Χ1 στο αντίθετο ρεύμα. Ως προκύπτει όμως και από το τοπογραφικό διάγραμμα της Υπηρεσίας της Τροχαίας , σε συνδυασμό με το υπόλοιπο και το προανακριτικό αποδεικτικό υλικό, και ο οδηγός ΑΑ οδηγούσε έχοντας περιεκτικότητα αλκοόλης στο αίμα του 1,03 γρ.

ο/οο..., επηρεαζούσης την ικανότητα οδήγησης και το κυριότερο δεν εκινείτο, εν όψει μάλιστα και της στροφής, στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος. Ακολούθως, συνυπαίτιοι για το ατύχημα είναι και οι δύο οδηγοί, Χ1, ΑΑ, με ποσοστό συνυπαιτιότητας 70% και 30% αντίστοιχα". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με τη συνυπαίτια συμπεριφορά των οδηγών, δηλαδή του Χ1 και του θανόντος οδηγού ΑΑ και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του ΑΑ, οδηγού του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, ούτε δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας.

Κατ' ακολουθία, δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297,298, 300 και 914 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 2963/2001, και της με αριθμό 13382/Φ. 706/11/45/1977 αποφάσεως των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξης (ΦΕΚ 1266/Β/21-11-1977), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την με αριθμό 13300 Φ.105.1/4ξΘ/1985 απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ 174/Β/1-4-1985), μέθοδος της αιμοληψίας για την εξακρίβωση της χρήσεως οινοπνεύματος από οδηγό κατά την οδήγηση οχήματος δεν είναι αποκλειστική στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζομένου, που έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση της υποχρεώσεως του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο κάθε ποσό, που ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, λόγω συνδρομής του όρου του άρθρου 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, περί αποκλεισμού από την ασφάλιση ζημιών, προξενούμενων σε χρόνο που ο οδηγός του οχήματος τελεί σε κατάσταση μέθης, ο οποίος (όρος) έχει καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, (άρθρο 361 ΑΚ).

Σε μια τέτοια δίκη, η διαπίστωση της μέθης του οδηγού μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις μαρτύρων, σοβαρή παραβατική οδηγική συμπεριφορά και άλλες ενδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στηρίζει την κρίση του περί του ότι ο αναιρεσείων Χ1, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε σε κατάσταση μέθης, δεδομένου ότι ανιχνεύτηκε στο αίμα του αλκοόλ 0,77 γρ. 0/00, και από άλλα συμπτώματα εξήχθη το συμπέρασμα περί υπάρξεως μέθης, από το ότι δηλαδή επηρεάστηκε η ικανότητα οδήγησης, αφού οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη εκείνης που επέτρεπαν οι συνθήκες της οδού (στροφή-νύκτα), όπως προκύπτει και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, και από το ότι δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει το όχημά του στο ρεύμα πορείας του.

Συνεπώς, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ως άνω ποσότητα αλκοόλ επηρέασε, κατά τον καθοριζόμενο στην απόφαση τρόπο, την οδήγηση του οχήματος, αλλά και με τις σοβαρές συνέπειες του ατυχήματος, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Έτσι, με την προεκτιθέμενη παραβατική συμπεριφορά, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο παρεξέκλινε από την πορεία του προς τα αριστερά, παραβίασε τη διπλή συνεχή διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με σφοδρότητα, πλαγιομετωπικά, με το κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο. Με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκείς αιτιολογίες, ότι η ζημία προξενήθηκε κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 τελούσε σε κατάσταση μέθης. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε τις παρεμπίπτουσες αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ και αναγνώρισε ότι είναι υποχρεωμένοι οι αναιρεσείοντες να καταβάλλουν σ' αυτήν τα ποσά που υποχρεούται να καταβάλλει, δυνάμει της πληττόμενης απόφασης, στους κυρίως ενάγοντες Ψ1, κλπ και Ψ6, νομιμοτόκως, καθόσον δέχτηκε ότι από το ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο προκύπτει η εφαρμογή της Κ4/585/5-4-78 ΑΥΕ, αναφερόμενης στην εξαίρεση της ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση του οινοπνεύματος. Με βάση αυτές τις παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 42 του Ν 2696/1999 και 25 περ. 8 της Κ4/585/5-4-78 ΑΥΕ, είναι δε αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα.

Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙV. Με τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ θεσπίζεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να διορθώσει την απόφασή του, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μη οριστική, τελεσίδικη ή αμετάκλητη, χωρίς να αποτελεί παράβαση των αρχών του δεδικασμένου, έστω και αν επέρχεται μεταβολή του διατακτικού της, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξή της εμφιλοχώρησαν λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, δηλαδή σφάλματα που οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτού που θέλησε το δικαστήριο και εκείνου που διατυπώθηκε στην απόφαση ή σε μαθηματικό εσφαλμένο υπολογισμό και όχι σε διαγνωστικά σφάλματα ή σφάλματα που αναφέρονται στην ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιας ουσιαστικής διατάξεως νόμου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 316 ΚΠολΔ, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου, η παραβίαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τα όργανα, τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε με λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης. Η διάταξη δε του άρθρου 315 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνη του άρθρου 316 του ίδιου Κώδικα, για διόρθωση ή ερμηνεία αποφάσεων είναι δικονομικού δικαίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως, υπό στοιχεία 6(α) ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την υπ' αρ. κατ. 1262/68/12.12.2003 αγωγή της Ψ6, κατά του πρώτου από μας και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", τους οποίους υποχρέωσε να της καταβάλλουν το αναφερόμενο σε αυτή ποσό, αναγνώρισε ότι υποχρεούνται να της καταβάλουν το αναφερόμενο επίσης σε αυτήν ποσό και τους καταδίκασε στα δικαστικά της έξοδα, απέρριψε δε την αγωγή αυτή ως προς τη δεύτερη από μας (Χ2).

Στη συνέχεια έκανε δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και αναγνώρισε ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και η δεύτερη από μας (Χ2), κατά της οποίας απέρριψε την κυρία αγωγή (της Ψ6), να καταβάλλουν, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα (ασφαλιστική εταιρεία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ), τα ποσά που θα καταβάλει αυτή στην Ψ6, δυνάμει της απόφασης και μάλιστα νομιμοτόκως από της καταβολής τους, πλέον τα δικαστικά έξοδά της από 6.800,00 ευρώ.

Δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου υπάρχει μόνο για το ποσό εκείνο που ο πρώτος υποχρεούται κατά νόμο να πληρώσει στον τρίτο.

Συνεπώς δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου για το ποσό εκείνο στην πληρωμή του οποίου αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος έναντι του τρίτου. Στην προκειμένη περίπτωση, η κυρία αγωγή της Ψ6 κρίθηκε μη νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν ΓΠΝ/1911 και ως τέτοια απορρίφθηκε ως προς τη δεύτερη από μας.

Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να απορριφθεί με την προσβαλλομένη απόφαση και η παρεμπίπτουσα αγωγή της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", κατά της δεύτερης από μας. Η αναιρεσιβαλλομένη, όμως, ενώ δέχτηκε ότι η κυρία αγωγή της Ψ6 δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, στη συνέχεια έκανε δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας και κατά της δεύτερης από μας.

Έτσι, όμως, διέλαβε ελλιπή, άλλως ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία και πρέπει να αναιρεθεί, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 539 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι στερείται νόμιμης βάσεως, άλλως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1, διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου". Σύμφωνα όμως με τις σκέψεις που αναπτύσσονται παραπάνω, δεν ιδρύονται οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως σε περίπτωση που η απόφαση δεν αποδίδει στο διατακτικό τη διατυπωμένη στο αιτιολογικό βούληση του Δικαστηρίου, διότι τούτο αποτελεί αντικείμενο διόρθωσης αποφάσεως, οι δε διατάξεις των άρθρ. 315, και 316 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και επομένως οι διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.

V. Οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της με αριθ. καταθέσεως 798.46/1-8-2003 αγωγής τους, τη στρέφουν κατά της INTERLIFE ΑΕΓΑ. Επομένως, η αποδιδόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήτοι της διάταξης του άρθρου 926 εδ. α ΑΚ από το ότι η αναιρεσιβαλλομένη, που δέχτηκε κατά ένα μέρος τις ένδικες αγωγές, χωρίς να αναφέρει τίποτε σχετικό με την εις ολόκληρο ευθύνη, ανεξαρτήτως της αοριστίας, δεν έχει έδαφος εφαρμογής στην ως άνω αγωγή και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, δεν εκθέτουν το έννομο συμφέρον τους να προβάλουν σχετική αιτίαση για αγωγές τρίτων.

VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.

Επί ενστάσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα νομίμως στο Εφετείο περιστατικά, που τη συγκροτούν. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8, περ.

β του ΚΠολΔ, σε περίπτωση μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου ισχυρισμού, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρεται νομίμως στο Εφετείο, ότι ήταν νόμιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι από όλο το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων, καθώς και αυτό της έφεσης και των προτάσεων που υποβλήθηκαν στο Εφετείο, προκύπτει η υποβολή του ισχυρισμού από τη δεύτερη ότι ευθύνεται περιορισμένα, ως συνιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και μέχρι της αξίας του ιδανικού της μεριδίου, των 3.120 ευρώ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως, και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, ότι ήταν νόμιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τη δεύτερη αναιρεσείουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

VII. Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθοεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-4-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 207/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ, ξεχωριστή για τους πέντε πρώτους, την 7η και την 8η, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ