128/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated128/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της με το άρθρο 19 του ν. 2315/2001, "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Full text
Απόφαση 128 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 128/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ........., 2) ........., 3) .........., 4) ........... και 5) ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τρύφωνα Κωτσόβελο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1190/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5130/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 5-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων του πρώτου και του δεύτερου λόγων αναιρέσεως κατά τα μέρη τους κατά τα οποία αυτοί κρίθηκαν βάσιμοι, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας εισηγήσεως αναφερόμενα, και την απόρριψη τόσο των αμέσως πιο πάνω λόγων αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους όσο και του τρίτου λόγου αναιρέσεως στο σύνολό του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμού, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα.
Η ερμηνεία αυτά δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτήν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της με το άρθρο 19 του ν. 2315/2001, "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α)οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά.....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως ......
τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων.....". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 531 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠολΔ) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ ) σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (βλ.
σχ. Ολ. ΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 269 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως που έχε ι ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ (η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως) και επομένως για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της πρέπει αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, επιπλέον δε να γίνει και επίκληση της καταχρήσεως, η οποία προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της αγωγής και για την αιτία αυτή.
Συνεπώς η μη προβολή κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως της ενστάσεως από το άρθρο 231 ΑΚ και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και της καταχρήσεως του δικαιώματος που προκύπτει από αυτά και διατύπωση αιτήματος για απόρριψη και για την αιτία αυτήν της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ενστάσεως αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.
ΑΠ 472/1983), εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή κατ' ουσίαν της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία με το μοναδικό λόγο της εφέσεως της αυτής παραπονούνταν ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) δέχτηκε για την ένδικη διαφορά την ύπαρξη δεδικασμένου, που, δήθεν, κατά το λόγο εφέσεως, προέκυπτε από την υπ' αριθ. 1665/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζήτησαν, αφενός μεν να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούνταν να τους δοκιμοποιήσει από 30-6-1934, να τους μονιμοποιήσει στη συνέχεια και ακολούθως να τους προαγάγει στους καθοριζόμενους ανώτερους βαθμούς, αφετέρου δε να τους καταβάλει (η αναιρεσίβλητη) τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς του καθοριζόμενου χρονικού διαστήματος, ως καταχρηστικώς ασκούμενη, κατά παραδοχή ,όπως αναφέρεται, ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, από το άρθρο 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος.
Από τα επιτρεπτώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επί σκοπό υμένα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης προκύπτουν, μεταξύ άλλων τα εξής : Η αναιρεσίβλητη κατά την ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, δικαζόταν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ ΚΠολΔ), δεν είχε προτείνει προφορικά, έστω και συνοπτικά, ένσταση για το ότι η άσκηση του επίδικου δικαιώματος των αναιρεσειόντων είχε ασκηθεί καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), αφού τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός δεν έχει καταχωριστεί στα σχετικά υπ' αριθ. 1190/17-5-2004 (ταυτάριθμα με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση) πρακτικά της συνεδριάσεως, που συντάχθηκαν από τη γραμματέα, όπως από τα πρακτικά αυτά προκύπτει.
Ούτε ήταν παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 3 ΚΠολΔ, η προβολή της ενστάσεως αυτής στην κατ' έφεση δίκη, εφόσον δεν έγινε προηγουμένως δεκτό από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 269 του ίδιου Κώδικα και ιδίως ότι η εν λόγω ένσταση δεν προβλήθηκε εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία.
Ενόψει αυτών η αμέσως πιο πάνω ένσταση της αναιρεσίβλητης για κατάχρηση δικαιώματος δεν είχε προταθεί παραδεκτώς στην κατ' έφεση δίκη. Επομένως το Εφετείο, που δεν μπορούσε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένσταση αυτήν και, παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να έχει δεχτεί προηγουμένως ότι η εν λόγω ένσταση δεν προβλήθηκε εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή, μολονότι δεν είχε προταθεί σ' αυτό νόμιμα και δη παραδεκτώς και κατά παραδοχή της και ως ουσιαστικά βάσιμης απέρριψε την ένδικη αγωγή, υπέπεσε και στην από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγμα", δηλαδή την προαναφερόμενη ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η οποία δεν προτάθηκε νόμιμα και ειδικώς παραδεκτώς, αλλά και στην από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, ως μη νομίμως και ειδικώς παραδεκτώς προταθείσα, την αμέσως πιο πάνω ένσταση της αναιρεσίβλητης.
Το όλο δε αυτό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραδεκτώς στηρίζει τους αμέσως πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, εφόσον πρόκειται για παραβάσεις της ίδιας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τις οποίες δεν ήταν δυνατόν να προλάβουν οι αναιρεσείοντες προβάλλοντας σχετικό ισχυρισμό (άρθρο 562 παρ. 2 στοιχ. α' ΚΠολΔ).
Γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα από τις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 8 περ. α' και 14, αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μέρη του, με την οποία προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λογούς της εφέσεως. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, να καθορίζονται δηλαδή με αυτούς με πληρότητα οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για το νόμιμο και βάσιμο αυτών.
Οι αόριστοι λόγοι και εξαιτίας τούτου ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως θεωρούνται ανύπαρκτοι. Αν δε δεν υπάρχει ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως, το δικόγραφο της εφέσεως είναι άκυρο. Στην προκειμένη περίπτωση στην από 27-9-2004 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 1190/2004 οριστικές αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ένδικης αγωγή ς των αναιρεσείοντων, περιέχεται η εξής επί λέξει (μοναδική) αιτίαση: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νομό δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για την επίδικη διαφορά, το οποίο απορρέει από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 1665/1997 απόφαση του αυτού δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).
Στην προκειμένη όμως περίπτώση, από τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο χρόνος και τα πραγματικά γεγονότα που διαλαμβάνονται στην άνω 1665/1997 απόφαση είναι διάφορα από εκείνα που κρίνονται τώρα, όπως από την αγωγή των εφεσίβλητων προκύπτει, ελλείποντος έτσι του απαραίτητου στοιχείου της ταυτότητας "ιστορικής και πραγματικής αιτίας" για την ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση".
Ο λόγος αυτός εφέσεως και σαφής και ορισμένος είναι, αφού καθορίζεται με αυτόν με πληρότητα η συγκεκριμένη αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστάμενη (η αιτίαση) στην κατά παράβαση του νόμου παραδοχή της υπάρξεως δεδικασμένου για την ένδικη διαφορά, το οποίο να προκύπτει από την προηγουμένως εκδοθείσα υπ' αριθ. 1665/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή δεν υπήρχε, κατά το λόγο εφέσεως, ταυτότητα διαφοράς, εφόσον δεν επρόκειτο για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένο τον αμέσως πιο πάνω μοναδικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το τμήμα του πρώτου μέρους του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και εσφαλμένη, παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, εκτός αν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε κάτω από νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά το χρόνο ο οποίος ήταν κρίσιμος στην προηγούμενη δίκη και ενόψει του ότι επιδικάστηκε ή όχι η απαίτηση, η οποία ήταν επίμαχη στη δίκη εκείνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η προϋπόθεση της ταυτότητας και στις δύο δίκες του νομικού ζητήματος (νομικής αιτίας - βλ.
σχ. Ολ. ΑΠ 10/2002, 34/1992). Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού.
Εξάλλου, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Τότε μόνο η κρίση αυτή δεν υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου όταν στηρίχθηκε και μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίχθηκε και σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα κα ι αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής : Οι αναιρεσείοντες με προγενέστερη από 1-7-1996 αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης ζήτησαν, για τους λόγους που επικαλέστηκαν, κυρίως να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να τους εντάξει στο τακτικό δόκιμο προσωπικό της και δη στο βαθμό ΤΠ6/Ε (εγκαταστάσεων) άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ από τις 30-6-1994 και να τους μονιμοποιήσει στη συνέχεια μετά πάροδο έτους με βάση το Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε.
στο βαθμό ΤΠ6/Ε άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ αναδρομικώς από τις 30-6-1994. Επί της αμέσως πιο πάνω αγωγής εκδόθήκε η υπ' αριθ. 1665/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε τελεσίδικη και η οποία, αφού δέχτηκε στο αιτιολογικό της ότι η αναιρεσίβλητη κατά παράβαση των αναφερόμενων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου παρέλειψε να εντάξει τους αναιρεσείοντες στο δόκιμο προσωπικό της και δη στο βαθμό ΤΠ6/Ε (εγκαταστάσεων) και στη συνέχεια να τους μονιμοποιήσει στο βαθμό αυτόν, άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ, ακολούθως δέχτηκε και την ίδια την αμέσως πιο πάνω αγωγή και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες έπρεπε να ενταχθούν στο τακτικό - δόκιμο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και δη στο βαθμό ΤΠ6/Ε άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ από τις 30-6-1994. 'Ετσι από την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση προκύπτει δεδικασμένο μόνο για το ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να εντάξει από 30-6-1994 τους αναιρεσείοντες στο τακτικό - δόκιμο προσωπικό της και στη συνέχεια να τους μονιμοποιήσει στο βαθμό ΤΠ6/Ε, άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ότι από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 1665/1997 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει δεδικασμένο μόνο αναφορικά με την αναγνώριση ότι οι αναιρεσείοντες έπρεπε να ενταχθούν στο τακτικό - δόκιμο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και δη στο βαθμό ΤΠ6/Ε (εγκαταστάσεων), άλλως στο βαθμό ΤΓ6/Δ από τις 30-6-1994, χωρίς να καλύπτονται από το δεδικασμένο που απέρρεε από την τελευταία απόφαση οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων να μονιμοποιηθούν μετά πάροδο έτους στο βαθμό ΤΠ6/Ε ή στο βαθμό ΤΠ6/Δ αναδρομικώς από 30-6-1994 και να προαχθούν στη συνέχεια στους ανώτερους βαθμούς ΤΠ5/Ε ή ΤΠ5/Δ από 1-1-1997 και στους βαθμούς ΤΠ4/Ε ή ΤΠ4/Δ από 1-1-1999, καθώς και οι αξιώσεις των ίδιων για καταβολή σε κάθε έναν από αυτούς του ποσού των 7.995.000 δραχμών για αποδοχές τους του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 30-6-2000.
Με βάση την όλη αυτήν παραδοχή του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή κατ' ουσίαν της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία με το μοναδικό λόγο της εφέσεως αυτής παραπονούνται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε για την ένδικη διαφορά την ύπαρξη δεδικασμένου, που, δήθεν κατά το λόγο εφέσεως, προέκυπτε από την ως άνω υπ' αριθ. 1665/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί κυρίως ζήτησαν, αφενός μεν να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούνταν να τους εντάξει στο δόκιμο προσωπικό της (να τους δικομοποιήσει) και δη στο βαθμό ΤΠ6/Ε (εγκαταστάσεων) άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ από τις 30-6-1994, να τους μονιμοποιήσει στη συνέχεια μετά την πάροδο έτους, με βάση το Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε., στο βαθμό ΤΠ6/Ε, άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ αναδρομικά από τις 30-6-1994 και ακολούθως να τους προαγάγει στους καθοριζόμενους ανώτερους βαθμούς και κατά τις επίσης καθοριζόμενες χρονολογίες, αντίστοιχα, αφετέρου δε να τους καταβάλει (η αναιρεσίβλητη) τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς του καθοριζόμενου (ως άνω) χρονικού διαστήματος κατά παραδοχή, ως αναφέρεται, ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, από το άρθρο 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος.
Ενόψει τούτων το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 16657/1997 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν προέκυπτε δεδικασμένο αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων να προαχθούν στους ανώτερους βαθμούς ΤΠ5/Κ η ΤΠ5/Δ από 1-1-1937 κα ι στους βαθμούς ΤΠ4/Ε ή ΤΠ4/Δ από 1-1-1993, καθώς και για τις επίσης ένδικες αξιώσεις των ίδιων για καταβολή σε κάθε έναν από αυτούς του ποσού των 7.995.000 δραχμών για αποδοχές τους του χρονικού διαστήματος από 1-1-1993 έως 30-6-2000 δεν έσφαλε, εφόσον τα αιτήματα αυτά δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έτσι ώστε να μην υφίσταται ταυτότητα διαφοράς, αφού ήταν διαφορετικά και το δικαίωμα που, κατά τα πιο πάνω, κρίθηκε στη δίκη αυτήν που προηγήθηκε, αλλά και το αντικείμενο της δίκης εκείνης, καθώς και η ιστορική και νομική αιτία στην οποία στηριζόταν η κατά τη δίκη εκείνη κριθείσα έννομη σχέση.
Το ζήτημα δε που κρίθηκε στην εν λόγω (προηγηθείσα) δίκη δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος, που, κατά τα πιο πάνω, ήδη προβάλλεται με την ένδικη αγωγή. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία υποστηρίζεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθείι ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Με το να δεχτεί όμως το Εφετείο με την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του, εμμέσως, όπως εκτιμάται, ότι από την πιο πάνω υπ' αριθ. 1665/1997 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν προέκυπτε δεδικασμένο και ως προς το ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση, με τα την κατά τα παραπάνω ένταση των αναιρεσειόντων από 30-6-1994 στο τακτικό - δόκιμο προσωπικό της και δη στο βαθμό ΤΠ6/Ε, άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ, στη συνεχεία να τους μονιμοποιήσει μετά πάροδο έτους, με βάση το Γ.Π.Κ./Ο.Τ.Ε.
στο βαθμό ΤΠ6/Ε), άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ αναδρομικώς από τις 30-6-1994 έσφαλε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το δεδικασμένο αυτό προέκυπτε από το σχετικό μέρος των αιτιολογιών της τελεσίδικης αποφάσεως, οι οποίες αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η καταφατική κρίση του δικαστηρίου για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
4.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως κατά τα μέρη τους κατά τα οποία αυτοί, κατά τα πιο πάνω, κρίθηκαν αβάσιμοι. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5130/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ