Legislator Case Law & Legislation
128/2006 AI generated

128/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 128/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Eυριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

128/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα, ως άνω, στοιχεία ήταν ικανά να διασκεδάσουν την αυθαίρετη υπόθεση των κατηγορουμένων ότι το τέκνο τους δεν είχε πεθάνει αλλά κατά παράνομο τρόπο δόθηκε για υιοθεσία στην οικογένεια των εγκαλούντων. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβανόταν και η από 13-5-1997 ανάλυση αποκλεισμού πατρότητας και μητρότητας με μοριακές τεχνικές που διενήργησε η μοριακή βιολόγος - κυτταρογενετιστής Λ.

Keywords

AI generated
lack of parental capacity parental alienation syndrome acknowledgment of a child legal status of minor right to know one's parentage adoption of incapacitated adults
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 128 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 128/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Eυριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Μ. συζ. Ι. Ρ. και 2. Ι. Ρ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σιώρη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5110/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Δ. του Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2005 αίτησή τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1317/2005.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί (είναι κατάλληλο-επιτήδειο) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους- εντελούς γνώσεως - επιγνώσεως), ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό, ενώ από το άρθρο 30 του ίδιου Κώδικα, που ρυθμίζει την αποκλείουσα τον δόλο πραγματική πλάνη, δηλαδή, την άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, συνάγεται ότι το κύριο χαρακτηρισμό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο, ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιάς του ή της εσφαλμένης αντίληψής του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ, η οποία χαρακτηρίζει την πλάνη αυτή, όχι ως περίπτωση αποκλεισμού της υπαιτιότητας, όπως συμβαίνει επί της πραγματικής πλάνης, που αποκλείει το δόλο του πράττοντος, αλλά ως περίπτωση ανθρωπίνως μη φευκτής υπαιτιότητας, δηλαδή ως λόγο συγγνώμης του υπαιτίως πράξαντος, νομική συγγνωστή πλάνη υφίσταται, οσάκις ο δράστης πλανάται ως προς τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του, υπολαμβάνει δηλαδή πεπλανημένως, ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη του, την πλάνη του δε αυτή δεν μπορούσε να διαγνώσει, έστω και αν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Η εν λόγω αιτιολογία, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, οπότε αποκλείεται ο ενδεχόμενος, πρέπει να εκτείνεται και σ’ αυτόν.

Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ τη ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη η εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Εφετείο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία του παρόντος πρώτου κατηγορουμένου και αποδεικτική διαδικασία γενικώς), αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι κοινοποίησαν στις 12.6.1997 στους εγκαλούντες με δικαστικό επιμελητή εξώδικη διαμαρτυρία, στην οποία ανέφεραν τα γεγονότα που εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

Τα γεγονότα όμως αυτά ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια αυτών, μπορούσαν δε αυτά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και τούτων έλαβε γνώση ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε την άνω εξώδικη διαμαρτυρία. Τα άνω περιστατικά ήταν ψευδή και τούτο το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, διότι σε προηγηθείσες συναντήσεις με τους εγκαλούντες οι τελευταίοι τους παρουσίασαν στοιχεία, όπως το ατύχημα που υπέστη ο Α.

Δ. (το παιδί των εγκαλούντων) σε ηλικία 7 μηνών, η από 21-10-10-1980 επιστολή του νευροχειρούργου Ζ. Κ., ο οποίος εξέτασε τον Α. Δ. και διαπίστωσε την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη από την πτώση του, η μετάβασή του στις 26-10-1980 στις ΗΠΑ για νοσηλεία, από τα οποία με σαφήνεια προέκυπτε ότι ο υιός τους που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7-3-1980, δεν είχε καμιά σχέση με το άρρεν τέκνο των κατηγορουμένων, που γεννήθηκε στις 14-9-1980 στο Ηράκλειο Κρήτης και πέθανε στην Αθήνα στις 21-10-1980.

Τα, ως άνω, στοιχεία ήταν ικανά να διασκεδάσουν την αυθαίρετη υπόθεση των κατηγορουμένων ότι το τέκνο τους δεν είχε πεθάνει αλλά κατά παράνομο τρόπο δόθηκε για υιοθεσία στην οικογένεια των εγκαλούντων. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβανόταν και η από 13-5-1997 ανάλυση αποκλεισμού πατρότητας και μητρότητας με μοριακές τεχνικές που διενήργησε η μοριακή βιολόγος - κυτταρογενετιστής Λ.

Φ., με πρωτοβουλία των εγκαλούντων. Κατά το πόρισμα της άνω ανάλυσης η πιθανότητα ο εγκαλών Α. Δ. να μην είναι ο πραγματικός πατέρας του Α. Δ. αλλά να εμφανίζει τον ίδιο απλότυπο με αυτόν υπολογίζεται σε 1 προς 5.238, ενώ η πιθανότητα η εγκαλούσα Β. Δ. να μην είναι η πραγματική μητέρα του Α. Δ. στον πληθυσμό είναι 1 προς 135.349.920.

Ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους, επειδή επιδίωξαν να προστατεύσουν νόμιμο δικαίωμά τους για την ανεύρεση του τέκνου τους, κρίνεται απορριπτέος, διότι, κατ’ άρθρο 367 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 1 περ. γ’ του ίδιου άρθρου στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως (του άρθρου 363 ΠΚ).

Περαιτέρω, ενόψει των, ως άνω, παραδοχών σχετικά με τη γνώση των κατηγορουμένων κατά το χρόνο σύνταξης και κοινοποίησης της εξώδικης διαμαρτυρίας τους, της αναλήθειας των διαλαμβανομένων σ’ αυτήν ισχυρισμών, πρέπει να απορριφθούν και οι έτεροι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί πραγματικής τους πλάνης (άρθρο 30 παρ. 1 ΠΚ) και περί νομικής τους πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ)".

Στην συνέχεια δε, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροήν και επέβαλε στον καθένα τους συνολική ποινή φυλακίσεως εννιά (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι’ αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 363, ως και των άρθρων 30 παρ. 1 και 31 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.

Ειδικότερα, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο των κατηγορουμένων, με την έκεθση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης), των κατηγορουμένων, ότι το γεγονός που ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων, ότι δηλαδή το άρρεν τέκνο τους, που γεννήθηκε στις 14.9.1980 στο Ηράκλειο Κρήτης, δόθηκε για παράνομη υιοθεσία στην οικογένεια των εγκαλούντων, είναι ψευδές και κατάλληλο να βλάψει την τιμή και υπόληψη των εγκαλούντων.

Επίσης, αιτιολογεί πλήρως την απόρριψη των από τα άρθρα 30 παρ. 1 και 31 παρ. 2 ΠΚ από τους κατηγορουμένους προβληθέντων αυτοτελών, περί πραγματικής και νομικής συγγνωστής πλάνης, αντιστοίχως, ισχυρισμών, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η έλλειψη πραγματικής, αλλά και νομικής συγγνωστής πλάνης, αφού, στην πρώτη περίπτωση, όπως προηγουμένως αναφέρθηκε, εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εντελής γνώση (επίγνωση) των κατηγορουμένων, αναφορικώς προς τα συγκροτούντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως περιστατικά, στη δεύτερη δε περίπτωση, αφού εκτίθενται σε αυτό τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, έστω και αν πεπλανημένως πίστευαν οι κατηγορούμενοι ότι εδικαιόυντο να προβούν στην ανωτέρω πράξη τους, ότι δεν ενεργούσαν συγγνωστώς, καθόσον μπορούσαν να διαγνώσουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς τους, δηλαδή την πλάνη τους, αν κατέβαλαν την επιμέλεια, που όφειλαν από τις περιστάσεις, μπορούσαν δε και οι ίδιοι να καταβάλουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω , αιτιολογεί πλήρως την απόρριψη του εκ του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ’ ΠΚ προβληθέντος από τους κατηγορουμένους αυτοτελούς ισχυρισμού, κατά τον οποίο ήρθη ο άδικος χαρακτήρας της πράξεώς τους ως εκ του ότι επιδίωξαν να προστατεύσουν νόμιμο δικαίωμά τους για την ανεύρεση του τέκνου τους, με την αναφορά στο σκεπτικό ότι η περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Τέλος, από την αθώωση των κατηγορουμένων με την υπ’ αριθ. 2/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου για το αξιόποινο αδίκημα της διαταράξεως οικογενειακής τάξεως (άρθρο 354 ΠΚ) σε βάρος των εγκαλούντων, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και αυτό, διότι τα εγκλήματα αυτά είναι διαφορετικά μεταξύ τους, της αντικειμενικής αυτών υποστάσεως συγκροτουμένης από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ενώ, η αθώωση των κατηγορουμένων για το έγκλημα της διαταράξεως της οικογενειακής τάξεως, για λόγους που ανάγονται στην αντικειμενική του υπόσταση, δεν δημιουργεί αντίφαση με την καταδίκη τους για συκοφαντική δυσφήμηση, καθόσον εκ του λόγου αυτού δεν αποκλείεται η συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , Ε’ και ΣΤ’ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με τον πρώτο από αυτούς πλήττεται με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, καθώς και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2005 αίτηση των 1) Μ. συζ. Ρ. Ι. και 2) Ρ. Κ. Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5110/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ τον καθένα, καθώς και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ