Supreme Court dismisses appeal against brewery contract dispute ruling on procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Olympic Brewery against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred by applying legal characterizations to facts not raised during the proceedings. The court rejected this claim, ruling that the appellate court correctly applied the law to the established facts without introducing new issues. Consequently, the appeal was found inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's legal characterization of proven facts does not constitute grounds for appeal if it does not involve facts not raised or omitted from the trial record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "OLYMPIC BREWERY S.A.", που εδρεύει στο Βαθύ Αυλίδος Ευβοίας, νομίμως εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Βασίλειο Κωνσταντινίδη, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΤΑΛΑΝΤΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Κυπαρίσσι Αταλάντης Ν. Φθιώτιδας και διατηρεί γραφεία στο Μαρούσι Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CRYSTAL BEVERAGES - ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "CRYSTAL BEVERAGES A.E.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κανελλόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 402/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3799/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10.12.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 3799/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 του ν. 146/2014 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε.
Η απαγορευτική ρήτρα της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά, αντικειμένη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό, με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά συνδέεται με επιχειρήσεις του ίδιου ή συγγενικού κλάδου, με εναλλάξιμα προϊόντα ή υπηρεσίες και με ταυτότητα κύκλου αποδεκτών ή πελατών, ενώ, κάθε ανταγωνιστικά πρόσφορη επιχειρηματική πράξη θεωρείται ότι ενέχει και ανταγωνιστική πρόθεση εκείνου που την επιχειρεί, δηλαδή, ότι γίνεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης του στην αγορά.
Η εν λόγω ανταγωνιστική πράξη καθίσταται αθέμιτη ή παράνομη, όταν αντίκειται στα χρηστά ήθη. Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν, κατ` αρχήν, οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας, με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.
Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά, οφείλει να διαμορφώνεται, με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων, που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.
Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ` επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 659/2023, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 483/2021). Αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη, και όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1042/2009).
Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη. Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018). Τέτοιο χαρακτήρα έχει η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, όταν γίνεται με μεθοδεύσεις και με σκοπό την απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης ή και την εκμετάλλευση της ξένης φήμης ή οργάνωσης (ΑΠ 728/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 704/2007).
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η περίπτωση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως παράβαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 552/2016, ΑΠ 1816/2008, ΑΠ 1792/2007).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1318/2022).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 187/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1307/2018,ΑΠ 1420/2013).
Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη κατά το άρθρο 200 του ΑΚ είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου (ΑΠ 1307/2018, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 1608/2014, ΑΠ 1588/2013) , ενώ συναλλακτικά ήθη, κατά το αυτό ως άνω άρθρο, είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας ("συνήθειες") που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 797/2014) Έναντι των συναλλακτικών ηθών υπερέχουν όμως οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, τα χρηστά ήθη και η αντίθετη ιδιωτική βούληση.
Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016).
Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.
Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία άγεται το δικαστήριο σε ερμηνεία ασαφούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως, μπορεί, και αν ακόμη δεν συνέτρεχε λόγος να ταχθούν αποδείξεις περί συναλλακτικών ηθών, να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή.
Συνακολούθως, τέτοια προς ερμηνεία επιχειρήματα ή συμπεράσματα αρύεται ελευθέρως το δικαστήριο και από κάθε ενώπιόν του στοιχείο, όπως και από τις προσκομιζόμενες για άλλο θέμα εμμάρτυρες και άλλες αποδείξεις, ενώ μπορεί να προσφύγει και σε γεγονότα κείμενα εκτός της συμβάσεως, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα, και να λάβει υπόψη του τις διαπραγματεύσεις των ενδιαφερομένων οι οποίες προηγήθηκαν και τις ενέργειες αυτών που ακολούθησαν την κατάρτισή της (ΑΠ 240/1995).
Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 204/2022, ΑΠ 448/2020, ΑΠ 776/2013).
Παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 187/2023, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012).
Ιδίως, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, ΑΠ 1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ10/2015).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης ( ΑΠ 69/2023).
Στη προκειμένη περίπτωση, κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της από 4.4.2016 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι σ'αυτή εξετίθεντο τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ότι η πρώτη ενάγουσα είναι παραγωγός και έμπορος προϊόντων ζύθου διαθέτοντας εργοστάσιο στην Αταλάντη Φθιώτιδας και η δεύτερη, θυγατρική της πρώτης και διανομέας των προϊόντων της.
Ότι αμφότερες συνεργάζονται με περισσότερα από 1.800 σημεία διάθεσης των προϊόντων τους και ότι η πρώτη καταλαμβάνει ποσοστό 4,4% στην αγορά βαρελίσιας μπύρας. Ότι κατά την τριετία 2012-2015 οι πωλήσεις των προϊόντων της πρώτης παρουσίασαν σημαντική άνοδο, ποσοστού 33% ως αποτέλεσμα της εντατικής και δαπανηρής προσπάθειάς της για προώθηση και διαφήμιση των προϊόντων της.
Ότι η διαδικασία διακίνησης και προώθησης της βαρελίσιας μπύρας παραγωγής ή εμπορίας της πρώτης εταιρείας στην ελληνική αγορά, γίνεται μέσω της δεύτερης θυγατρικής της εταιρείας, με την παραχώρηση στις συνεργαζόμενες με αυτές επιχειρήσεις (σημεία πώλησης : καφέ, μπαρ, ουζερί, εστιατόρια κλπ) της χρήσης ειδικών ψυκτών για τη ψύξη της περιεχόμενης στα βαρέλια μπύρας και ειδικών φιαλών ανθρακικού για τον εμπλουτισμό του περιεχομένου μπύρας, και την πώληση σε χονδρεμπόρους -διανομείς των προϊόντων μπύρας που η πρώτη των εναγουσών παράγει, σε συσκευασίες βαρελιών, τα οποία φέρουν ως διακριτικά γνωρίσματα, μία εμφανή περιμετρική λωρίδα μπλε ή κόκκινου χρώματος στο επάνω μέρος τους, και επί πλέον, ανάγλυφα το σήμα-διακριτικό γνώρισμα "ΕΖΑ" ή το σήμα των συνεργαζομένων με την πρώτη ενάγουσα εταιρειών (πχ.
Krombacher, Lowenbrau, Moringer). Ότι ακολούθως, κάθε συνεργαζόμενο σημείο λιανικής πώλησης βαρελίσιας μπύρας παραλαμβάνει από τον χονδρέμπορο της περιοχής του, συνήθως περισσότερα του ενός, πλήρη με μπύρα (επαναγεμιζόμενα) βαρέλια της κυριότητος της πρώτης ενάγουσας, τα οποία ο εκάστοτε συνεργάτης συνδέει με τη βρύση στην οποία έχει επιτεθεί το σήμα της μάρκας, στην οποία αντιστοιχεί το συνδεδεμένο βαρέλι, και από αυτή γεμίζει ποτήρια μπύρας που παραγγέλλουν οι καταναλωτές -πελάτες του.
Ότι οι χονδρέμποροι που μεταπωλούν το περιεχόμενο (μπύρα) των βαρελιών (και όχι το ίδιο το βαρέλι που επαναγεμίζεται) χρεώνονται λογιστικά από την δεύτερη εξ αυτών (εναγουσών) ποσό εγγυοδοσίας ίσο προς 41 ευρώ για κάθε συσκευασία βαρελιού που παραλαμβάνουν προς μεταπώληση-διανομή. Ότι όταν το περιεχόμενο των παραληφθέντων βαρελιών από ένα κατάστημα κοντεύει να εξαντληθεί, ο συνεργάτης παραγγέλλει εκ νέου και έγκαιρα από τον χονδρέμπορο γεμάτα βαρέλια, τα οποία του αποστέλλονται από τον χονδρέμπορο μέσω συνεργατών μεταφορέων (πχ.
φορτηγά δημόσιας χρήσης) και κατά την παράδοση των γεμάτων βαρελιών ο συνεργάτης παραδίδει στον μεταφορέα προς επιστροφή στον χονδρέμπορο και από τον τελευταίο, στις εγκαταστάσεις του ομίλου τους (εναγουσών) στη Φθιώτιδα τα κενά βαρέλια, και τότε πιστώνεται λογιστικά ο χονδρέμπορος με το προαναφερόμενο ποσό των 41 ευρώ ανά βαρέλι.
Ότι η διακίνηση της βαρελίσιας μπύρας εξαρτάται απολύτως από την απρόσκοπτη κυκλοφορία και ροή των άδειων βαρελιών προς τις εγκαταστάσεις τους (εναγουσών) και αντιστρόφως την ροή των γεμάτων βαρελιών προς το δίκτυο λιανικής. Ότι την αυτή πρακτική διακίνησης ακολουθεί και η εναγομένη εταιρεία, η οποία είναι εταιρεία συναφούς σκοπού που προέκυψε τον Νοέμβριο 2014 από τη συγχώνευση της εταιρείας "Ολυμπιακή Ζυθοποιΐα", που διακινούσε την μπύρα FIX, και της εταιρείας "MYTHOS", και είναι μέλος της πολυεθνικής εταιρείας "CARLSBERG", κατέχοντας ποσοστό 27% του μεριδίου αγοράς στη βαρελίσια μπύρα.
Ότι περί τα μέσα Απριλίου 2015 οι ενάγουσες άρχισαν να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση των παραγγελιών του δικτύου διανομής τους, καθώς ο αριθμός των παραγγελλομένων βαρελιών υπερέβαινε αισθητά τον αριθμό των επιστρεφομένων από τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα συνεργάτες των εναγουσών να διαπιστώσουν, μετά από έρευνα, ότι βαρέλια κυριότητας των εναγουσών είχαν συσσωρευθεί στις αποθήκες της εναγομένης ανταγωνίστριας εταιρείας, η οποία εκμεταλλευόμενη την κατάσταση, έσπευδε να εκπληρώσει η ίδια τις ανάγκες των πελατών (συνεργαζομένων επιχειρήσεων) των εναγουσών για βαρελίσια μπύρα, με συνέπεια την μείωση των πελατών των τελευταίων υπέρ της εναγομένης.
Ότι οι ενάγουσες άμεσα απευθύνθηκαν στην υπεύθυνη της εναγομένης, η οποία αρχικά παραδέχθηκε ότι είχε στη κατοχή της 1.260 βαρέλια και τελικώς, μετά νέα καταμέτρηση, ότι είχε στην κατοχή της 3.990 βαρέλια της πρώτης αυτών (εναγουσών), ενώ αρνήθηκε την απόδοσή τους στις ενάγουσες, αξιώνοντας για την επιστροφή τους την καταβολή ποσού 60 ευρώ ανά βαρέλι (συνολικά 239.000 ευρώ).
Ότι με την αθέμιτη αυτή πρακτική της η εναγομένη αποστέρησε τις ενάγουσες από τη δυνατότητα χρήσης των βαρελιών της προς εκπλήρωση των παραγγελιών των πελατών της, έχοντας ως σκοπό την ευόδωση της πολυδάπανης επενδυτικής τους προσπάθειας, την παρακώλυση της εμπορικής και επιχειρηματικής λειτουργίας τους, την απόσπαση πελατείας τους και την ανάσχεση της ανοδικής πορείας των επιχειρήσεών τους, επ' ωφελεία της, καθόσον με τον τρόπο αυτό, το έτος 2015 αύξησε τις πωλήσεις της κατά ποσοστό 6%, ενώ το προηγούμενο έτος η δραστηριότητά της είχε μηδενική αύξηση.
Ότι υφίσταται κίνδυνος, η εναγομένη να συνεχίσει και στο μέλλον να συλλέγει χωρίς δικαίωμα, να διακρατεί και να εκμεταλλεύεται τα βαρέλια των εναγουσών. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, οι ενάγουσες ζήτησαν να διαταχθεί η απογραφή των βαρελιών ιδιοκτησίας τους (κατά τα αναλυτικώς περιγραφόμενα) να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον να συλλέγει, διακρατεί, εκποιεί και εκμεταλλεύεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο τα βαρέλια των εναγουσών (όπως αναλυτικώς προσδιορίζονται) με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνουσα άπαντα τα ανωτέρω προεκτεθέντα ως αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης, χωρίς να ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας ενός εκάστου των χονδρεμπόρων στους οποίους "...τάχα πωλούσαμε τα βαρέλια της αντιδίκου περιέχοντα διάφορης στην πραγματικότητα εταιρείας ζύθο, ώστε η εταιρεία μας να είναι σε θέση να αμυνθεί ελέγχοντας αν πράγματι συνεργαζόταν με τους εν λόγω χονδρεμπόρους...", καθόσον εν προκειμένω κρίσιμο ζήτημα για το ορισμένο των αγωγικών ισχυρισμών ήταν η εκ μέρους της εναγομένης, άνευ δικαιώματος, κατοχή βαρελιών μπύρας της κυριότητος της πρώτης των εναγουσών, η οποία (κατοχή) προκαλούσε έλλειψη αποθέματος στην τελευταία και αθεμίτως παρακώλυε την επιχειρηματική δραστηριότητα των εναγουσών, ανεξαρτήτως του ποία υπήρξαν τα πρόσωπα από τα οποία η εναγομένη προμηθεύθηκε τα βαρέλια των εναγουσών.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, δεν παρέλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, δηλαδή να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της μη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής είναι αβάσιμος. Από τη παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής : " Η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην παραγωγή και διανομή προϊόντων ζύθου, διατηρώντας προς τούτο εργοστάσιο ζύθου στην περιοχή της Αταλάντης Φθιώτιδας, στο οποίο παράγει προϊόντα ζύθου, όπως οι μπύρες Pils Hellas, Berlin Premium Lager και ΕΖΑ.
Βασικό προϊόν της παραγωγής της αποτελεί η βαρελίσια μπύρα, την οποία διαθέτει σε συσκευασίες βαρελιών, ενώ διακινεί και μπύρες παραγωγής άλλων εταιρειών όπως τις μπύρες Krombacher, Acrobrau, Augustin, Golden Draak καταλαμβάνοντας μερίδιο περίπου 4,4% στην αγορά βαρελίσιας μπύρας. Η δεύτερη ενάγουσα είναι θυγατρική της πρώτης και δραστηριοποιείται κατ' αποκλειστικότητα στην διανομή των προϊόντων παραγωγής της μητρικής της εταιρείας, πρώτης ενάγουσας.
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται επίσης, στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας προϊόντων ζύθου, διαθέτοντας μερίδιο 27,3 % στην αγορά βαρελίσιας μπύρας. Μεταξύ των προϊόντων ζύθου που παράγει είναι οι μπύρες ΦΙΞ, ΜΥΘΟΣ, KAISER, CARLSBERG. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η διαδικασία διακίνησης και προώθησης της βαρελίσιας μπύρας στην ελληνική αγορά πραγματοποιείται από τις ενάγουσες εταιρείες όπως εν γένει και τις λοιπές ζυθοπαραγωγούς εταιρείες ως εξής:
Η πρώτη ενάγουσα διά της δεύτερης ενάγουσας, παραχωρεί στις συνεργαζόμενες με αυτή επιχειρήσεις που αποτελούν τα τελικά σημεία διάθεσης της μπύρας τους (εστιατόρια, μπαρ κλπ) τη χρήση ειδικών ψυκτών για την ψύξη της περιεχόμενης στα βαρέλια μπύρας, καθώς και ειδικών φιαλών ανθρακικού για τον εμπλουτισμό του περιεχομένου της μπύρας που εξάγεται από τα βαρέλια, προς διάθεση στους τελικούς καταναλωτές.
Η παραγόμενη μπύρα από την πρώτη ενάγουσα συσκευάζεται σε μεταλλικά βαρέλια των 50 λίτρων, των 30 λίτρων ή των 20 λίτρων, τα οποία φέρουν... Στη συνέχεια η δεύτερη ενάγουσα παραδίδει τα βαρέλια μπύρας, παραγωγής ή προέλευσης από την πρώτη ενάγουσα, στους χονδρεμπόρους οι οποίοι αναλαμβάνουν πλέον την παράδοσή τους στα τελικά σημεία διάθεσης του προϊόντος...
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι μετά την εξάντληση του περιεχομένου των βαρελιών, τα τελευταία επιστρέφονται, μέσω των χονδρεμπόρων, στην πρώτη ενάγουσα, η οποία τα γεμίζει εκ νέου και κατά τον ίδιο τρόπο τα επαναπροωθεί στις επιχειρήσεις. Ως εξασφάλιση για την επιστροφή των βαρελιών η δεύτερη ενάγουσα που αναλαμβάνει την διανομή των βαρελιών στους χονδρεμπόρους χρεώνει τους τελευταίους λογιστικά με το ποσό των 41 ευρώ για κάθε παραδιδόμενο βαρέλι και κατά την επιστροφή αυτού τους πιστώνει λογιστικά επίσης με το ποσό των 41 ευρώ, για κάθε παραδιδόμενο βαρέλι.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η κυριότητα των βαρελιών της πρώτης ενάγουσας εταιρείας παραμένει σε αυτή και δεν μεταβιβάζεται στους χονδρεμπόρους, παρά μόνον συμφωνείται η παραχώρηση σ'αυτούς της χρήσης τους στα πλαίσια αμφοτεροβαρών προφορικών συμβάσεων (πχ χρησιδανείου, παρακαταθήκης) για τις ανάγκες διακίνησης της βαρελίσιας μπύρας.
Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα μεταλλικά επαναγεμιζόμενα βαρέλια που διακινούνται στο χώρο της ζυθοποιΐας μεταξύ παραγωγών εταιρειών, χονδρεμπόρων και εν τέλει σημείων διάθεσης του περιεχομένου τους, στο καταναλωτικό κοινό (μπαρ, εστιατόρια, αναψυκτήρια κλπ) φέρουν ανάγλυψα στις επιφάνειές τους τις επωνυμίες των ζυθοπαραγωγών εταιρειών (πχ ΕΖΑ, ΗΒΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ) καθώς και άλλα διακριτικά της προέλευσής τους (περιμετρικές έγχρωμες λωρίδες κλπ) προκειμένου έτσι να διευκολύνεται από τους τρίτους (επιχειρήσεις διάθεσης βαρελίσιας μπύρας, χονδρεμπόρους και μεταφορείς) ο έλεγχος και η ταξινόμησή τους ανάλογα με την εταιρεία προέλευσής τους και στη συνέχεια να εξασφαλίζεται η επιστροφή τους σε αυτή...Η εκκαλούσα-εναγομένη εταιρεία ισχυρίστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι οι χονδρέμποροι που παραλαμβάνουν από τις ζυθοπαραγωγούς εταιρείες τα γεμάτα με ζύθο βαρέλια και καταβάλλουν ή χρεώνονται λογιστικά με το εκάστοτε συμφωνηθέν ποσό εγγυοδοσίας υπέρ των ζυθοπαραγωγών σύμφωνα με ρητή συμφωνία τους, έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν είτε την επιστροφή τους (μετά την ανάλωση του περιεχομένου τους από τα σημεία πώλησής τους) στις εταιρείες και την είσπραξη ή την λογιστική πίστωσή τους με το ποσό της εγγυοδοσίας για κάθε παραδιδόμενο βαρέλι, είτε τη μη επιστροφή τους και την κατάπτωση σε βάρος τους του ποσού της εγγυοδοσίας, ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι εφόσον οι χονδρέμποροι επιλέξουν την δεύτερη από τις παραπάνω επιλογές, τότε πλέον οι ζυθοπαραγωγοί εταιρείες, με την κατάπτωση της εγγυοδοσίας χάνουν το δικαίωμα κυριότητός τους επί των βαρελιών και καθίστανται οι χονδρέμποροι κύριοι αυτών.
Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας εναγομένης ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε, όπως και το παρόν Δικαστήριο, ότι η εγγυοδοσία στη προκειμένη περίπτωση έχει την έννοια της ποινικής ρήτρας. Ειδικότερα, έχει συμφωνηθεί μεταξύ των ζυθοπαραγωγών εταιρειών και των χονδρεμπόρων, ότι σε περίπτωση είτε υπαίτιας αδυναμίας από τους τελευταίους εκπλήρωσης της υποχρέωσης επιστροφής των επαναγεμιζόμενων βαρελιών είτε περιέλευσής τους σε υπερημερία, θα καταπέσει εις βάρος τους η ποινική ρήτρα (αρθ. 404,405,406 του ΑΚ).
Εφόσον δε, συνέτρεχε η περίπτωση της υπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παραπάνω υποχρέωσής τους, η κατάπτωση σε βάρος των χονδρεμπόρων της ποινικής ρήτρας δεν αποστερεί τις παραγωγούς εταιρείες από το δικαίωμα της κυριότητός τους επί των βαρελιών, έστω και αν λόγω της επιλογής τους (διαζευκτική ευχέρεια άρθρου 406 παρ. 1 ΑΚ) να καταπέσει η ποινική ρήτρα δεν μπορούν πλέον να αξιώσουν από τους χονδρεμπόρους την εκπλήρωση της παροχής τους.
Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των εναγουσών και των χονδρεμπόρων είχε συμφωνηθεί η κατάπτωση της προαναφερόμενης ποινικής ρήτρας ως νόμιμη αιτία μεταβίβασης σ'αυτούς των βαρελιών, αλλά είχε συμφωνηθεί με αποκλειστικό σκοπό να διασφαλίζεται η μη αποστέρηση από τις ζυθοπαραγωγούς εταιρείες της χρήσης των βαρελιών τους, τα οποία αποτελούν το βασικό εργαλείο διακίνησης των προϊόντων τους...Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στα μέσα Απριλίου του έτους 2015 περίοδος που ξεκινά στον κλάδο της ζυθοποιΐας η αυξημένη ζήτηση μπύρας από τις επιχειρήσεις, οι εφεσίβλητες-ενάγουσες εταιρείες αντιμετώπιζαν προβλήματα εξυπηρέτησης των παραγγελιών τους καθώς τα βαρέλια που παραγγέλλονταν υπερέβαιναν αριθμητικά τα επιστρεφόμενα από τους χονδρεμπόρους βαρέλια, με αποτέλεσμα άλλοτε να καθυστερούν και άλλοτε να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πελατών τους.
Για το λόγο αυτό το προσωπικό του τμήματος πωλήσεων της πρώτης ενάγουσας ξεκίνησε έρευνα στις εγκαταστάσεις διαφόρων συνεργαζομένων με τις ενάγουσες χονδρεμπόρων καθώς και στις αποθήκες των μεταφορέων, προκειμένου να διαπιστώσει αν διαθέτουν άδεια βαρέλια των εναγουσών. Ο μάρτυρας απόδειξης Δ. Σ., ο οποίος εργάζεται στο τμήμα πωλήσεων της πρώτης ενάγουσας εταιρείας κατέθεσε χαρακτηριστικά και επί λέξει, στο κρίσιμο σημείο της με αριθμό ....2017 ένορκης βεβαίωσης : "...
στο διάστημα αυτό διαπίστωσα ο ίδιος βαρέλια της εταιρείας μας (που φέρουν τα διακριτικά της γνωρίσματα) να χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση της μπύρας ΜΥΘΟΣ και ΦΙΞ της Ολυμπιακής Ζυθοποιΐας. Είχαν δηλαδή τη χαρακτηριστική σφραγίδα της Ολυμπιακής Ζυθοποΐας στο στόμιο του βαρελιού και συνήθως κάποιο αυτοκόλλητο με το σήμα της Ολυμπιακής Ζυθοποΐας.
Είχαν επιτεθεί σήματα π.χ. της μάρκας ΜΥΘΟΣ στο εξωτερικό του βαρελιού, ενώ στο εσωτερικό φαίνονταν η ανάγλυφη επιγραφή ΕΖΑ. Οι έμποροι μου επιβεβαίωναν ότι στα παραπάνω βαρέλια διακινούνταν προϊόντα της Ολυμπιακής Ζυθοποιΐας. Παρατήρησα σε δεκάδες συνεργάτες, ανά ένα συνεργάτη, δέκα έως είκοσι βαρέλια, σε μία περίοδο που αποκλείεται πρακτικά να δει κανείς δύο φορές το ίδιο φαινόμενο σε πολλά μέρη ίδιο βαρέλι.
Σε μία αποθήκη ενός μεγάλου μεταφορέως, που συνεργαζόταν από πέρυσι με την Ολυμπιακή Ζυθοποιΐα, αλλά ξεκίνησε να συνεργάζεται με την δική μας εταιρεία, είδα μία ποσότητα ογδόντα έως εκατό βαρέλια μας να χρησιμοποιούνται από την Ολυμπιακή Ζυθοποιΐα..".
Περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα, στελέχη του τμήματος πωλήσεων της πρώτης ενάγουσας εταιρείας, παρατήρησαν το ίδιο φαινόμενο σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Ανευρέθηκαν μάλιστα σε αποθήκη χονδρεμπόρου οκτώ (8) βαρέλια των εναγουσών με την ανάγλυφη διακριτική ένδειξη "ΕΖΑ" η οποία είχε καλυφθεί με ένα μεταλλικό έλασμα που ανέγραφε την ονομασία της μπύρας "ΜΥΘΟΣ" που διακινείται από την εναγομένη.
Στις αρχές του Ιουνίου του ιδίου έτους ο διευθυντής διακίνησης (logistics) της πρώτης ενάγουσας Χ. Π. επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Κ. Τ., διευθύντρια του τμήματος προμηθειών της εναγομένης, προκειμένου να τον ενημερώσει αν στις αποθήκες της τελευταίας υπάρχουν και σε ποια ποσότητα άδεια βαρέλια των εναγουσών.
Παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις του παραπάνω διευθυντικού στελέχους της πρώτης ενάγουσας, η εναγομένη απήντησε με το από 4.8.2015 μήνυμα της ως άνω διευθύντριάς της, με το οποίο την ενημέρωνε, ότι στο εργοστάσιο της εναγομένης υπήρχαν περίπου 1260 βαρέλια των 30 λίτρων έκαστο της πρώτης ενάγουσας εταιρείας, και ότι για την παράδοσή τους στις ενάγουσες έπρεπε να καταβάλουν (σε επιταγή) το ποσό των 75.600 ευρώ, το οποίο είχε υπολογισθεί με βάση το ποσό εγγυοδοσίας 60 ευρώ για κάθε παραδιδόμενο βαρέλι.
Μετά από νέα τηλεφωνική όχληση του Χ. Π., η εναγομένη έστειλε την 16η.10.2015 νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο τον ενημέρωνε ότι διαθέτει 3.990 βαρέλια της πρώτης. Μετά από προφορική άρνηση των εναγουσών να καταβάλουν οποιοδήποτε τίμημα για την παράδοση των βαρελιών τους, η εναγομένη υποστήριξε με την από 26.1.2016 εξώδικη επιστολή της προς τις ενάγουσες τη θέση της που επανέλαβε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι δηλαδή, αυτή πιστώνοντας τους χονδρεμπόρους με το ποσό εγγυοδοσίας των 60 ευρώ για κάθε βαρέλι που της επιστράφηκε, κατέβαλε το τίμημα για την αξία τους και ως εκ τούτου απέκτησε την κυριότητά τους, με αποτέλεσμα να προτείνει εύλογα στις ενάγουσες την παράδοση των βαρελιών τους είτε διά ανταλλαγής με δικά της βαρέλια, που τυχόν είχαν περιέλθει στην κατοχή τους, είτε διά καταβολής σ'αυτήν του αντίστοιχου (με το ποσό εγγυοδοσίας) τιμήματος.
Ωστόσο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας ουδόλως συνεπάγετο την μεταβίβαση της κυριότητας και της νομής των βαρελιών από την πρώτη ενάγουσας προς τους χονδρεμπόρους. Το υποστηριζόμενο δε γεγονός από την εναγομένη ότι πίστωσε τους χονδρεμπόρους για τα παραδιδόμενα σε αυτή βαρέλια με το ποσό εγγυοδοσίας των 60 ευρώ ανά βαρέλι, δεν συνεπάγεται ότι αυτή απέκτησε με καλή πίστη την κυριότητά τους, καθώς όπως ήδη αποδείχθηκε, είναι πάγια πρακτική στον κλάδο της ζυθοποιΐας η πίστωση ή η χρέωση με το ποσό της "εγγυοδοσίας" για κάθε βαρέλι, με σκοπό τη διασφάλιση της επιστροφής του στην ιδιοκτήτρια ζυθοπαραγωγό εταιρεία, και ουδόλως ισχύει ως αντίτιμο για την απόκτηση της κυριότητάς του...
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το έτος 2015 περίπου 313 αποκλειστικοί συνεργάτες των εναγουσών εταιρειών που προμηθεύονταν από αυτές βαρελίσια μπύρα Pils Hellas και Berlin, που αποτελούσαν το 1/5 του συνόλου των συνεργατών τους (συνολικά 1338 συνεργάτες) διέκοψαν την συνεργασία τους μαζί τους, λόγω της καθυστέρησής τους να ανταποκριθούν στις παραγγελίες και ξεκίνησαν την συνεργασία τους με την εναγομένη ή την Αθηναϊκή Ζυθοποιΐα (μπύρες HEINEKEN, AMSTEL κλπ).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συγκέντρωσε συστηματικά ένα σημαντικό αριθμό βαρελιών προέλευσης της πρώτης ενάγουσας με σκοπό να αποστερήσει αμφότερες τις ενάγουσες από το βασικό εργαλείο διακίνησης των προϊόντων τους και να δυσχεράνει την εκπλήρωση των παραγγελιών τους απέναντι στους πελάτες τους.
Σε καμία περίπτωση η συσσώρευση ενός τόσο μεγάλου αριθμού βαρελιών των εναγουσών στις εγκαταστάσεις της εναγομένης δεν μπορεί να αποδοθεί σε τυχαία ή εκ παραδρομής των υπαλλήλων παραλαβή αυτών από τους χονδρεμπόρους, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 4.8.2015 (ημερομηνία πρώτου ηλεκτρονικού μηνύματος σχετικά με τον αριθμό των βαρελιών των εναγουσών που κατείχε η εναγομένη) έως τις 18.10.2015 (ημερομηνία δεύτερου ηλεκτρονικού μηνύματος σχετικά με τον νεότερο αριθμό βαρελιών που κατείχε η εναγομένη), τούτη συγκέντρωσε τον αριθμό των 2.730 βαρελιών των εναγουσών, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι σε συνεννόηση με τους συνεργαζομένους με αυτή χονδρεμπόρους, επεδίωκε την απόσπαση από τις ενάγουσες των βαρελιών τους, την ένταξη αυτών στο δικό της εμπορικό κύκλο και τη συνακόλουθη εκμετάλλευση από αυτή της δυσχερούς θέσης των εναγουσών να ανταποκριθούν στις παραγγελίες των πελατών τους.
Η εκκαλούσα για να αμφισβητήσει την παραδοχή της εκκαλούσας, ότι 2.730 βαρέλια συνελέγησαν στο διάστημα μεταξύ της αποστολής των δύο ενδίκων e-mails ισχυρίζεται, ότι τα βαρέλια επιστρέφονται με μιάς στο τέλος του καλοκαιριού από τους χονδρεμπόρους, λόγω λήξης της σεζόν. Στην πραγματικότητα τα βαρέλια πηγαινοέρχονται (άλλοτε γεμάτα, άλλοτε άδεια) από και προς τις εφεσίβλητες-ενάγουσες εταιρείες καθόλη τη διάρκεια του καλοκαιριού (ο χρόνος λήξης διάρκειας ζωής μπύρας ανοιγμένου βαρελιού είναι 3-5 ημέρες) για το σκοπό της επαναγέμισης, ενώ δεν επιστρέφονται συγκεντρωμένα όλα μαζί.
Ακόμη και βαρέλια, που συνελέγησαν νωρίτερα για πρώτη φορά επαναχρησιμοποιήθηκαν πολλές φορές από την εκκαλούσα για να συγκεντρωθούν οριστικά στο άνω διάστημα...
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η προεκτεθείσα πρακτική της εκκαλούσας-εναγομένης αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει προσκόμματα στην εμπορική δραστηριότητα των εναγουσών, που κινούνται στον ίδιο ανταγωνιστικό κλάδο (της ζυθοποιΐας) με αυτή και συγκεκριμένα να τις παρεμποδίσει να προωθούν και να διακινούν τα προϊόντα τους στην αγορά, να αποσπάσει πελατεία των εναγουσών, καθόσον έσπευδε η ίδια να προτείνει στους δυσαρεστημένους πελάτες τους την έναρξη συνεργασίας με αυτή, εξυπηρετώντας τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες τους, τυγχάνει αθέμιτη και αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, τα οποία επιβάλλουν στον οικείο κλάδο της ζυθοποιΐας οι παραγωγοί προϊόντων ζύθου να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να ελέγχουν την εισροή των βαρελιών στις εγκαταστάσεις τους και να μην παραλαμβάνουν σκοπίμως βαρέλια ξένης προέλευσης και δέχθηκε την αγωγή των εφεσιβλήτων-εναγουσών δεν έσφαλε, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας -εναγομένης που πλήττουν τις διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι..." Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη, για τις πλημμέλειες της ευθείας (πρώτο σκέλος του λόγου) και εκ πλαγίου (δεύτερο σκέλος του λόγου) παράβασης (αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για το λόγο ότι το Εφετείο "εσφαλμένα ερμήνευσε τις μεταξύ των εταιρειών μας συναλλακτικές πρακτικές" και παρόλο που διαπίστωσε κενό και αμφιβολία ως προς το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, εν τούτοις δεν κατέφυγε στη χρήση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (αρθ. 173,200 του ΑΚ) προκειμένου να ανεύρει το ακριβές νόημα της συμφωνίας των μερών συναφώς προς τα άνω ζητήματα, που ήταν η ελεύθερη κυκλοφορία των βαρελιών, λαμβανομένου υπόψη του ότι οι αναιρεσείουσες, μετά την απομάκρυνση από τις εγκαταστάσεις τους των γεμάτων βαρελιών ζύθου και την παράδοσή τους στους χονδρεμπόρους προς μεταπώληση σε πελάτες λιανικής, "χάνουν τον έλεγχο της πορείας τους" επερχομένης έτσι επιτρεπτής ανάμιξης των βαρελιών που προέρχονται από διαφορετικές ζυθοπαραγωγικές εταιρείες στα τελικά σημεία πώλησης και στις αποθήκες των χονδρεμπόρων, της συναλλακτικώς καθιερωμένης αυτής πρακτικής της ελεύθερης κυκλοφορίας των βαρελιών στην αγορά, εξασφαλιζομένης με την εγγυοδοσία.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, ως αναλυτικά προεκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αντικείμενο ερμηνείας είναι μόνον μονομερείς δικαιοπραξίες και συμβάσεις και όχι "συναλλακτικές πρακτικές", υπό την έννοια προδήλως των συναλλακτικών ηθών, τα οποία συνιστούν κριτήρια και όχι αντικείμενο της ερμηνείας, αλλά και διότι η αναιρεσείουσα αναφέρεται σε συμφωνία με συμβαλλόμενα μέρη τις διαδίκους.
Όμως, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, τα διάδικα μέρη δεν συνδέονται μεταξύ τους με οποιοδήποτε συμβατικό δεσμό, μη έχοντας καταρτίσει οποιαδήποτε δικαιοπραξία, ώστε διαπιστουμένου κενού στη μεταξύ τους σύμβαση, να υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να προβεί σε ερμηνεία αυτής κατά τις άνω διατάξεις.
Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος. Τούτο διότι η μόνη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, υφισταμένη στη προκειμένη περίπτωση συμφωνία, είναι αυτή μεταξύ (α) των αναιρεσιβλήτων και (β) των χονδρεμπόρων οι οποίοι, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, αγοράζουν τις ποσότητες βαρελίσιας μπύρας από τη πρώτη αναιρεσίβλητη, παραλαμβάνουν αυτές από τις εγκαταστάσεις διανομής της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων θυγατρικής εταιρείας της πρώτης, και ακολούθως τις μεταπωλούν σε πελάτες λιανικής-συνεργαζόμενα σημεία πώλησης, ρητώς όμως εξαιρουμένης της πώλησης στους τελευταίους, των βαρελιών συσκευασίας των ποσοτήτων μπύρας που αυτοί αγοράζουν, ενώ, κατά την παραλαβή των γεμάτων βαρελιών μπύρας, χρεώνονται αυτοί λογιστικά το ποσό των 41 ευρώ για κάθε βαρέλι μπύρας, ενώ πιστώνονται λογιστικά το αυτό ποσό, ταυτόχρονα με την επιστροφή στις αναιρεσίβλητες του άδειου βαρελιού μπύρας, ώστε να εξασφαλίζεται η συμφωνημένη επιστροφή του στις τελευταίες.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει (κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών της) ότι η παρεπόμενη αυτή συμφωνία μεταξύ αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων αναπτύσσει ουσιώδη μετενέργεια στις ένδικες σχέσεις των διαδίκων μερών, καθόσον συνιστά "εμπορικό έθιμο", σύμφωνα με το οποίο έχει καθιερωθεί ως εμπορική πρακτική του κλάδου της ζυθοποιΐας, η ελεύθερη κυκλοφορία των βαρελιών μπύρας, με συναλλακτικώς καθιερωμένη καταβολή εγγυοδοσίας, και τούτο διότι, κατά την ισχύουσα συναλλακτική πρακτική, κάθε ζυθοπαραγωγός εταιρεία, κυρία των βαρελιών στα οποία συσκευάζει την μπύρα που διαθέτει στην αγορά, όπως και την μπύρα που δεν παράγει αλλά εμπορεύεται, χάνει την κατοχή της στα κενά βαρέλια, μόλις αυτά απομακρυνθούν από το χώρο ευθύνης της και παραδοθούν στους αγοραστές της βαρελίσιας μπύρας χονδρεμπόρους, με σκοπό τη μεταπώληση στους πελάτες λιανικής, ώστε, με την διακίνηση αυτή να επέρχεται "ανάμιξη" των βαρελιών που προέρχονται από διάφορες εταιρείες ζυθοπαραγωγής, καταβάλλοντας δε η ίδια στους χονδρεμπόρους το ποσό των 60 ευρώ που συνιστά το ποσό εγγυοδοσίας με το οποίο εκείνη τους χρεώνει για την επιστροφή των δικών της βαρελιών, καθίσταται κυρία αυτών, αιτία πωλήσεως, αποκρουομένης συνεπώς της αθέμιτης και εναντίον των χρηστών ηθών και με σκοπό τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς που της αποδίδουν οι αναιρεσίβλητες.
Η ως άνω περιγραφόμενη συναλλακτική πρακτική, παρεκτός που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ρητώς αποκρούστηκε ως μη αποδειχθείσα και ισχύουσα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως κριτήριο ερμηνείας της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα παρεπόμενης συμφωνίας, καθόσον προσκρούει στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1034 και 1036 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες η μεταβίβαση κυριότητος κινητού κατ' αρχήν προϋποθέτει την ύπαρξη κυριότητος στο πρόσωπο του μεταβιβάσαντος, η έλλειψή της όμως θεραπεύεται, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συναίνεσης, έγκρισης ή καλόπιστης κτήσης του κινητού από τον αποκτώντα.
Στη προκειμένη περίπτωση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, αφενός μεν, ουδέποτε οι αναιρεσίβλητες απώλεσαν την νομή και κατοχή επί των επιδίκων βαρελιών, την οποία ασκούσαν διά μέσου των χονδρεμπόρων ως κατόχων αυτών και στο όνομα και για λογαριασμό τους (αναιρεσιβλήτων), αφετέρου δε, η αναιρεσείουσα τελούσε σε πλήρη γνώση του δικαιώματος της κυριότητος των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων κινητών πραγμάτων, και συνεπώς, της έλλειψης κυριότητος επί των επιδίκων βαρελιών στο πρόσωπο των χονδρεμπόρων, από τους οποίους επομένως, παρά την εκ μέρους της καταβολή του ποσού των 60 ευρώ, κατά την υλική παράδοση εκάστου άδειου βαρελιού, ουδέν δικαίωμα κυριότητος επ' αυτών απέκτησε, ελλείποντος στο πρόσωπό της του στοιχείου της καλής πίστης.
Τούτο δε, ανεξαρτήτως και πέραν του νομικού χαρακτηρισμού της συμφωνίας μεταξύ αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων ως εγγυοδοσίας ή ποινικής ρήτρας (όπως δέχεται η προσβαλλομένη) καθόσον η εγγυοδοσία ως ένα είδος "προκαταβολής" για ενοχική υποχρέωση που θα μείνει ανεκτέλεστη ή η ποινική ρήτρα ως μέσον εξαναγκασμού και κύρωση για τη περίπτωση αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης (εν προκειμένω ως υποχρέωσης νοουμένης της επιστροφής των άδειων βαρελιών στην κυρία αυτών πρώτη των αναιρεσιβλήτων ή στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων για λογαριασμό της πρώτης) καταπίπτουν υπέρ του δανειστού υπέρ του οποίου συνομολογήθηκαν ως παρεπόμενες συμφωνίες.
Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα είναι τρίτη στη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων παρεπόμενη αυτή συμφωνία, με συνέπεια η εκ μέρους της καταβολή στους χονδρεμπόρους, του ποσού των 60 ευρώ ανά βαρέλι, αφενός μεν, δεν απαλλάσσει αυτούς από την υποχρέωση επιστροφής των άδειων βαρελιών στις αναιρεσίβλητες, αφετέρου δε, δεν προσπορίζει στην αναιρεσείουσα οποιοδήποτε δικαίωμα επί των βαρελιών, ούτως ώστε η άνευ δικαιώματος συλλογή και χρήση τους να συνιστά παραβίαση των διατάξεων περί αθεμίτου ανταγωνισμού, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η συμπεριφορά αυτή αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει προσκόμματα στην εμπορική δραστηριότητα των εναγουσών, που κινούνται στον κλάδο της ζυθοποιΐας και ειδικότερα, στο να τις παρεμποδίσει να προωθούν τα προϊόντα τους στην αγορά και να αποσπάσει από αυτές την πελατεία τους.
Τέλος, η ισχυριζομένη ύπαρξη του επικαλουμένου εθίμου είναι νόμω απαγορευμένη και για το λόγο ότι προσκρούει σε απαγορευτικές διατάξεις αναγκαστικού δημοσίου δικαίου. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΑΚ, οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα. Όμως "το έθιμον δεν καταργεί νόμον", σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΝΔ της 7/10 Μαΐου 1946 (ΦΕΚ Α'151) "Περί αποκαταστάσεως του αστικού κώδικος και του εισαγωγικού αυτού νόμου", ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, και 3 του ΑΚ, οι κανόνες δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα, ο νόμος διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν καταργήσει αυτόν ρητώς ή σιωπηρώς και δια της ιδιωτικής βουλήσεως δεν δύναται να αποκλεισθεί η εφαρμογή κανόνων δημοσίας τάξεως. (ΑΠ 871/2013).
Οι χονδρέμποροι, συνεπώς, που κατά παράβαση των συμφωνιών επιστροφής των βαρελιών στις αναιρεσίβλητες εταιρείες πωλούν αυτά σε τρίτους, παραβιάζουν την διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ η οποία απαγορεύει και τιμωρεί την υπεξαίρεση, η δε αποκτώσα την νομή τους αναιρεσίβλητη, την διάταξη του άρθρου 394 ΠΚ, η οποία απαγορεύει και τιμωρεί την αποδοχή των υπεξαιρεθέντων προϊόντων εγκλήματος.
Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εξ αιτίας ελλιπών άλλως αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι διαλαμβάνει μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης με αντίστοιχη παραπομπή σε αριθμό σελίδας αυτής, χωρίς μεταξύ των αποσπασμάτων να υφίσταται νοηματικός σύνδεσμος, ούτε εξ άλλου γίνεται αναφορά στο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ιδίως την επίδραση αυτού στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ.2, 216 παρ. 1, 224, 335, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο νομικός χαρακτηρισμός είναι η διαδικασία υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών σε μία συγκεκριμένη νομική διάταξη που καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εμπλεκομένων μερών, και δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων, που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή, και, όπως στη συνέχεια αυτά προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό χαρακτηρισμό τους, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση εφόσον δηλαδή το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνο που προσβάλλεται από τους διαδίκους, να λαμβάνει υπόψη του πράγματα μη προταθέντα ή να παραλείπει να λάβει υπόψη του πράγματα προταθέντα, ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, ώστε δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1,8,9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο στη περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα παρά των διαδίκων προταθέντα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1181/2017, ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1468/2005).
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ελέγχεται ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, κατά αμφότερα τα σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα, καθόσον προσέδωσε στις συναλλακτικές σχέσεις της με τις αναιρεσίβλητες, νομικούς χαρακτηρισμούς επί αγωγικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί, και συγκεκριμένα, αντί του νομικού χαρακτηρισμού της αποδειχθείσας τηρουμένης πρακτικής στην επιστροφή των βαρελιών μπύρας ως αυτής της εγγυοδοσίας, απέδωσε τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό αυτής (πρακτικής) ως ποινικής ρήτρας, της οποίας δεν έγινε επίκληση.
Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι οι εν λόγω νομικοί χαρακτηρισμοί δεν αφορούν τις μεταξύ των διαδίκων συναλλακτικές σχέσεις αλλά την παρεπόμενη συμφωνία μεταξύ αναιρεσιβλήτων και χονδρεμπόρων για την επιστροφή των άδειων βαρελιών μπύρας μετά την μεταπώληση του περιεχομένου τους στους πελάτες λιανικής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.12.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3799/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ