Legislator Case Law & Legislation
1289/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague legal argument and lack of specific legal error citation.

Case Number 1289/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court erred in applying principles of common experience and substantive law, but the court found their arguments vague and lacking specific legal citations. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it failed to meet the strict requirements for challenging a court's factual assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 571 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of common experience is inadmissible if the argument is vague or fails to cite specific substantive law provisions, thereby protecting the finality of the court's factual assessment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal common experience substantive law violation factual assessment Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1289 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1289/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες

.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Δ. και της Σ., 2) Α. Π. του Δ. και της Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κυριακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Μ. και της Δ., 2) Φ. Μ. του Μ. και της Δ., 3) Π. Μ. του Μ. και της Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ..., ..., ..., μη οριστικές, ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-9-2019 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 92/2022 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 17.9.2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 51/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ... οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρισθεί η κυριότητά τους (συγκυριότητα) επί του αναφερομένου στο δικόγραφό του ακινήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) .

Με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015). 'Ετσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν. (ΑΠ 2157/2014).

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, και στερείται νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).Επίσης, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.( ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλόμενη 51/2019 απόφασή του μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων μετ'επικλήσεως ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου ...

Ζ. Β. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα..., μεταβιβάσθηκε σε εκάστη των εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, από τους Μ. Μ. του Π., πατέρα τους, Α. συζ. Σ. Α., το γένος Π. Μ., θεία τους, Ε. χήρα Π. Μ., γιαγιά τους και Α. Μ. θείο τους, ένα τυφλό οικόπεδο, εμβαδού 98,27 τ.μ., που βρίσκεται στο με αιθ.352 Ο.Τ. του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ..., πλησίον της οδού ..., όπως αυτό εμφαίνεται και περιγράφεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Τ., που προσαρτήθηκε στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη... Στους ως άνω δικαιοπαρόχους των εναγουσών το εν λόγω οικόπεδο είχε περιέλθει με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ζ. Β. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα..., του θανόντος την ... χωρίς διαθήκη (ως προς αυτό) συζύγου της Ε Μ.

και πατέρα των λοιπών από αυτούς Π. Μ. του Μ., στον οποίο περαιτέρω είχε παραχωρηθεί με άτυπη δωρεά κατά το έτος 1920 από τον πατέρα του, Μ. Μ. του Ν.. Ο Π. Μ., παππούς των εναγουσών, από το έτος 1920, που του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του το επίδικο με άτυπη δωρεά, έως το θάνατό του το έτος 1993, ασκούσε ακωλύτως επί του ακινήτου αυτού με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και ειδικότερα χρησιμοποιούσε την ευρισκόμενη εντός αυτού παλαιά ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 80 τμ περίπου, για την αποθήκευση ειδών ποτοποιίας με την οποία ασχολείτο επαγγελματικά (δηλ.

βαρέλια, νταμιζάνες, μπουκάλια κλπ.), σιτηρών για τις ανάγκες της οικογενείας του και λοιπών ειδών τα οποία δεν χρησιμοποιούσε άμεσα(παλαιά έπιπλα, διάφορα οικογενειακά κειμήλια κλπ.). Μετά το θάνατό του το ακίνητο χρησιμοποιούσαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ακωλύτως, ιδίως δε ο πατέρας των εναγουσών Μ.

Μ., ο οποίος μάλιστα, επί σειρά ετών, το δήλωνε στη φορολογική του δήλωση, ... Επί πλέον από τις ... ... και ... ... ειδικές προσκλήσεις του Ειδικού Ταμείου του Δήμου ..., προκύπτει ότι ο Π. Μ., ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου και της μη ηλεκτροδοτούμενης επ'αυτού αποθήκης, καλείτο από το Δήμο ... να καταβάλει το αντιστοιχούν τέλος ακίνητης περιουσίας για τα αναφερόμενα στις εν λόγω προσκλήσεις έτη.

Συνακόλουθα ο Π. Μ. απέκτησε πλήρη κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με την επ' αυτού ακώλυτη, συνεχή και ανεπίληπτη άσκηση πράξεων νομής και κατοχής διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, και, ακολούθως, μετά τον θάνατό του, στη νομή και κατοχή του τον διαδέχθηκαν η σύζυγός του και τα τέκνα του- νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και δικαιοπάροχοι των εναγουσών, τους οποίους διαδέχθηκαν οι ενάγουσες με ειδική διαδοχή κατά το έτος 2001, σύμφωνα με το ως άνω υπ'αριθμ. ...

συμβόλαιο γονικής παροχής-δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου ... Ζ. Β. - Μ.. Αντιθέτως, οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων ουδέποτε είχαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους το επίδικο ακίνητο και ειδικότερα: Ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ο Μ. Μ. του Ν., προπάππους των εναγουσών, ο οποίος αποβίωσε το 1946 και άφησε, με την υπ'αριθμ. ...

δημόσια διαθήκη του... την οικία στην οποία διέμενε ο ίδιος με όλη την οικογένειά του, ήτοι την οικία επί της ... αρ. 3, κατ'επικαρπία στη σύζυγό του Θ. Μ. και κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα τέκνα του Ν. Μ. και Β. Μ.. Στους υιούς του Κ., Π. και Θ. Μ., άφησε κατ'ισομοιρία την επί της παρόδου μεταξύ των οδών ...

και ... Α διώροφη οικία του μεθ' υπογείου, συνορευόμενη γύρωθεν με οικίες Μ. Κ., Α. Κ. και με την προαναφερόμενη οικία του, ήτοι την οικία επί της οδού ... αρ. 9. Με την ... 77/8-7-1975 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Ε. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ν. Μ. του Μ. αποδέχθηκε το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της ως άνω οικίας, που περιγράφεται στην πράξη αυτή ως οικία εμβαδού 100 τμ, αποτελούμενη από δύο ορόφους, μετά του επ'αυτής και πέριξ αυτής οικοπέδου, εμβαδού 250 τμ.

Η Ν. Μ. απεβίωσε στις 20-1-1994 και κατέλειπε την... ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε από την Συμβολαιογράφο ... Α. Β. - Τ.. Οι κληρονόμοι της και δη α) η ανιψιά της Θ. Χ. ... με την ... ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ... Α. Γ., αποδέχθηκε το 1/6 ή 2/12 εξ αδιαιρέτου, β) η ανιψιά της Ε. Μ. ... με την ... ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ...ς Α.

Γ., αποδέχθηκε το 1/6 ή 2/12 εξ αδιαιρέτου . Ακολούθως με την ... 3809/26-7-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ... Α. Γ. και την έκδοση των αναφερομένων σ'αυτή υπ'αριθμ. 68/1998 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς και 270/1999 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, οι ανωτέρω Θ.

Χ. και Ε. Μ. αποδέχθηκαν και το ποσοστό 1/6 ή 2/12 εξ αδιαιρέτου του Α. Π. του Γ. επί της εν λόγω κληρονομιάς. Στη συνέχεια με το ... ... συμβόλαιο της συμβ/φου ... Ε. Λ. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι ποσοστών 6/12 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου με διώροφη οικία. Το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, που άφησε με τη διαθήκη του το 1944 ο Μ.

Μ. του Ν., στον υιό του Β. Μ. του Μ., αποδέχθηκε αυτός με την ... 77/8-7-1975 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Ε. Σ.. Ο Β. Μ., ο οποίος ήταν άγαμος και άτεκνος, απεβίωσε την 1-2-1981 και άφησε την από 4-4-1966 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία κηρύχθηκε κυρία με την ... 222/14-5-1981 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... .

Με τη διαθήκη αυτή άφησε το ως άνω ποσοστό του στην οικιακή του βοηθό που ζούσε μαζί του, Χ. Β. του Δ.. Η τελευταία αποβίωσε στις 9-12-1996 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Οι νόμιμοι κληρονόμοι της Χ. Β., δεκατέσσερις στον αριθμό, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ'αυτούς κληρονομιά με την ... ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου ..., Ε.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Στη συνέχεια με το ... ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου ..., Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα... οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι και του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά της οικίας. Κατόπιν τούτων οι εναγόμενοι εξέδωσαν την... 225/19-10-2004 άδεια οικοδόμησης και κατεδάφισης της Πολεοδομίας ...ς και, αφού κατεδάφισαν την ευρισκόμενη επί του επιδίκου αποθήκη, κατασκεύασαν νέα οικοδομή σύμφωνα με την ... ...

άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας .... Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι έγιναν κύριοι και του επιδίκου ακινήτου, το οποίο περιλαμβανόταν κατά τους ισχυρισμούς τους στην έκταση που κληρονόμησαν οι αρχικοί δικαιοπάροχοί τους, Β. και Ν. Μ., δυνάμει της ... ... δημόσιας διαθήκης του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Μ Μ.

του Ν.. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν κρίνεται βάσιμος καθώς ούτε στην ... ... διαθήκη του Μ Μ., ούτε σε κανένα από τα επόμενα συμβόλαια αποδοχής κληρονομιάς - μεταβίβασης που ακολούθησαν, γίνεται αναφορά στο επίδικο τμήμα με την αποθήκη-αμπάρια, ακριβώς γιατί ο Μ. Μ. είχε ήδη ατύπως δωρίσει την αποθήκη στον υιό του Π.

Μ. προ της συντάξεως της διαθήκης του και το γεγονός αυτό ήταν εις γνώσιν όλης της οικογενείας του. Αντίθετα η κληρονομιά που αποδέχονται τόσο ο Β. Μ. όσο και η Ν. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, περιγράφεται στην 77/1975 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ως οικόπεδο 250 τμ μετά οικίας 100 τμ επί της οδού ... αρ.3 και ουδόλως γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην αποθήκη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ... 346/1976 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., οι Β. Μ. και Ν. Μ. συναινούν στην εγγραφή υποθήκης επί του ανωτέρω οικοπέδου εμβαδού 250 τμ με οικία100 τμ, (όπου γίνεται λεπτομερής περιγραφή των επιμέρους χώρων της), χωρίς και πάλι να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επίδικη αποθήκη.

Εν συνεχεία, η αποδοχή από τους κληρονόμους της Ν. Μ. γίνεται ομοίως επί οικοπέδου 250 τμ με οικία 100 τμ, χωρίς να αναφέρεται η αποθήκη, η οποία εμφανίζεται στους τίτλους κτήσης τους μόλις το έτος 2004 και δη στην ... 3857/2004 διορθωτική πράξη της Συμβολαιογράφου ......, όπου αναφέρεται ότι το οικόπεδο επί της οδού ... 3 έχει εμβαδόν 277,24τμ (και όχι 250), δηλώνεται δε ''συμπληρωματικά ότι στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου (πίσω από την οικία) υπάρχει παλαιά ισόγεια αποθήκη εμβαδού μέτρων τετραγωνικών εβδομήντα οκτώ και 23/00 (78,23)...'' ...

Πλέον τούτων, το γεγονός ότι εντός της εκτάσεως των δικαιοπαρόχων των εναγομένων δεν περιλαμβάνεται το επίδικο, προκύπτει και από την περιγραφή των κάτωθι συμβολαίων ...", των οποίων γίνεται αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ιδιοκτησίες που αφορούν αυτά και των ορίων τους, και καταλήγει το Εφετείο, ότι οι ως άνω δύο προαναφερόμενες ιδιοκτησίες είναι σαφώς διαχωριζόμενες. "...Άλλωστε,..." συνεχίζει το Εφετείο, "πρώτη φορά σε συμβολαιογραφικό τίτλο γίνεται αναφορά της έκτασης των 98,72τμ, ως αυτοτελούς εκτάσεως - τμήματος μεγαλύτερης εκτάσεως του όλου οικοπέδου, στην ... 22010/2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Π.

Μ., ήτοι των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, στην οποία επισυνάπτεται το τοπογραφικό διάγραμμα έτους 1997 του τοπογράφου μηχανικού Τ. Α. (με αναγραφόμενο ως "εργοδότη" του εν λόγω συντάξαντος τοπογράφου - μηχανικού τον Μ. Μ. του Π.), γεγονός που αποδεικνύει την άσκηση διακατοχικών πράξεων των δικαιοπαρόχων των εναγουσών στο επίδικο, αφού για να συνταχθεί τούτο εισήλθε στο επίδικο ο τοπογράφος και μέτρησε αυτό...

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, το επίδικο ακίνητο είναι τυφλό και ήταν πάντοτε λειτουργικά συνδεδεμένο με την οικία των αδελφών Π., Θ. και Κ. Μ. . Σύμφωνα με την ... από 5.2.2010 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ. Δ., το υπόγειο της οικίας αυτής, που κατοικούσε μέχρι το θάνατό της την 23.11.2017 η γιαγιά των εναγουσών, Ε.

χήρα Π. Μ., υπάρχουν δύο πόρτες, μέσω των οποίων επικοινωνούσε η οικία με την επίδικη αποθήκη . Το ένα άνοιγμα οδηγούσε στον ακάλυπτο και μετά στην αποθήκη και το άλλο οδηγούσε απευθείας στην αποθήκη και είναι σήμερα κτισμένο με οπτοπλινθοδομές. Στο υπόγειο της κατοικίας υπάρχει πρόσθετη, μεταχρονολογημένη της κατασκευής της κατοικίας βάση στήριξης της πλάκας της κατοικίας, η οποία εδράζεται και στα δύο οικόπεδα.

Επίσης η τοιχοποιία μεταξύ της κατοικίας και της αποθήκης ήταν κοινή και σήμερα κατόπιν της κατεδαφίσεως της αποθήκης, ο διαχωριστικός τοίχος είναι κτισμένος με νέες οπτοπλινθοδομές. Η μία πλευρά του κλιμακοστασίου της κατοικίας εδραζόταν στην αποθήκη, οπότε έγιναν συμπληρωματικές εργασίες μετά την κατεδάφιση για τη στήριξη του κλιμακοστασίου...

στην ... ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Ρ., επισημαίνεται ότι <<κατόπιν αυτοψίας που πραγματοποίησα στην περιοχή διαπίστωσα ότι τμήμα της κατεδαφισθείσας αποθήκης του επίδικου ακινήτου έχει παραμείνει ανέπαφο από την κατεδάφιση. Το τμήμα αυτό βρίσκεται στο οικόπεδο ιδιοκτησίας Ε.

Μ., Φ. Μ. και Π. Μ.. και διακρίνεται σε αυτό μία πόρτα ισογείου, στην οποία αποκλειστική πρόσβαση μέσω ενός ακάλυπτου χώρου είχε η οικία των παραπάνω ιδιοκτητριών...>>.

Συνεπώς η επίδικη έκταση και η ευρισκόμενη εντός αυτού αποθήκη ήταν πάντοτε άμεσα συνδεδεμένη και λειτουργικά εξαρτώμενη με την οικία που κληροδοτήθηκε στους Κ., Π. και Θ. Μ., που δόθηκε και αυτή εν τέλει από τα αδέλφια του στο Π. Μ., παππού των εναγουσών (βλ. το ... 1444/1993 συμβόλαιο Ζωής Βαβίτσα), στον οποίο είχε προγενέστερα παραχωρηθεί από τον πατέρα του με άτυπη δωρεά και η επίδικη αποθήκη, με αποτέλεσμα ο Π.

Μ. να καταστεί εξ ολοκλήρου κύριος και της οικίας με την οποία επικοινωνούσε και συνδεόταν λειτουργικά η επίδικη αποθήκη επίσης αποκλειστικής ιδιοκτησίας του. Αντίθετα, το ακίνητο που κληρονόμησαν οι Β. και Ν. Μ., απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, δεν είχε άμεση επαφή με το επίδικο, καθώς παρεμβαλλόταν μεταξύ τους ένα στενό δρομάκι, το οποίο μάλιστα απεικονίζεται εμφανώς στα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα...

Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι προαναφερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους, Β. και Ν. Μ., ήταν κύριοι του επιδίκου, διότι αυτό αποτελούσε τμήμα της υπόλοιπης ιδιοκτησίας τους, κρίνεται αβάσιμος, διότι η ιδιοκτησία τους διαχωριζόταν από το επίδικο από μία λωρίδα (στενούρα)..." . Στη συνέχεια διαλαμβάνει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, το περιεχόμενο ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν στα πλαίσια της ενώπόν του δίκης ή άλλης, αναφέροντας εκτενώς το περιεχόμενό τους με τη μνεία ότι από αυτές αποδεικνύεται προσέτι η κρίση του περί του ότι το επίδικο "...

χρησιμοποιείτο αποκλειστικά αρχικά από τον παππού των εναγουσών Π. Μ. και εν συνεχεία από τον πατέρα τους Μ. Μ. και τους λοιπούς δικαιοπαρόχους αυτών...", καθώς σε αυτές αναφέρεται ότι "... ο Π. Μ. ήταν ο μόνος που είχε πρόσβαση στην αποθήκη - αμπάρια, στην οποία τοποθετούσε τα σιτάρια, τα οινοπνεύματα, ό,τι χρησιμοποιούσε για το μαγαζί του, ήταν ποτοποιός...

ενώ ο Β. Μ. απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, δεν είχε πρόσβαση στις αποθήκες... το ακίνητο το χρησιμοποιούσε ο Π. Μ. έβαζε σιτηρά και προϊόντα οινοποιίας, αλλά και παλαιά έπιπλα και άλλα αντικείμενα της οικογενείας του, ενώ τα αμπάρια (αποθήκη) που ήταν μεσοτοιχία με το σπίτι που έμενε αυτός με την οικογένειά του ήταν κλειδωμένα και το κλειδί το είχε ο ίδιος ...., το οικόπεδο με την αποθήκη ανήκε στον πατέρα του Μ Μ., Π., ο οποίος τη χρησιμοποιούσε από την προπολεμική εποχή, αποθηκεύοντας σιτηρά, είδη παντοπωλείου και κρασί, εν συνεχεία δε και μετά το θάνατό του τη χρησιμοποιούσε ο Μ.

Μ.... έχοντας πλέον το μοναδικό κλειδί για να μπαίνει μέσα... Το σπίτι επί της οδού ... αρ. 3 δεν εφαπτόταν καθόλου με την αποθήκη, γιατί μεσολαβούσε μία στενούρα που χώριζε τις δύο ιδιοκτησίες... οι προαναφερόμενοι Β. Μ. και Ν. Μ. ουδέποτε χρησιμοποίησαν την αποθήκη αυτή, την οποία και δεν χρειαζόντουσαν για οποιονδήποτε σκοπό, καθόσον ο Β.

Μ. ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και σπούδασε στη Γερμανία, η δε Ν. Μ. παντρεύτηκε και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, όπου έζησε μέχρι το θάνατό της..." Και καταλήγει το Εφετείο "Το γεγονός εξάλλου ότι ο ανωτέρω Π. Μ. του Μ. δεν αναφέρει ρητά το εν λόγω επίδικο ακίνητο στην .... ... δημόσια διαθήκη του, οφείλεται ενδεχομένως και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο γεγονός ότι κατείχε και νεμόταν αυτό διανοία κυρίου, χωρίς τίτλο, κατόπιν άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του, ως αποδείχθηκε, ουδόλως δε αναιρεί το πραγματικό γεγονός της κτήσης της κυριότητας αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία της οικογένειας των εναγουσών, αυτές δε έγιναν κυρίες με παράγωγο τρόπο το έτος 2001, αποκτώντας το ακίνητο από αληθείς κυρίους με συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς και γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νομίμως...Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι με την ... 164/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εκδοθείσα κατόπιν εφέσεως των ήδη εναγουσών - εφεσίβλητων κατά της ... 29/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ...ς (εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί υποθέσεως νομής), πιθανολογήθηκε μεν ότι οι ενάγουσες κατά το αμέσως παρελθόν χρονικό διάστημα από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης δεν έκαναν χρήση της επίδικης αποθήκης, πλην όμως στο σκεπτικό της γίνεται δεκτό ότι το εν λόγω επίδικο ακίνητο είχε παραχωρηθεί άτυπα στον Π.

Μ. το έτος 1920 από τον πατέρα του Μ. Μ. του Ν....". Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή αυτών, στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ, δεχόμενη ότι το έτος 1920 άρχισε ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών, Π.

Μ. να νέμεται το επίδικο εδαφικό τμήμα, την κυριότητα του οποίου απέκτησε στη συνέχεια με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με τους λόγους αυτούς αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες έγινε δεκτό, κατά τα προαναφερόμενα, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, παππούς τους, Π.

Μ., απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ήτοι της ως άνω παλαιάς ισόγειας αποθήκης δυνάμει άτυπης δωρεάς το έτος 1920, από τον πατέρα του, Μ. Μ., έκτοτε δε και μέχρι το έτος 1993, οπότε αποβίωσε, ασκούσε επί αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές πράξεις νομής, κυρίως με την αποθήκευση ειδών ποτοποιίας, με την οποία ασχολούνταν επαγγελματικά, αλλά και σιτηρών, παλαιών επίπλων, οικογενειακών κειμηλίων κλπ.

Αιτιώνται δε οι αναιρεσείοντες, με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία με βάση τα παραπάνω δέχθηκε ότι ο παππούς των αναιρεσιβλήτων το έτος 1993 είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής.

Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά το έτος 1920, στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής οικογένειας στην ..., όπως ήταν αυτή του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ο πατριάρχης της οικογένειας, εν προκειμένω, ο προπάππους τους, Μ. Μ., ο οποίος τότε ήταν ακόμη ενεργός επαγγελματικά, αφού αποβίωσε το έτος 1949, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής διατηρούσε ο ίδιος την ακίνητη περιουσία του, και ιδιαίτερα εκείνη που ήταν αναγκαία για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και δεν θα αποξενώνονταν από αυτήν με τη μεταβίβασή της με άτυπη δωρεά στον ως άνω υιό του, Π.

Μ., ακόμη δε και αν το έπραττε, θα μεριμνούσε ώστε να τηρηθεί η "ιεραρχία" των μελών της οικογενείας του, με τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου (αποθήκης) στα μεγαλύτερα τέκνα του και όχι στον ως άνω απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ήταν το τέταρτο κατά σειρά τέκνο του. Επιπλέον, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η παράλειψη του ως άνω Μ Μ., να αναφερθεί στο γεγονός της ως άτυπης παραχώρησης του επιδίκου ακινήτου στον υιό του Π.

Μ. και σε οποιαδήποτε ρύθμιση σχετικά με το "τυφλό" αυτό τμήμα του όλου ακινήτου, το έτος 1944, οπότε προέβη στη σύνταξη της ... δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Δ. Π.. Τέλος, σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, διαλαμβάνοντας στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι από την ύπαρξη διαδρόμου ("στενούρας") μεταξύ της κύριας κατοικίας του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων και του βοηθητικού χώρου (αποθήκης) συνάγεται λειτουργική ανεξαρτησία και αυτοτέλεια του επιδίκου ακινήτου, ήτοι της αποθήκης, εφόσον κατά το έτος 1920 οι βοηθητικές αποθήκες τοποθετούνταν παραδοσιακά όπισθεν της κύριας κατοικίας, αποτελώντας παρακολουθήματα αυτής και όχι στον ελεύθερο χώρο .

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί (πρώτος και δεύτερος) αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και λογικής δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία του άρθρου ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως, υπό την επίφαση δε της παραβίασής τους, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που αφορά στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες ενώπιόν του ισχυρισμούς του περί παραβίασης των προαναφερομένων διδαγμάτων κοινής πείρας, οι οποίοι είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος διότι τα όσα εξέθεταν στην έφεσή τους οι αναιρεσείοντες, ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είχαν τον χαρακτήρα αυτό, όπως ήδη αναφέρθηκε, αντιθέτως, σχετίζονται με εκτιμήσεις, συμπεράσματα και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, από τα οποία, κατά την άποψή τους προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών της, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, διέλαβε σε αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο (αποθήκη) το έτος 1920 μεταβιβάσθηκε στον Π.

Μ. και έτσι αποχωρίσθηκε από την όλη αρχικά ενιαία ιδιοκτησία, ότι δηλαδή από τότε αποτελεί αυτόνομη ιδιοκτησία, η οποία, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον λειτουργική αυτοτέλεια σε σχέση με τα υπόλοιπα κτίσματα, εντούτοις δέχεται ταυτόχρονα εσφαλμένα και σε κάθε περίπτωση αντιφατικά ότι η επίδικη αποθήκη ήταν πάντοτε άμεσα συνδεδεμένη και λειτουργικά εξαρτώμενη από την οικία που κληροδοτήθηκε στους Κ., Π.

και Θ. Μ., που δόθηκε εν τέλει και αυτή από τα αδέλφια του στον Π. Μ., παππού των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων, και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα ότι ο ως άνω απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ήδη κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 1993, είχε αποκτήσει την κυριότητα της επίδικης αποθήκης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Με το περιεχόμενο αυτό και ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος πρωτίστως λόγω της αοριστίας του, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Σημειώνεται επί πλέον, ότι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στην αρχή του αναιρετηρίου όλες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και στον οικείο αναιρετικό λόγο διαλαμβάνουν εντελώς περιορισμένες και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την αποδιδόμενη σε αυτήν αντίφαση.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι συγκεκριμένες παραδοχές του Εφετείου, ότι το επίδικο ακίνητο (αποθήκη) ήταν ανέκαθεν λειτουργικά συνδεδεμένο με την οικία του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, και από το έτος 1920, οπότε παραχωρήθηκε άτυπα από αυτόν στον υιό του Π. Μ., αποτελεί αυτόνομη ιδιοκτησία την οποία νέμονταν έκτοτε αποκλειστικά αυτός, δεν περιέχουν αντίφαση, αλλά αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου προς στήριξη της κρίσης του, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, έκτοτε, από το έτος 1920 μέχρι το θάνατό του το έτος 1993 είχε αποκτήσει την κυριότητά της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα προαναφερόμενα και συνεπώς ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 17.9.2019 αίτηση αναίρεσης των Γ. Π. και Α. Π. κατά της 51/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.9.2019 αίτηση των Γ. Π. και Α. Π. για αναίρεση της 51/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ