Supreme Court dismissed appeal on damages claim, ruling interest income lacks causal link to capital loss.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the First Instance Court's partial rejection of the plaintiffs' claim. The court held that the interest income received by the plaintiffs from the bond was a profit derived from the bond's performance, not a loss caused by the bank's illegal act. Consequently, there was no causal connection between the bank's liability and the plaintiffs' financial gain, rendering the damages claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298(a), 914, 288 of the Civil Code; The court established that interest income received by a creditor from a bond does not constitute compensable damages for a capital loss suffered by the same creditor, as the profit stems from the bond's performance rather than the creditor's loss.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1289/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Χ., 2) Μ. Γ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Δοβλέ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6470/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4622/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19-2-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1782/2020, ΕΑΚ 179/2020, Αριθ. Δικ 725/2020), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 4622/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 26-9-2017 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 6470/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βούλησης των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του νοήματος αυτής (δήλωσης βούλησης) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 426/2010), είτε προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 603/2017).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες, εκ των οποίων ο δεύτερος είναι συνταξιούχος βιοτέχνης, ηλικίας 79 ετών, διατηρούσε το έτος 2006 με την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, ηλικίας 63 ετών, καταθετικό λογαριασμό στο κατάστημα ...
της τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ NOVABANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ποσού 148.074 ευρώ. Στις 26-5-2006 συνήψαν εγγράφως με την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "NOVA BANK Α.Ε.", μετονομασθείσα σε "Millenium Bank", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με τίτλο "σύμβαση περιορισμένης εντολής χαρτοφυλακίου".
Δυνάμει της συμβάσεως αυτής, η οποία είχε ως κύριο αντικείμενο την διαχείριση χαρτοφυλακίου, ήτοι την παραγωγική διοίκηση μέρους της περιουσίας του πελάτη - παραγγελέα, η ανωτέρω δικαιοπάροχος της εναγομένης ανέλαβε να καταρτίζει για λογαριασμό των εναγόντων συναλλαγές επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχ. 1 α (i) του νόμου 2396, έναντι προμήθειας.
Στο πλαίσιο λειτουργίας της ανωτέρω συμβάσεως οι προστηθέντες της ανωτέρω τράπεζας αγόρασαν στις 12-6-2006 για λογαριασμό των εναγόντων ένα ομόλογο εκδόσεως Piraeus Group Capital Limited, με κωδικό έκδοσης ..., με ημεροχρονολογία εκδόσεως 27-4-2004, ατελεύτητης διάρκειας (perpetual bonds) και με αναγραφόμενη ημεροχρονολογία ανάκλησης στις 27-4-2014, ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ, με ονομαστικό επιτόκιο διαμορφούμενο από το επιτόκιο διατραπεζικού δανεισμού Euribor διάρκειας τριών μηνών συν περιθώριο 1,25% καθ' όλη τη διάρκειά του, αντί πραγματικού τιμήματος 148.074 ευρώ.
Ως ημερομηνία ανάκλησης εννοείται αυτή κατά την οποία ο εκδότης (εναγομένη) προσφέρεται να ζητήσει από τον κομιστή (ενάγοντες) την επιστροφή του ομολόγου έναντι καταβολής της ονομαστικής αξίας, χωρίς όμως να υποχρεούται προς τούτο. Το ανωτέρω επενδυτικό προϊόν ήταν ένα σύνθετο υβριδικό προϊόν της κατηγορίας perpetual bonds (διαρκή ομόλογα), δηλαδή ομόλογο αόριστης ή ατελεύτητης διάρκειας, το οποίο παρείχε στον κομιστή, που κατέβαλε στον εκδότη κατά την κτήση του την ονομαστική του αξία, δικαίωμα απολήψεως τόκων, όχι, όμως και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη του την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας του σε απώτερο χρόνο.
Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του με σκοπό την είσπραξη της ονομαστικής τους αξίας, μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντίθετα, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατά την ελεύθερη βούλησή του.
Οι ενάγοντες είχαν ενημερώσει τους προστηθέντες αρμοδίους υπαλλήλους της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και την Ν. Κ., υπάλληλο της δικαιοπαρόχου της εναγομένης στο κατάστημα ..., ότι δεν ενδιαφέρονταν για μια ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, αλλά για ένα ασφαλές επενδυτικό προϊόν, το οποίο θα εξασφάλιζε, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου τους και μακροπρόθεσμα θα τους απέφερε κέρδη από τους τόκους.
Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν διέθεταν οιαδήποτε εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα τους επέτρεπε να επιλέγουν οι ίδιοι τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων τους, ακριβώς δε, λόγω της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν, να συνδυάσουν και να αξιολογήσουν το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν τα πιο εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, τούτο δε τους καθιστούσε ανίκανους να ταξινομήσουν τα προϊόντα αυτά ανάλογα με τον κίνδυνο, που μπορούσε να περικλείει η επιλογή τους.
Άλλωστε οι ενάγοντες, βάσει του ερωτηματολογίου που είχαν συμπληρώσει, σχετικά με το επενδυτικό τους προφίλ, είχαν χαρακτηρισθεί από την εναγομένη συντηρητικοί, χαρακτηρισμός που απέκλειε την ανάληψη από μέρους τους υψηλού ρίσκου, όχι με την έννοια του περιστασιακού στοιχείου, που μπορεί να υφίσταται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, όπως συμβαίνει και με την επένδυση, αλλά με την έννοια, ότι ο κίνδυνος αυτός αποτελεί την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και συνδυάζεται με την προσδοκία κέρδους από τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά επί τη βάσει βραχυπρόθεσμων προβλέψεων.
Έτσι, αφού η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου αποτελούσε, όπως γνώριζε η δικαιοπάροχος της εναγομένης, πρωταρχικό μέλημα των εναγόντων, όφειλε να τους ενημερώσει συγκεκριμένα για τους υψηλούς κινδύνους, που ενείχε η συγκεκριμένη επένδυση και για τον κίνδυνο ολοσχερούς απωλείας του κεφαλαίου, επισημαίνοντας τα σχετικά χαρακτηριστικά του επενδυτικού αυτού προϊόντος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων προ της κατάρτισης της ανωτέρω συμβάσεως διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου, όσο και μετά την κατάρτιση αυτής και προ της αγοράς του ανωτέρω ομολόγου, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της δικαιοπαρόχου της εναγομένης τράπεζας, δεν προέβησαν σε πλήρη και σαφή πληροφόρηση των εναγόντων σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά του ομολόγου, το οποίο γι' αυτούς ήταν άγνωστο επενδυτικό προϊόν και ειδικότερα για το ότι αυτό ουδέποτε λήγει, υπό την έννοια ότι ο εκδότης του δεν έχει υποχρέωση, αλλά δικαίωμα μονομερώς, εφόσον επιθυμούσε, να το εξαγοράσει κατά την ενδεικτική ημεροχρονολογία ανάκλησης, ούτε για το ότι η ρευστοποίησή του ήταν δυνατή μόνο στη δευτερογενή αγορά, στην οποία, ωστόσο, η τυχόν αρνητική αποτίμηση του τίτλου ή του εκδότη θα έχει αντίστοιχο αντίκτυπο επί του αρχικώς επενδυμένου κεφαλαίου.
Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από το ότι στο περιεχόμενο του συνημμένου στην ανωτέρω σύμβαση παραρτήματος γ' υπό τον τίτλο "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο Επενδυτής", το οποίο τέθηκε υπόψη των εναγόντων, δεν περιγράφονται οι κίνδυνοι, τους οποίους συνεπάγεται η επένδυση σε ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας λόγω ανυπαρξίας ημεροχρονολογίας λήξεως και της συνεπαγομένης έλλειψης δέσμευσης του εκδότη προς επαναγορά του εν λόγω ομολόγου.
Η ανωτέρω παράλειψη της δικαιοπαρόχου της εναγομένης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής στους ενάγοντες πελάτες της, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και η οποία (αμελής συμπεριφορά) πληροί το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η εκδότρια του ως άνω ομολόγου προσφέρθηκε στις 2-3-2012 να αγοράσει αυτό καταβάλλοντας ποσοστό 37% της ονομαστικής τους αξίας, προσφέροντας εναλλακτικά ως μη δεσμευτική ημεροχρονολογία επαναγοράς στο 100% της ονομαστικής του αξίας την 27-10-2049. Κατόπιν αυτού και προκειμένου να αποδεσμεύσουν, έστω και με ζημία, το επενδεδυμένο κεφάλαιό τους, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την ως άνω προσφορά και πράγματι μεταβίβασαν στις 9-3-2012 στην εκδότρια το ομόλογο, αντί πραγματικού τιμήματος 54.059,03 ευρώ.
Αν δεν είχε μεσολαβήσει η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης, οι ενάγοντες δεν θα είχαν αποδεχθεί την επένδυση των χρημάτων τους στο ανωτέρω ομόλογο. Αυτό καθίσταται σαφές από το επενδυτικό προφίλ τους, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνημμένο στην επίδικη σύμβαση παράρτημα (α'), βάσει του οποίου η εναγομένη χαρακτήρισε το χαρτοφυλάκιό τους συντηρητικό, που σύμφωνα με το περιλαμβανόμενο στο ίδιο παράρτημα ορισμό, σημαίνει ότι "...
Ο επενδυτής στοχεύει στην προστασία του κεφαλαίου του, με κύριο χαρακτηριστικό την άμεση ρευστοποίηση αυτού, αναλαμβάνοντας χαμηλό επενδυτικό ρίσκο...", το δε ως άνω ομόλογο, λόγω της ατελεύτητης διάρκειάς του, δεν ανταποκρινόταν στην επιδίωξή τους αυτή για πραγματοποίηση βραχυχρόνιας επένδυσης. Επομένως, ο προβληθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός της εναγομένης, περί του ότι οι ενάγοντες είχαν πλήρως κατανοήσει τους όρους της σύμβασης και είχαν ενημερωθεί για τον επενδυτικό κίνδυνο του ανωτέρω ομολόγου και ο πρώτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο επαναφέρεται αυτός, απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος...
Συνεπείας της ανωτέρω περιγραφομένης υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων (άρθρο 922 ΑΚ) της δικαιοπαρόχου της εναγομένης οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία ίση με την διαφορά του πραγματικού τιμήματος, το οποίο κατέβαλαν για να αποκτήσουν το ως άνω ομόλογο, και του ποσού, το οποίο τελικώς εισέπραξαν συνεπεία της αποδοχής εκ μέρους τους της πρότασης επαναγοράς αυτού, ήτοι (148.074 ευρώ - 54.059,03 ευρώ =) 94.014,97 ευρώ...".
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα Τράπεζα, μέμφεται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα δέχθηκε, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ότι με την επίδικη, από 26-5-2006, σύμβαση περιορισμένης εντολής χαρτοφυλακίου καταρτίστηκε δήθεν και άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, στο πλαίσιο της οποίας η δικαιοπάροχός της Τράπεζα είχε υποχρέωση διαφώτισης των εναγόντων, ενώ στην πραγματικότητα καταρτίστηκε μεταξύ τους μόνο σύμβαση περιορισμένης εντολής επί χαρτοφυλακίου, στο πλαίσιο της οποίας η δυνατότητα παροχής επενδυτικών συμβουλών, τελούσε υπό την ρητή προϋπόθεση υποβολής σχετικού εγγράφου αιτήματος των αναιρεσίβλητων και περαιτέρω ότι κατά παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) έκρινε εσφαλμένα ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της δικαιοπαρόχου της εναγομένης δεν προέβησαν σε πλήρη και σαφή πληροφόρηση των εναγόντων σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου, ενώ από το συνημμένο στη σύμβαση παράρτημα γ' προκύπτει ότι είχε διασαφηνιστεί σ' αυτούς ότι υφίσταται κίνδυνος απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους, τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως, λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων στην επίδικη σύμβαση ή στο συνοδεύον αυτή παράρτημα γ' και ότι παρά την διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011).
Εξάλλου, από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, άμεσα ή έμμεσα, ότι υπήρχε ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων στην επίμαχη σύμβαση ή στο συνοδεύον αυτή παράρτημα γ' και συνακόλουθα ανάγκη ερμηνείας αυτών και, συνεπώς, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, αλλά και διότι με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους δικούς της ισχυρισμούς, στους οποίους επιχειρεί να στηρίξει την κατά τη δική της άποψη αξιολόγηση των αποδείξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, ενώ με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται αποκλειστικά οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη με την ενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων.
Στη συνέχεια με το άρθρο 20 παρ. 1 ν. 1806/1988 αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 ν. 3632/1928 και ορίστηκε ότι χρηματιστηριακές συναλλαγές θεωρούνται μόνο: α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά η παράδοση των αξιών μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας και γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων.
Στον όρο "πώληση" του άρθρου αυτού νοείται και η αγορά, καθόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον ορολογία του Αστικού Κώδικα. Στην κατηγορία γ' του άρθρου 20 παρ.1 ν. 1806/1988, δηλαδή των συναφών με τη διενέργεια και την εκτέλεση κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών ή άλλως των παρεπόμενων των κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που καταργήθηκαν από 1-11-2007 με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007, εφαρμόζονται όμως στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, και εν όψει της γενικότητας στη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, προκύπτει ότι η καθιερούμενη ενιαύσια παραγραφή ισχύει αποκλειστικά για τις αξιώσεις από συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά την προεκτεθείσα έννοια και συγκεκριμένα τόσο από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις όσο και από τις παρεπόμενες ή συναφείς αυτών (ΟλΑΠ 16/2008, ΑΠ 725/2017), όχι, όμως, και για τις αξιώσεις από άλλης μορφής συμβάσεις, ούτε για εκείνες που στηρίζονται σε αδικοπραξία, ανεξάρτητα αν αφορμή της τέλεσής τους ήταν χρηματιστηριακή σύμβαση (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 725/2017, ΑΠ 844/2017, ΑΠ 1376/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 6, 17 παρ. 1 του ν. 3632/1928, 20 παρ. 1 ν. 1806/1988, 24 παρ. 1 στοιχ.
ζ-ιδ ν. 2076/1992 και ν. 2396/1996, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον ενώ με τους αναιρεσίβλητους είχε καταρτίσει συμβάσεις διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους, δηλαδή δικαιοπραξίες σχετιζόμενες με την ενέργεια και εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων και, συνεπώς, συναφών προς τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, επί των οποίων εφαρμόζεται αναλογικά η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 1 και 6 ν. 3632/1928, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση παραγραφής, την οποία πρότεινε τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις από 22-3-2017 προτάσεις της, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου με λόγο έφεσης, κρίνοντας εσφαλμένα ότι οι επίμαχες συμβάσεις δεν είναι συναφείς με αυτές και, συνεπώς, ότι γι' αυτές δεν ισχύει η ενιαύσια ως άνω παραγραφή.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με τον περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε, ότι "... Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ενιαυσίου παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως απορρέουσας εκ του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928 και ο δεύτερος λόγος εφέσεως, με τον οποίο επαναφέρεται αυτός, είναι απορριπτέοι, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, για το λόγο ότι η ως άνω διάταξη είναι εφαρμοστέα στις παραγγελίες χρηματιστηριακών συναλλαγών, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού, όπως αποδείχθηκε, η συνδέουσα τους διαδίκους (από 26-6-2006) σύμβαση είναι τοιαύτη διαχείρισης χαρτοφυλακίου, δυνάμει της οποίας η δικαιοπάροχος της εναγομένης, ανέλαβε έναντι αμοιβής να προβεί η ίδια κατά την ελεύθερη κρίση της στη διοίκηση και διαχείριση του χαρτοφυλακείου των εναγόντων, χωρίς ρητές και έγγραφες παραγγελίες αυτών, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ)...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του δεν είχαν εφαρμογή, αφού η ένδικη αξίωση των αναιρεσίβλητων προέκυψε από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτών και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακείου τους, στο πλαίσιο της οποίας η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας ανέλαβε την υποχρέωση να προβαίνει, έναντι αμοιβής, κατά την ελεύθερη κρίση της, στη διοίκηση και διαχείριση του χαρτοφυλακίου των αναιρεσίβλητων, δηλαδή στις, κατά το άρθρο 2 στοιχ. 1 α (ι) του ν. 2396/1996 συναλλαγές, οι οποίες δεν ανήκουν στην κατηγορία των κατά το άρθρο παρ. 1 ν. 1806/1988 χρηματιστηριακών συναλλαγών, ώστε να είναι εφαρμοστέα επ' αυτής (ένδικης αξίωσης) η κατ' άρθρο 15 παρ. 1 και 6 ν. 3632/1928 ενιαύσια παραγραφή.
Συνεπώς, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση, (α) ότι δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, ανεπαρκούς αιτιολογίας και αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ότι μεταξύ της δικαιοπαρόχου της και των εναγόντων καταρτίστηκε, εκτός από "σύμβαση περιορισμένης εντολής επί χαρτοφυλακίου" και άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών χωρίς να μνημονεύει ρητώς εάν τυχόν υπήρχε βούληση των μερών για κατάρτιση τέτοιας σύμβασης και από πού συνάγεται τυχόν τέτοια βούληση και, (β) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύονται οι διατάξεις του ΑΚ για την κατάρτιση των δικαιοπραξιών (ιδίως τα άρθρα 173, 183 επομ.
ΑΚ), ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση παραπέμπει στις άνω διατάξεις κατά το σχηματισμό της ως άνω κρίσης της. Κατά το πρώτο σκέλος του ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο εκ πλαγίου παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου, δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται, δηλαδή δεν διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ούτε εκτίθενται οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 43/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ζήτημα του είδους της σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, που ήταν σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο αντικείμενο την διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους έναντι προμήθειας, στο πλαίσιο της οποίας (και υπό τις παρατιθέμενες στις παραδοχές συνθήκες) έλαβε χώρα η αγορά του επίμαχου ομολόγου ατελεύτητης διάρκειας.
Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η παράλειψη του Δικαστηρίου να παραθέσει τις διατάξεις, στις οποίες θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, καθόσον η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1310/2008).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 32/2020, ΑΠ 224/2020).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1440/2002). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 15/2021). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 15/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανάγνωση και εκτίμηση του παραρτήματος γ' της από 26-5-2006 συμβάσεως περιορισμένης εντολής επί χαρτοφυλακίου, παραμόρφωσε το περιεχόμενό του και δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, "...στο περιεχόμενο του συνημμένου στην ανωτέρω σύμβαση παραρτήματος γ' υπό τον τίτλο "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο Επενδυτής", το οποίο τέθηκε υπόψη των εναγόντων, δεν περιγράφονται οι κίνδυνοι, τους οποίους συνεπάγεται η επένδυση σε ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας λόγω της ανυπαρξίας ημεροχρονολογίας λήξεως και της συνεπαγομένης έλλειψης δέσμευσης του εκδότη προς επαναγορά του εν λόγω ομολόγου", ενώ παρέλειψε να αναφερθεί στο πλήρες περιεχόμενο του όρου που συμφωνήθηκε με το άνω παράρτημα, το οποίο έχει ως εξής: "...Σε κάθε περίπτωση, ο Επενδυτής θα πρέπει να γνωρίζει ότι η βασική αρχή είναι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνει.
Περαιτέρω, γίνεται γνωστό στον επενδυτή ότι οι πάσης φύσεως επενδυτικές επιλογές, ενέχουν, εκ της φύσεως αυτών, κινδύνους μειώσεως της αξίας της επενδύσεως για τους οποίους η Τράπεζα είτε εκτελώντας τις Εντολές του Επενδυτή, είτε ως διαχειρίστρια του χαρτοφυλακίου του Επενδυτή δεν είναι δυνατόν να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη.
Επομένως, δεν είναι δυνατή ούτε η προεξόφληση/εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο υπόκειται στο σύνολό του, στους πάσης φύσεως επενδυτικούς κινδύνους...", από το οποίο προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν ενημερωθεί για τον κίνδυνο απώλειας του επενδυμένου κεφαλαίου τους και τον είχαν αποδεχθεί.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφενός μεν διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, αφού όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο, παραλειφθέν κατά την αναιρεσείουσα, περιεχόμενό του, δεν περιέχεται σ' αυτό πλήρης και σαφής πληροφόρηση των εναγόντων σχετικά με τα πλήρη χαρακτηριστικά του επίμαχου ομολόγου, ήτοι ότι τούτο ήταν ένα διαρκές ομόλογο (perpetual bonds) αόριστης ή ατελεύτητης διάρκειας, το οποίο παρείχε στον κομιστή μόνο το δικαίωμα απολήψεως των συμφωνημένων τόκων όχι, όμως, και το δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβληθείσας αξίας του σε απώτερο χρόνο και ότι ο τελευταίος (εκδότης) είχε το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησής του, κατά την ελεύθερη βούλησή του, αλλά περιλαμβάνει μια γενική ενημέρωση περί των κινδύνων που ενέχουν οι επενδύσεις σε όλα εν γένει τα ομόλογα, αφετέρου δε διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο επίμαχο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά κατέληξε σ' αυτό, αφού το συνεκτίμησε, μαζί με υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από την αναφορά στην προσβαλλομένη ότι τα ανωτέρω, (ήτοι τα προκύπτοντα από τις υπόλοιπες αποδείξεις) "επιρρωνύονται και από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 536/2019).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης ισχυρισμούς της, που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο με τον τίτλο "Η τήρηση των όρων της επίδικης συμβάσεως περιορισμένης εντολής επί χαρτοφυλακίου", ότι η επίδικη επένδυση και η συναφής με αυτήν συμπεριφορά της αντισυμβαλλόμενης Τράπεζας συνάδει απόλυτα με τους όρους της επίδικης σύμβασης περιορισμένης εντολής επί χαρτοφυλακίου, που περιλάμβανε τη δυνατότητα παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών υπό την προϋπόθεση του προγενέστερου ειδικού εγγράφου αιτήματος των εναγόντων και με τη συμφωνία ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες δεν θα συνεπάγονταν οποιαδήποτε ευθύνη της Τράπεζας, δεδομένου δε ότι ουδέποτε υπήρξε έγγραφο αίτημα των εναγόντων, η μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών έννομη σχέση συνίστατο στην αποκλειστική διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους, στο πλαίσιο της οποίας οι υποχρεώσεις της Τράπεζας περί πληροφόρησης και παροχής κατάλληλης συμβουλής υφίσταντο μόνο κατά το στάδιο της προετοιμασίας της σύναψης της σύμβασης και δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένους τίτλους, αλλά στα είδη των τίτλων που πρόκειται να ενταχθούν στο χαρτοφυλάκιο και ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν τον κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου με την υπογραφή της σύμβασης.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς που συνέχονται με την ιστορική βάσης της αγωγής και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής και, συνεπώς, δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 892/2019).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του.
Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 69/2021, ΑΠ 203/2021, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1046/2018).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, την οποία πρότεινε τόσο με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και με λόγο έφεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες ασκούν καταχρηστικά το αγωγικό τους δικαίωμα, επικαλούμενη ότι αυτοί γνώριζαν από το έτος 2009 την πτωτική πορεία της επένδυσής τους και διαμαρτυρήθηκαν μόλις το έτος 2012, αλλά και επιπρόσθετα, ότι δια της από 8-3-2012 επιστολής τους είχαν δηλώσει ότι ουδεμία απαίτηση έχουν έναντι της τράπεζας (εναγομένης) ως προς την συναλλαγή αυτή, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι οι ενάγοντες, όπως προεκτίθεται, δεν είχαν εξειδικευμένες γνώσεις, επικοινωνούσαν από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2012 με την υπάλληλο της εναγομένης Ν.
Κ. για να ενημερωθούν για την πορεία της επένδυσής τους και εκείνη τους διαβεβαίωνε, ότι το κεφάλαιο της επένδυσής τους ήταν απόλυτα διασφαλισμένο. Επιπλέον, η περιεχόμενη στην από 8-3-2012 αίτηση επαναφοράς του ομολόγου δήλωση των εναγόντων περί μη ύπαρξης απαίτησης κατά της εναγομένης ως προς την επίδικη συναλλαγή έγινε σε προδιατυπωμένο έντυπο και υπό την πίεση της απώλειας του συνολικού τους κεφαλαίου, και επιπρόσθετα, με την επισήμανση ότι, οι ίδιοι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την δημοσίευση στον τύπο της πρότασης επαναγοράς του εκδότη του ομολόγου τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 και απευθύνθηκαν με αίτηση στην εναγομένη, η οποία, αντιθέτως, δεν ενημέρωσε αυτούς, αν και είχε υποχρέωση προς τούτο, απορρέουσα τόσο από την μεταξύ τους σύμβαση, όσο και από την γενική υποχρέωση πίστης και ενημέρωσης, που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές.
Η δε παρέλευση του διισχυριζομένου εκ μέρους της εναγομένης χρονικού διαστήματος, χωρίς να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος ή όταν η άσκηση του δικαιώματος θα έχει ως συνέπεια την ανατροπή της κατάστασης, που διαμορφώθηκε από την προηγούμενη συμπεριφορά του δανειστή, η οποία θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, που δεν αποδείχθηκαν εν προκειμένω, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων καταχρηστική.
Συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένου συνακόλουθα του σχετικού τέταρτου λόγου εφέσεως ως κατ' ουσίαν αβασίμου". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ήτοι ότι από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2012, κατά τις επικοινωνίες που είχαν οι αναιρεσίβλητοι με την προαναφερόμενη υπάλληλο της αναιρεσείουσας, εκείνη τους διαβεβαίωνε ότι το κεφάλαιο της επένδυσής τους ήταν απόλυτα διασφαλισμένο, ότι κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2012 πληροφορήθηκαν μέσω του τύπου την πρόταση επαναγοράς του ομολόγου τους, για την οποία δεν είχαν ενημερωθεί από την έχουσα σχετική προς τούτο υποχρέωση αναιρεσείουσα και ότι η ανωτέρω δήλωσή τους περί μη ύπαρξης απαίτησης σε προδιατυπωμένο από την Τράπεζα έντυπο έγινε υπό την πίεσης της απώλειας του συνολικού κεφαλαίου τους, δεν καθιστούσαν την εκ μέρους των αναιρεσίβλητων άσκηση της ένδικης αγωγής αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο, διέλαβε, αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, πλην των όσων διέλαβε, περιστατικών.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο (πέμπτο) λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο και την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, τον οποίο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη, παρότι δεν είχε προταθεί νομίμως σ' αυτό από τους αναιρεσίβλητους, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος της πρότασής του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, ούτε αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 739/2011).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον, υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη, πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στο ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 999/2020, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, κατά εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 298, 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 288 αυτού, απέρριψε την ένστασή της περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, προκειμένου να αφαιρεθεί από την τυχόν επιδικασθείσα σε αυτούς θετική ζημία η ωφέλεια που αποκόμισαν από τους τόκους του επίμαχου ομολόγου που εισέπραξαν, ποσού 30.691,15 ευρώ.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την εξής αιτιολογία: "...Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των εναγόντων, επικαλούμενη ως κέρδος το ποσό των 30.691,15 ευρώ, το οποίο οι ενάγοντες εισέπραξαν ως απόδοση του ομολόγου, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, ναι μεν το ποσό αυτό αποτελεί κέρδος των εναγόντων από το ομόλογο, αλλά δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της απωλείας του κεφαλαίου τους, αλλά προέρχεται από την παραχώρηση αυτού (του κεφαλαίου) στην δικαιοπάροχο της εναγομένης, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογισθεί στη ζημία αυτών.
Συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένου συνακόλουθα του σχετικού τρίτου λόγου εφέσεως κατ' ουσίαν".
Με το να απορρίψει το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά με το ποσό των τόκων, που οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι έλαβαν ως απόδοση του επίδικου ομολόγου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ιδίου κώδικα, καθόσον πράγματι, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, αφού, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ναι μεν το ως άνω ποσό αποτελεί κέρδος των εναγόντων - αναιρεσίβλητων από τον τίτλο που κατείχαν, πλην όμως το κέρδος αυτό, δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνας πράξης της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και της συνεπεία αυτής απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά αποτελεί αντιπαροχή για τη χρήση και εκμετάλλευση του κεφαλαίου τους που επενδύθηκε στο επίμαχο ομόλογο για το χρονικό διάστημα, στο οποίο αυτοί (τόκοι) αντιστοιχούν και, συνεπώς, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της ωφέλειας, καθώς η καθεμία στηρίζεται σε διαφορετική αιτία.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο σχετικός έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αντίθετες αιτιάσεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-2-2020 αίτηση (ΓΑΚ 1782/2020, ΕΑΚ 179/2020, Αριθ. Δικ. 752/2020) για αναίρεση της 4622/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει (συνολικά) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ