Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence consideration and void judgment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision rejecting the appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and that the original judgment was void due to improper service. The court found these arguments baseless, noting the lower court explicitly addressed the evidence and the appellant was properly notified. Consequently, the appeal was rejected, the costs were transferred to the state, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 501, 559, 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on failure to consider evidence is unfounded if the lower court's reasoning explicitly confirms such consideration, and a void judgment claim fails when the defendant was legally summoned.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1289/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Βούλγαρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 3388/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 9/3/2009 ανακοπή ερημοδικίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14497/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1074/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/11/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ. 1074/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρθμ. 14497/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας αυτού κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε να τους καταβάλει ο αναιρεσείων 10.000 ευρώ στην πρώτη και 5.000 ευρώ στον δεύτερο για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπραξία του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Η έννοια της ανωτέρας βίας είναι νομική έννοια εκ του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 518/2010, ΑΠ 633/2011).
Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως (Ολ ΑΠ 29/1992). Ειδικότερα, ως ανωτέρα βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως.
Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανωτέρα βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κυρώσεως που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανωτέρα βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.
Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανωτέρα βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξειδιασμένης) προσοχής και επιμελείας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.
Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθεαυτής της ανωτέρας βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής εννοίας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανωτέρα βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 741/2016).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ7/2006).
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ολΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ολΑΠ 9/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 1158/2015).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: <<Επί της αγωγής των εφεσιβλήτων-καθ'ων η ανακοπή ερημοδικίας-εναγόντων εκδόθηκε η 3388/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δίκασε τον εκκαλούντα- ανακόπτοντα-εναγόμενο ερήμην, διότι είχε καταθέσει εκπροθέσμως τις προτάσεις του και ειδικότερα τις είχε καταθέσει την 1-9-2008, ημέρα Δευτέρα, αντί στις 29-8-2008, ημέρα Παρασκευή (πλασματική ερημοδικία λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 237 παρ.1 του ΚΠολΔ 20ήμερης προθεσμίας πριν τη δικάσιμο για κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς), εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα που είχε προβάλει και προσκομίσει με τις εκπρόθεσμες προτάσεις του και τον υποχρέωσε να καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και των 5.000 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα, νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την σε βάρος τους αδικοπραξία.
Με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων διατείνεται ότι, μολονότι είχε συντάξει τις ανωτέρω προτάσεις του ήδη από τις 28-8-2008,ημέρα Πέμπτη, δεν κατέστη δυνατόν να τις καταθέσει εμπροθέσμως στις 29-8-2008, οπότε και έληγε η προθεσμία για την προ 20ημέρου κατάθεση προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διότι κατά την ημέρα εκείνη, που ήταν Παρασκευή, ένιωσε αμέσως κατά την αφύπνιση, αιφνίδια αδιαθεσία και ειδικότερα υπερβολική ζαλάδα και αδυναμία βαδίσεως, συμπτώματα, τα οποία οφείλονται στο γεγονός ότι πάσχει από χρόνια υπέρταση και ανεπάρκεια αορτής, τα οποία τον ανάγκασαν να παραμείνει στην οικία του, αποφεύγοντας κάθε περαιτέρω μετακίνηση, όπως άλλωστε του συνέστησε και ο ιατρός του Χ.
Σ., με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικώς και ο οποίος τον επισκέφθηκε στην οικία του κατά τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από 21-3-2007 ιατρική γνωμάτευση του καρδιολόγου Χ. Σ., ο ανακόπτων πάσχει από το έτος 2007 από υπερτασική καρδιοπάθεια και ανεπάρκεια αορτής, γι' αυτό, άλλωστε, και του συνεστήθη η λήψη φαρμακευτικών σκευασμάτων.
Εξαιτίας της υπερτάσεως στις 26-1-2012 ο ανακόπτων υπέστη ενδοεγκεφαλική αιμορραγία και νοσηλεύθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Νευρολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης Παπαγεωργίου. Ωστόσο, ο ανακόπτων, μολονότι ισχυρίζεται ότι το πρωί της 29-8-2008 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ως άνω καρδιολόγο του, προκειμένου να τον ενημερώσει για τα συμπτώματα ζάλης και αδυναμίας που ένιωσε μετά την αφύπνισή του και ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο ιατρός τον επισκέφθηκε και στην οικία του, ουδεμία ιατρική βεβαίωση τούτου προσκομίζει προς απόδειξη της επικαλούμενης αιφνίδιας ασθένειάς του, αλλά ούτε και κάποιο παραστατικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει την εκ μέρους του ως άνω καρδιολόγου λήψη αμοιβής για την κατ' οίκον επίσκεψη στον ασθενή του.
Όσον αφορά το επισυναπτόμενο στην από 21-3-2007 ιατρική γνωμάτευση χειρόγραφο συνταγολόγιο του ίδιου ως άνω καρδιολόγου, ουδείς συσχετισμός του με το επικαλούμενο επεισόδιο της 29-8-2008 δύναται να γίνει, καθόσον τούτο αποτελούσε έγγραφο συνοδευτικό της ως άνω ιατρικής γνωματεύσεως, την οποία ο ανακόπτων σε ανύποπτο χρόνο είχε προσκομίσει στον ελεγκτή του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τύχει της δέουσας μειώσεως στην τιμή των προτεινομένων φαρμάκων.
Γι' αυτό και ο ισχυρισμός του αυτός δεν πιθανολογείται βάσιμος, μη αρκούσης προς τούτο της περιλαμβανομένης στην …/2011 ένορκη βεβαίωση καταθέσεως της συζύγου του Ε. Τ., η οποία δεν τυγχάνει ιατρός, αλλά νομικός και δη καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Το ότι επρόκειτο για μια απλή αδιαθεσία και όχι για ασθένεια υπό οξεία μορφή αποδεικνύεται, άλλωστε, από το γεγονός ότι ο ανακόπτων δεν αιτήθηκε τη μεταφορά του σε νοσηλευτικό ίδρυμα, αλλά ούτε με τη σύζυγό του επικοινώνησε, η οποία είχε ήδη αναχωρήσει για το Πανεπιστήμιο, προκειμένου να της εκθέσει τη σοβαρότητα της καταστάσεώς του και να ζητήσει την όποια βοήθειά της.
Εξάλλου, αν όντως είχε προβεί στη σύνταξη των προτάσεών του από τις 28-8-2008, τότε ευκόλως θα μπορούσε να αναθέσει την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεσή τους σε κάποιον άλλον συνάδελφό του, αφού εξαφάνιση της φυσικής δυνατότητας του ανακόπτοντος να επικοινωνεί με τρίτους δεν αποδείχθηκε, σε κάθε δε περίπτωση θα μπορούσε να ειδοποιήσει σχετικώς τη σύζυγό του, η οποία, ενόψει της επαγγελματικής της ιδιότητας και της επιγνώσεως των επιπτώσεων της ερημοδικίας και δη επί υποθέσεως που αφορούσε προσωπικώς τον ίδιο, είναι βέβαιο πως θα φρόντιζε πάραυτα την εκπλήρωση του αιτήματός του.
Επομένως, εφόσον το γεγονός της επικαλούμενης αιφνίδιας ασθένειας μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, τα οποία ο ανακόπτων δεν κατέβαλε, λόγος ανωτέρας βίας σχετικά με την ερημοδικία τούτου κατά την εκδίκαση της αγωγής των καθ' ων η ανακοπή εναντίον του δεν πιθανολογείται και γι' αυτό ο μοναδικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, όπως και η ανακοπή στο σύνολό της>>.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 14497/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας αυτού. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε, ότι δεν πιθανολογείται λόγος ανωτέρας βίας σχετικά με την ερημοδικία του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον το γεγονός της επικαλούμενης αιφνίδιας ασθένειάς του μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, τα οποία, όμως, αυτός δεν κατέβαλε, δεν παραβίασε, αλλά κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 501 ΚΠολΔ προέβη σε ορθή εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανωτέρας βίας ως λόγο ανακοπής ερημοδικίας.
Επιπροσθέτως το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη συνδρομή των αναγκαίων για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως περιστατικών σχετικώς με την έννοια της ανωτέρας βίας , χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας, το δε αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ανακόπτων θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την ερημοδικία του αν κατέβαλε μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως , εκτίθεται σαφώς.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ολΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 1437/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, υπό την έννοια ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η προσκομισθείσα, μετ' επικλήσεως, υπ' αρθμ. 14271/2011 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του αναιρεσείοντος Ε.
Τ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται ρητή αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη, εκτός των άλλων, και η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, ενόψει και της ένδικης αναφοράς στην απόφαση ότι <<Ο ισχυρισμός αυτός του ανακόπτοντος δεν πιθανολογείται βάσιμος, μη αρκούσης προς τούτο της περιλαμβανομένης στην …/2011 ένορκη βεβαίωση καταθέσεως της συζύγου του, Ε.
Τ., η οποία δεν τυγχάνει ιατρός, αλλά νομικός...>>.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ),όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 1074/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ