1289/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1289/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π. και Α. Δ., κατά τα κεφάλαια της αγωγής, ως προς τα οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αφού κρατήθηκε η υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά, έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος και ως βάσιμη στην ουσία της και υποχρεώθηκε το εναγόμενο - αναιρεσείον να καταβάλει τα ποσά των 4.333,13 ευρώ και 4.768,86 ευρώ, στον τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, για τις προαναφερόμενες αιτίες, νομιμοτόκως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ - Α.Ε.)", που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Baker Tilly Greece Ορκωτοί Ελεγκτές, Λογιστές Ανώνυμη εταιρεία", όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Χ. Σ., ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ - ΑΕ, που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω ανώνυμη εταιρεία έχει αντικατασταθεί από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "tgs (Ελλάς) ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ - ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Π., κατοίκου ... Αττικής, 2)Π. Τ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, 3)Θ. Ν. Π., κατοίκου ... Αττικής, 4)Α. Ι. Δ., κατοίκου ... Αττικής, 5)Γ. Κ. Κ., κατοίκου …, και 6)Ό. Γ. Λ., κατοίκου ... Αττικής. Ο 5ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1238/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 12785/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 10-04-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την από 10-04-2019, με αριθμό καταθέσεως 35002/2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 3282/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, επί της από 27-07-2016 με αριθμό καταθέσεως 63159/2016 έφεσης των 3ου, 4ου και 6ου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Θ. Π., Α. Δ. και Ό. Λ. και της από 28-08-2016, με αριθμό καταθέσεως 63174/2016 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στρεφομένης καθόλων των εναγόντων (έξι συνολικά) και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αριθ. 1238/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με την άνω απόφαση είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της, ως προς τον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και κατά ένα μέρος ως προς τους λοιπούς η από 01-12-2014, με αριθμό καταθέσεως 2081/2014 αγωγή τους και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει ως καθολικός διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΤ ΑΕ", με την οποία συνέδεε τους ενάγοντες σύμβαση εξηρτημένη εργασίας αορίστου χρόνου στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.376,31 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 3.982,96 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 4.663,25 ευρώ στον τέταρτο το ποσό των 5.051,62 ευρώ, στον πέμπτο, το ποσό των 3.585,08 ευρώ και στον έκτο το ποσό των 5.216,22 ευρώ, για παρασχεθείσα εργασία σε ημέρες Κυριακής και αργιών, προσαύξηση ωρομισθίου για εργασία Κυριακών, αργιών και νυκτερινή εργασία, για πραγματοποιηθείσα πρόσθετη εργασία, υπερεργασία και υπερωρίες στους πέντε πρώτους και αποζημίωση για παράνομη στέρηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης λόγω εργασίας κατά τα Σάββατα στον έκτο ενάγοντα και για το χρονικό διάστημα από 01-11-2012 μέχρι 11-06-2013, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές οι ως άνω εφέσεις και στη συνέχεια: α) απορρίφτηκε κατ' ουσίαν η από 27-07-2016 έφεση των τριών ως άνω εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, με την οποία προσέβαλαν την εκκαλουμένη, ως προς τα κεφάλαια της αγωγής τους που αφορούσαν αποζημίωση για στέρηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης λόγω εργασίας σε Σάββατα και Κυριακές για τους δύο πρώτους εκκαλούντες και αποζημίωση για στέρηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης λόγω εργασίας σε Κυριακές για τον τρίτο, που είχαν απορριφθεί ως αόριστα και έτσι επικυρώθηκε κατά το μέρος αυτό η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, β) απορρίφθηκε σχετικός λόγος της από 28-09-2016 έφεσης που εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής ως προς τα λοιπά κεφάλαια αυτής που είχαν κριθεί ορισμένα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και γ) κατά παραδοχή σχετικού λόγου της ως άνω έφεσης εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων Θ.
Π. και Α. Δ., κατά τα κεφάλαια της αγωγής, ως προς τα οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αφού κρατήθηκε η υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά, έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος και ως βάσιμη στην ουσία της και υποχρεώθηκε το εναγόμενο - αναιρεσείον να καταβάλει τα ποσά των 4.333,13 ευρώ και 4.768,86 ευρώ, στον τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, για τις προαναφερόμενες αιτίες, νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 556 παρ.1 και 149 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 90 Ν. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό" που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο "και είναι όμοιες με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 140 Ν. 4270/2014, ορίζεται ότι η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. Επίσης στις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 48 του ΝΔ 496/1997 "περί λογιστικού του ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών.
Περαιτέρω, στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 14 του συστατικού της ΕΡΤ-ΑΕ Ν. 1730/1987 ορίζεται ότι οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων, για τόκους, προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που ισχύουν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμόζονται και υπέρ της ΕΡΤ-ΑΕ και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαιά της. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εκτός από εκείνες για τόκους, δεν εφαρμόζονται για τις αξιώσεις του προσωπικού των εταιριών αυτών, που προέρχονται από την παροχή εργασίας τους, για τις οποίες εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία. Εξάλλου κατά το άρθρο 250 αριθ. 17 ΑΚ παραγράφονται σε πέντε χρόνια οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, η δε παραγραφή αυτή κατ' άρθρο 253 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατ' άρθρο 251 ΑΚ έναρξή της. Η διάταξη αυτή είχε εφαρμογή και για τις αξιώσεις μισθών του προσωπικού της ΕΡΤ-ΑΕ, κατά το ως άνω άρθρο 14 παρ. 5 εδ β του Ν. 1730/1987 (ΑΠ 1346/2002).
Με τη νομίμως δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (Β' 1414/11.6.2013) υπ' αριθ. οικ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ΕΛΛΗΝΙΚΗ Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ- ΑΕ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 4β του Ν. 3429/2005 (Α' 180), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 και τροποποιήθηκε διαδοχικά με την παρ. 8 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού περιεχομένου 31/31.12.2011 και με την παρ.2 του άρθρου τρίτου του Ν. 4047/2012, ορίστηκαν τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 1 ότι «1. Η ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ- ΑΕ), που ιδρύθηκε με το Ν. 1730/1987 (Α' 145) ως ενιαίος φορέας καταργείται [...]» και
στο άρθρο 2, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο της κοινής απόφασης υπ' αριθμ. Οικ. 6/8.7.2013 του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1675/8.7.2013) και στη συνέχεια με το άρθρο 42 παρ.2 και 11 του Ν. 4262/2014 (Ά 114/10.5.2014) παρ. 1 ορίζεται ότι «το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΡΤ-ΑΕ" και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών [...]» και την παρ.2 αυτού, ότι «το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο [...] γ. Η κατάργηση της "ΕΡΤ ΑΕ" και των θυγατρικών της συνιστά λόγο βίαιης διακοπής της δίκης, κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔ Η διακοπή επέρχεται με τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά παρέκκλιση του άρθρου 287 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση της διακοπής και του λόγου της από το Ελληνικό Δημόσιο. Η δίκη που διακόπηκε συνεχίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 290 επ. του ΚΠολΔ με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο της "ΕΡΤ ΑΕ" και των θυγατρικών της, εκπροσωπούμενο από τον Ειδικό Διαχειριστή».
Με τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις, μετά την κατάργηση της "ΕΡΤ ΑΕ" και των θυγατρικών της, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων αυτής και των θυγατρικών της κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεών τους έναντι τρίτων, ακόμη και των επίδικων. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις της άνω εταιρίας και των θυγατρικών της, παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβαίνουν στο τελευταίο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν (ΑΠ 1101/2019, ΑΠ 1287/2018). Έτσι η απαίτηση που μεταβιβάζεται παραμένει αναλλοίωτη κατά τα εκ του νόμου χαρακτηριστικά της (ουσιαστικά ή δικονομικά) και συνεπώς ο χρόνος της παραγραφής αυτής παραμένει ο ίδιος, ως είχε πριν τη διαδοχή, καθώς και η αφετηρία του υπολογισμού της. Εξάλλου, η απαίτηση διατηρεί την αυτοτέλειά της, υποκείμενη στις περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που ίσχυαν για την ως άνω ανώνυμη εταιρία και όχι στις περί παραγραφής διατάξεις του Ν. 2362/1995 ή του ΝΔ 496/1974 (βλ. και ΑΠ 241/2020, ΑΠ 923/1991).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενο πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 Ν. 2362/1991 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ.3 άρθρου 140 Ν. 4270/2014, καθώς και του άρθ. 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974, διότι δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων κατά της ΕΡΤ ΑΕ, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υποκαταστάθηκε ως καθολικός διάδοχος, υπάγονται στην κοινή πενταετή παραγραφή που ισχύει για απαιτήσεις από παροχή εργασίας και όχι στη διετή παραγραφή των ως άνω διατάξεων, που ισχύουν για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ και ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και απέρριψε έτσι την ένσταση διετούς παραγραφής που είχε υποβάλει παραδεκτά ενώπιον του.
[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι αναιρεσίβλητοι με την από 10-12-2014 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου με την υπ' αριθ. Κοινή οικ.6/8.7.2013 του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε. (ΕΡΤ-ΑΕ)" που καταργήθηκε με την υπ'αριθ.
οικ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, ζήτησαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, που αφορούσαν αξιώσεις από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που τους συνέδεε με την καταργηθείσα "ΕΡΤ ΑΕ", γεγενημένες από την παροχή εργασίας τους στην τελευταία εταιρεία, κατά το πριν την υποκατάσταση χρονικό διάστημα, από 01-11-2012 μέχρι 11-06-2013.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 07-10-2015, το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε παραδεκτώς τον ισχυρισμό περί διετούς παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, ήτοι ότι έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995 και άρθρου 48 νδ 496/1974. To πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση με την αιτιολογία ότι η επέκταση στην ΕΡΤ των ως άνω διατάξεων με τις οποίες θεσπίζεται ευνοϊκότερη ρύθμιση ως προς το χρόνο παραγραφής αντίκειται στα άρθρα 4, 20 παρ. 1 και 24 Σ και στην ΕΣΔΑ και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας τα προαναφερόμενα ποσά.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 28-09-2016 έφεσή του, παραπονούμενο μεταξύ άλλων, για την απόρριψή της ως άνω ένστασης παραγραφής.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, όσον αφορά τον ερευνώμενο λόγο:
«| [...]Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί διετούς παραγραφής (κατ' άρθρο 90 ν. 2362/1995 και 48 ν.δ. 496/1994), που προβάλλει το εναγόμενο - εκκαλούν, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, διότι ναι μεν η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, πλην όμως ως καθολικού διαδόχου της εργοδότριας και υποχρέου εταιρείας ΕΡΤ ΑΕ, που καταργήθηκε την 11-06-2013, δηλαδή το Ελληνικό δημόσιο υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ΕΡΤ ΑΕ ως είχαν κατά τον χρόνο της διαδοχής και δεν ασκεί ιδία δικαιώματα, συνεπώς δεν δύναται να επικαλεσθεί τη διετή παραγραφή που προβλέπεται για τις αξιώσεις κατ' αυτού ως ευθέως υποχρέου, αλλά εν προκειμένω ισχύει η πενταετής παραγραφή, καθότι κρίνονται αξιώσεις των εναγόντων κατά της ανώνυμης εταιρείας ΕΡΤ ΑΕ [...]|».
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάζεις του άρθρου 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 και 48 παρ.3 ΝΔ 496/1974, τις οποίες ορθά δεν εφήρμοσε, διότι οι εν λόγω αξιώσεις των εναγόντων από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 01-11-2012 μέχρι 11-06-2013, γεννήθηκαν πριν την κατάργηση της "ΕΡΤ ΑΕ" και μετά την κατάργησή της μεταφέρθηκαν στο Δημόσιο, ο δε χρόνος της παραγραφής αυτών, παραμένει ο ίδιος, όπως είχε πριν τη διαδοχή, καθοριζόμενος από την αρχική τους φύση, ως οφειλών γεγεννημένων πρωτογενώς, όχι από την παροχή εργασίας στο εναγόμενο Δημόσιο, αλλά σε τρίτο νομικό πρόσωπο και εν προκειμένω την ΕΡΤ ΑΕ, τις οποίες ανέλαβε να πληρώσει, ως καθολικός διάδοχος αυτού, ως είχαν πριν από την υποκατάσταση.
Συνεπώς υπόκεινται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους και δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (29-12-2014). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 και 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974, είναι αβάσιμος.
Κατά την ίδια παραπάνω διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 άρθρ. τρίτο Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν: 1) παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος, 3) εάν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19, αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, έκτος από άλλα στοιχεία, να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή το περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, ΑΠ 291/2015). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ή το ταυτόσημο άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) – (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011), ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα.
Αν το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ ή τον ταυτόσημο του άρθρου 560 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 458/2017).
Περαιτέρω για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (αντιστοίχου εννοίας με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Πρέπει ακόμη, να καθορίζεται, πλην των άλλων, σε τί συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποιό δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, 183/2020, ΑΠ 1184/2015).
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται επί παραβάσεων κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου, όπως οι διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 1330/2007, ΑΠ 514/2002).
Η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ ως λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και με την έννοια αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 517/2019, ΑΠ 167/2011).
Το αναιρεσείον - εναγόμενο με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη ως προς τον τρόπο καθορισμού του ωρομισθίου, με το οποίο διαμορφώνονται τα διεκδικούμενα κονδύλια όλων των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, επιπλέον δε όσον αφορά τους πέμπτο και έκτο αυτών ότι εσφαλμένα έκρινε ότι ήταν ορισμένη ως προς την αναφορά των μηνιαίων αποδοχών, ενώ η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της ως αόριστη ως προς όλους τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους, λόγω μη καθορισμού τρόπου εξευρέσεως του ύψους του ωρομισθίου, επί πλέον δε ως προς τους 5° και 6° λόγω μη ανάλυσης των μηνιαίων αποδοχών τους. Οι επικαλούμενες με το λόγο αυτό ελλείψεις της αγωγής δεν ανάγονται στη νομική αοριστία αυτής, αλλά την ποσοτική και στηρίζονται στο λόγο του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι τον αριθ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Επομένως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, εκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά ούτε και οι σχετικές παραδοχές της απόφασης, ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου, όπως οι διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ για το ορισμένο της αγωγής.
Τέλος, ούτε ως λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δύναται να εκτιμηθεί, αφού κατά τα προαναφερόμενα και ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρονται και όχι του δικονομικού δικαίου, όπως εν προκειμένω.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 κοινής Υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ΦΕΚ 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.4.2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", κατά της υπ' αριθ. 12785/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ