Supreme Court dismisses appeal on adverse consideration of argument regarding adverse possession of wall section.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision granting them ownership of a wall section via adverse possession. The appellants argued the court failed to consider their claim that the wall was inadmissible for adverse possession due to prohibited partition creation, but the court found it had implicitly rejected this by accepting the twenty-year possession. Consequently, the appeal was rejected, the deposit returned, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045 and 974 of the Civil Code; The court's rejection of an adverse possession claim, whether explicit or implicit, constitutes a valid consideration of the argument, precluding an appeal on the ground of failure to take the argument into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Μαϊου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ., Αρεοπαγίτη ε.τ., 2. Ο. Μ. του Α., κατοίκων ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Γιαννακάκι, που ανακάλεσε την από 3-5-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. .
Των αναιρεσίβλητων:1.Κ. θυγ. Π. Κ., συζ. Ε. Κ., κατοίκου ... και 2. Μ. θυγ. Π. Κ., ..., κατοίκου ... , που παραστάθηκαν η 1η δια και η 2η μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Θεοδώρας Ανανιάδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 136/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 136/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο. Με αυτήν έγινε δεκτή κατά ένα μέρος αγωγή των αναιρεσειόντων, διεκδικητική κυριότητας τμήματος μανδρότοιχου και της καλυπτόμενης υπό αυτού εδαφικής λωρίδας συνολικής έκτασης 2,96 τμ , ήτοι για έκταση 1,23 τμ, θεμελιούμενη σε παράγωγο ,αλλά και πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), ενώ απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο μέρος , ήτοι για έκταση 1,73 τμ, κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, και ακολούθως έγιναν δεκτοί, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου και εξαφανίστηκε η τελευταία που είχε απορρίψει στο σύνολο της την αγωγή.
Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Ειδικότερα) η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμησή του, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018,ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).
Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης,ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 26/2015). Επίσης, για την έναρξη της 20ετίας δεν απαιτείται η γνωστοποίηση από τον χρησιδεσπόζοντα της πρόθεσής του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό , γιατί το στοιχείο τούτο είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει σχέση κοινωνίας (ΑΠ 1555/2010).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ένδικη διεκδικτική αγωγή των αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα: "Μετά από εντολή των εναγόντων και μετά υπό υπόδειξη των ορίων από το δεύτερο ενάγοντα (Ο.
Μ.) ο Πολιτικός Μηχανικός Ν. Σ. συνέταξε το από μηνός Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα που ενσωματώνεται στην αγωγή, αφενός με αποτύπωση του μείζονος ακινήτου και αφετέρου με αποτύπωση της επίδικης έκτασης, κατά το οποίο οι ενάγοντες φέρονται συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς ενός οικοπέδου έκτασης 1.123,80 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού της Κοινότητας ...
του Δήμου ... και, εμφαινόμενο στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-Β- Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1 -Β 1 -ΓΙ -Δ 1 -Ε 1 - Ζ1-Η1-Α, συνορεύει, κατ' αυτό (τοπογραφικό διάγραμμα), βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά Μ-Ν-Ξ-0 κατά τις πλευρές Μ-Ν μήκους 5,56 μ. και Ν- Ξ μήκους 6,34 μ. με ιδιοκτησία Θ. Κ. και κατά την πλευρά Ξ-0 μήκους 16,80 μ.
με δημοτική οδό, ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β 1 -Γ 1 -Δ 1 -Ε 1 κατά τις πλευρές Ο-Π μήκους 3,36 μ. και Π-Ρ μήκους 1,10 μ. με δημοτική οδό, κατά τις πλευρές Ρ-Σ μήκους 6,46 μ., Σ-Τ μήκους 0,37 μ., Τ-Υ μήκους 11,58 μ., Υ-Φ μήκους 4,25 μ., Φ-Χ μήκους 1,44 μ., Χ-Ψ μήκους 9,43 μ., Ψ-Ω μήκους 6,23 μ., Ω- Α1 μήκους 064 μ., Α1-Β1 μήκους 2,30 μ., Β1-Γ1 μήκους 5,46 μ., Γ1-Δ1 3,78 μ.
με ιδιοκτησία των εναγομένων και κατά την πλευρά Δ1-Ε1 μήκους 19,57 μ. με ιδιοκτησία ..., νότια σε τεθλασμένη πλευρά Ε1-Ζ1-Η1- Α με επιμέρους πλευρές Ε1-Ζ1 μήκους 4,64 μ,, Ζ1-Η1 μήκους 3,78 μ. και HI-Α μήκους 11,96 μ. με ιδιοκτησία ... και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α-Μ κατά τις πλευρές Α-Β μήκους 8,40 μ., Β-Γ μήκους 2,76 μ.
και Γ-Δ μήκους 1,23 μ. με ιδιοκτησία Δ. Α., κατά τις πλευρές Δ-Ε μήκους 2,77 μ., Ε-Ζ μήκους 12,77 μ. και Ζ-Η μήκους 6,09 μ. με ιδιοκτησία Α., κατά την πλευρά Η-Θ μήκους 6,28 μ. με ιδιοκτησία αδελφών Κ., κατά την πλευρά Θ-Ι μήκους 16,42 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία αδελφών Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., και κατά τις πλευρές Ι-Κ μήκους 11,78 μ., Κ-Λ μήκους 2,48 μ.
και Α-Μ μήκους 5,30 μ. με ιδιοκτησία Θ. Κ.. Το ακίνητο για το οποίο συντάχθηκε το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα περιήλθε στους ενάγοντες κατά ποσοστό 50% ή 12/24 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς ως εξής: Αρχικά, με το .../21-6-1929 συμβόλαιο αγοράς του τότε Συμβολαιογράφου ... Ι , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... (ήδη Υποθηκοφυλακείου ...) στον τόμο ...
και αριθμό 47, κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού ο πάππους αυτών (από τη μητρική γραμμή) Α. Κ., κατόπιν αγοράς από τον Ι. Κ.. Ακολούθως, με το .../6-10-1949 πωλητήριο συμβόλαιο της τότε Συμβολαιογράφου ... Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... (ήδη Υποθηκοφυλακείου ...) στον τόμο ... και αριθμό 133, ο Α.
Κ., στον οποίον είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό λόγω κληρονομικής διαδοχής, κατόπιν της από ...-6-1942 ιδιόγραφης διαθήκης του ήδη αποβιώσαντος πατρός του Α. Κ. που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα από ...-9-1942 πρακτικά του Πρωτοδικείου Λαμίας, την οποία κληρονομιά αυτός αποδέχθηκε, αναμειγνυόμενος σε αυτήν, κατά τις διατάξεις του τότε (1942) ισχύοντος δικαίου, μεταβίβασε το ακίνητο αυτό κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην καθεμία από τις δύο ανηψιές του και αδελφές των εναγόντων Α.
θυγ. Α. Μ. και Φ. συζ. Π. Π., το γένος Α. Μ.. Από αυτές: ί) η μεν Α. απεβίωσε την 1-11-1995, χωρίς να αφήσει διαθήκη και καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτής τους ενάγοντες αδελφούς της, την προαναφερόμενη αδελφή της, όπως και τον έτερο αδελφό τους Ν. Μ., που όλοι τους αποδέχθηκαν την κληρονομία της και η αίτησή τους για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού (κληρονομητηρίου) έγινε δεκτή με την 2553/11-4-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το 958/20-5-1996 πιστοποιητικό (κληρονομητήριο), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο ... και αριθμό 289, ii) η δε Φ. απεβίωσε στις 2-5-1996, ομοίως χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτής τους ενάγοντες αδελφούς της, όπως και τον έτερο αδελφό τους Ν. Μ., που όλοι τους αποδέχθηκαν την κληρονομία της και η αίτησή τους για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού (κληρονομητηρίου) έγινε δεκτή με την 6090/11-11-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το .../17-12-1996 πιστοποιητικό (κληρονομητήριο), ενώ ακολούθησε και η συμβολαιογραφική αποδοχή με τη σύνταξη της .../15-1-1997 πράξης της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...
Β. Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... και αριθμό 22, στην οποία το κρίσιμο ακίνητο περιγράφεται να έχει εμβαδόν ενός (1) στρέμματος περίπου. Στις 26-3-1997 απεβίωσε και ο Ν. Μ., ομοίως χωρίς να αφήσει διαθήκη και καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού τους ενάγοντες αδελφούς του, που αποδέχθηκαν την κληρονομία του και η αίτησή τους για έκδοση σχετικού πιστοποιητικού,: (κληρονομητηρίου) έγινε δεκτή με την 4946/13-10-1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το 1652/14-11-1997 πιστοποιητικό (κληρονομητήριο), ενώ ακολούθησε και η συμβολαιογραφική αποδοχή με τη σύνταξη της .../30-6-1998 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της ως άνω Συμβολαιογράφου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...
και αριθμό 359, στην οποία ομοίως το κρίσιμο ακίνητο περιγράφεται να έχει εμβαδόν ενός (1) στρέμματος περίπου. Πρακτικά, λοιπόν, το ακίνητο που αφορά το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα περιήλθε στον κάθε ενάγοντα: α) κατά ποσοστό 1/8 ή 3/24 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αδελφής τους Α.
Μ., β) κατά ποσοστό 5/24 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αδελφής τους Φ. Μ., γ) κατά ποσοστό 1/6 ή 4/24 εξ αδιαιρέτου, στον καθένα από αυτούς, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αδελφού τους Ν. Μ.. Το επίδικο τμήμα βρίσκεται στο βορειανατολικό μέρος του μείζονος ακινήτου και εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, στην αποτύπωση της επίδικης έκτασης, με τα στοιχεία Ρ-α-β-γ-δ-ε-ζ-η-Ρ, ως εμβαδού 2,96 τ.μ., και συνορεύει κατά την αποτύπωση αυτή βόρεια σε πλευρά Ρ-α μήκους 0,18 μ.
με έκταση κυριότητας των εναγόντων, ανατολικά σε πλευρά Ρ-η μήκους 6,46 με έκταση κυριότητας των εναγομένων, νότια σε πλευρά ζ-η μήκους 0,38 μ. με έκταση κυριότητας των εναγομένων και σε πλευρά ε-ζ μήκους 0,22 μ. με έκταση κυριότητας των εναγόντων, και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ε-δ-γ-β-α με επιμέρους πλευρές δ-ε μήκους 3,06 μ., γ-δ μήκους 0,21 μ., β-γ μήκους 3,04 μ.
και α-β μήκους 0,36 μ. με έκταση κυριότητας των εναγόντων, από τα οποία σημεία το σημείο "Ρ" έχει συντεταγμένες Χ: 399315,151 και Υ: 4311331,65, ενώ το σημείο "η", ως ταυτιζόμενο με το σημείο "Σ" της αποτύπωσης του μείζονος ακινήτου, έχει συντεταγμένες Χ: 399316,707 και Υ: 4311325,14, και το σημείο "ζ", ως ταυτιζόμενο με το σημείο "Τ" της αποτύπωσης του μείζονος ακινήτου, έχει συντεταγμένες Χ: 399316,345 και Υ: 4311325,29.
Επί του εδάφους της επίδικης έκτασης υφίσταται μαντρότοιχος πλάτους 0,60 μ., που αποτελεί μέρος του μαντρότοιχου που είχε κατασκευαστεί περιμετρικά στο σύνολό του εντός των ορίων του ακινήτου άλλοτε ιδιοκτησίας Κ., προτού η κυριότητά του μεταβιβαστεί στις Α. και Φ. Μ. με το προαναφερόμενο συμβόλαιο του έτους 1949.
Το ανατολικά του ακινήτου των εναγόντων όμορο ακίνητο, είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα της αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Γ. και Κ. Τ. κατά το έτος 1954, καθόσον: α) ποσοστό 3/20 ή 15/100 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει σε αυτήν λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατέρα της Γ.
Τ. του Ζ., που απεβίωσε στις 23-1-1950, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την οποία κληρονομία αποδέχθηκε με την .../15-9-1954 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του τότε Συμβολαιογράφου ... Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... (ήδη Υποθηκοφυλακείου ...) στον τόμο ... και αριθμό 456, β) ποσοστό 3/100 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει σε αυτήν, λόγω μεταβίβασης από τον ανήλικο Γ.
Τ. του Ζ. (νόμιμα εκπροσωπούμενο από τη μητέρα του Π. χήρα Ζ. Τ.), με το .../15-9-1954 συμβόλαιο μερικής διανομής συνιδιοκτητών κληρονομικών ακινήτων του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... και αριθμό 457, γ) ποσοστό 82/100 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει σε αυτήν, λόγω πώλησης από τους 1) Κ.
χήρα Γ. Τ., το γένος Α. Δ., 2) Θ. συζ. Α. Α., το γένος Γ. Τ., 3) Α. συζ. Δ. Τ., το γένος Γ. Τ., 4) Β. συζ. Σ. Σ., το γένος Γ. Τ. (αντιπροσωπευόμενη από τον Ι. Τ. του Ζ.). Σε ανεξακρίβωτο χρόνο μεταξύ των ετών 1954 - 1974, η Ε. Κ. διαμόρφωσε σε εξώστη το πάνω από την τραπεζαρία και την κουζίνα της διώροφης οικίας της ("ανώγειας οικίας", κατά την περιγραφή των τίτλων κτήσης της), τα οποία (δωμάτια) ήταν σε επαφή με το δυτικά αυτών μαντρότοιχο του τότε ακινήτου συνιδιοκτησίας Α.
και Φ. Μ., κατασκευάζοντας παράλληλα και μικρά τουβλόκτιστα πεζούλια, ύψους 0,40 μ. περίπου, περιμετρικά του εξώστη αυτού. Για να γίνει η διαμόρφωση αυτή ουσιαστικά επεξέτεινε την πλάκα οροφής των παραπάνω δωματίων επί του μαντρότοιχου όπισθεν των δωματίων αυτών, μη υπερβαίνοντας, όμως, τη στέψη αυτού, προς βελτίωση της υγρομόνωσης των δωματίων αυτών, που προϋφίσταντο του έτους 1955, με την αποφυγή εισχώρησης ομβρίων υδάτων στο εσωτερικό τους, και επί του τμήματος αυτού του μαντρότοιχου κατασκευάστηκαν και τα προαναφερόμενα πεζούλια, σχηματίζοντας ορθή γωνία, περί το μέσο αυτού (καταληφθέντος τμήματος).
Η δικαιοπάροχος των εναγομένων προέβη στις ανωτέρω εξωτερικά εμφανείς πράξεις, με την πεποίθηση ότι μπορούσε να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό κατ' ενάσκηση δικού της δικαιώματος κυριότητας, υπολαμβάνοντας ότι ο μαντρότοιχος αυτός ως ουσιαστικά διαχωριστικό κτίσμα των όμορων ιδιοκτησιών της ανήκε κατά το ανατολικά της στέψης αυτού τμήμα του.
Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της αυτής ήταν ουσιαστικά να καταλάβει μια λωρίδα του μαντρότοιχου και συνακόλουθα και του υπ' αυτόν εδάφους, μήκους 6,46 μ. f και πλάτους 0,38 μ. στη βάση της, που ως τέτοια νοείται η πλευρά η-ζ της επίδικης έκτασης, και για τα επόμενα 3,06 μ. βόρεια αυτής, ήτοι μέχρι την πλευρά γ-δ της επίδικης έκτασης, και πλάτους 0,18 μ.
για τα λοιπά 3,40 μ.' βόρεια αυτής! όπου ως βόρειο όριο νοείται η πλευρά Ρ-α της επίδικης έκτασης, χωρίς έκτοτε και μέχρι το θάνατό της στις 11-7-1996 να διατυπωθεί οποιοδήποτε παράπονο ή αντίρρηση από την πλευρά των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αλλά και των ιδίων από την 1-11-1995 και μετέπειτα. Η Ε. Κ. απεβίωσε την προαναφερόμενη ημερομηνία (11-7-1996), χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τις εναγόμενες, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομιαία περιουσία με την 1.484/18-10-1996 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...
Ε. Β. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ομώνυμου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και αριθμό 441, στην οποία το κληρονομιαίο ακίνητό τους δηλώνεται ως εμβαδού 300,00 τ. μ. περίπου, ενώ κατά το προσκομιζόμενο από τις ίδιες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από μηνός Δεκεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του Α.
Ο. αυτό, κατά την υπόδειξη των ορίων από τις ίδιες, έχει εμβαδόν 800,53 τ.μ. χωρίς την επίδικη εδαφική λωρίδα και 803,61 τ.μ. με την επίδικη εδαφική λωρίδα. Εντός του έτους 1996, μετά το θάνατο της μητέρας τους, οι εναγόμενες προέβησαν σε καθαίρεση των άνω πεζουλιών και σε κατασκευή στηθαίου, πλάτους 0,15 - 0,22 μ. και ύψους 0,30 μ.
περίπου, περιμετρικά της ήδη σχηματισμένης οροφής της άνω τραπεζαρίας και κουζίνας της - εξώστη άνωθεν αυτών, επί του οποίου στηθαίου τοποθέτησαν μεταλλικά κιγκλιδώματα. Με την κατασκευή του στηθαίου αυτού κατέλαβαν μεγαλύτερο τμήμα του άνω μαντρότοιχου και δη: α) μια λωρίδα, με σχεδόν παράλληλες πλευρές, πλάτους 0,22 μ.
στη νότια πλευρά - βάση της που αποτελεί την πλευρά ε-ζ της επίδικης έκτασης, και πλάτους 0,21 στη βόρεια πλευρά της που απέχει 3,06 μ. από τη νότια και αποτελεί την πλευρά γ-δ της επίδικης έκτασης, ήτοι εμβαδού 0,66 τ.μ. περίπου, β) μια λωρίδα, με σχεδόν παράλληλες πλευρές, που διακρίνεται σε δύο επιμέρους τμήματα ένα πλάτους 0,15 μ.
στη νότια βάση του, η οποία αποτελεί προέκταση κατά 0,15 μ. της πλευράς γ-δ της επίδικης έκτασης προς τα ανατολικά, και για τα επόμενα 3,04 μ. βόρεια αυτής, κατά την πλευρά β-γ της επίδικης έκτασης, όπου καταλήγει σε μια βόρεια πλευρά μήκους 0,18 μ., ήτοι επιμέρους εμβαδού 0,50 τ.μ. περίπου, και ένα άλλο τμήμα πλάτους 0,18 μ.
σε όλο το μήκος του που αφετηριάζεται στο σημείο β της επίδικης έκτασης και με μήκος 0,36 μ. εκτείνεται μέχρι τη βόρεια κατάληξη αυτής (επίδικης έκτασης), στην πλευρά Ρ-α αυτής (ομοίως μήκους 0,18 μ.), ήτοι επιμέρους εμβαδού 0,07 τ.μ. περίπου, και έτσι συνολικού εμβαδού του δεύτερου αυτού τμήματος (0,50 + 0,07 -) 0,57 τ.μ.
περίπου, καθόσον το στηθαίο αυτό εδράστηκε στην πράξη επί του παραπάνω μαντρότοιχου στα δύο προαναφερόμενα τμήματα αυτού. Οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για τη νεότερη αυτή κατάληψη, που ουσιαστικά δεν κατέλειπε σε αυτούς κανένα μέρος του μαντρότοιχου σε μία έκταση 3,06 μ. αυτού (πλευρά δ-ε επίδικης έκτασης), αποστέλλοντας σε αυτές την από 4-12-2013 εξώδικο τους, που επιδόθηκε στη δεύτερη από αυτές στις 8-1-2014 (σχετ.
η 11.921ε78-1-2014 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Δ. Κ.). Οι εναγόμενες δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο της εξωδίκου και έτσι οι ενάγοντες άσκησαν κατ' αυτών την ένδικη αγωγή, που επιδόθηκε σε αυτές στις 28-4-2014 (βλ. αντίστοιχα τις 84166728-4-2014 και 903στ'/28- 4-2014 εκθέσεις επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητών του Πρωτοδικείου Λαμίας Β.
Γ. και του Πρωτοδικείου Πειραιώς Δ. Κ. αντίστοιχα). Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο κρίσιμος μαντρότοιχος κατασκευάστηκε από απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων προ του έτους 1949 και εντός αποκλειστικά του ακινήτου του, όπως αυτοί βάσιμα ισχυρίζονται, αποδεικνύεται ιδίως από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτούς φωτογραφίες από τις οποίες είναι προφανής η κατασκευαστική ομοιότητα, αναφορικά με το πάχος και την τεχνοτροπία κατασκευής ανάμεσα στο μαντρότοιχο αυτό στην ανατολική πλευρά του ακινήτου τους, στο επίδικο τμήμα του, στο λοιπό μη επίδικο τμήμα του και στον ίδιο μαντρότοιχο, στο τμήμα της ανακατασκευασμένης κατά την πρόσοψη εισόδου στο ακίνητο των εναγόντων Ή δικανική πεποίθηση ότι τα ανωτέρω πεζούλια είχαν κατασκευαστεί από τη δικαιοπάροχο των εναγομένων σε ανεξακρίβωτο χρόνο εντός της χρονικής περιόδου 1954 - 1974, σχηματίζεται ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι εικονίζονται κατά την άνω δεκτή θέση τους σε φωτογραφίες μη αμφισβητούμενης γνησιότητας, για τις οποίες οι εφεσίβλητες βάσιμα προσδιορίζουν ως έτος λήψης το έτος 1974, καθόσον σε αυτές η ποιότητα των φωτογραφιών και η ενδυμασία των εικονιζόμενων προσώπων παραπέμπει εμφανώς σε χρόνο προγενέστερο της δεκαετίας του 1980.
Η δε πεποίθηση της δικαιοπαρόχου των εναγομένων για τις άνω κατασκευές και την εξ αυτών κατάληψη τμήματος του παραπάνω μαντρότοιχου, κατ' ενάσκηση δικαιώματος κυριότητας, κρίνεται δικαιολογημένη, ακριβώς, διότι, όπως προαναφέρθηκε δεν υπερέβαινε τη στέψη του μαντρότοιχου και ως εκ τούτου αυτή, που δεν είχε νομική παιδεία (ως απλή νοικοκυρά), εύλογα υπολάμβανε ότι μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη στο τμήμα αυτό.
Η αιτίαση των εναγομένων ότι το παραπάνω στηθαίο με το επ' αυτού κιγκλίδωμα τοποθετήθηκε ακριβώς στη θέση από τα πεζούλια αυτά, παρά τα όσα υπέρ αυτής διαλαμβάνονται κυρίως στις 599 και 600/2017 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από την πλευρά των εφεσιβλήτων - εναγομένων, κρίνεται αβάσιμη, ιδίως από τη συγκριτική επισκόπηση των φωτογραφιών που προσκομίστηκαν με επίκληση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, από τις φωτογραφίες αυτές, ιδίως τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες - ενάγοντες, είναι προφανές ότι το εν λόγω στηθαίο είναι καλουπαρισμένο και προεξέχει των λοιπών περιμετρικών τοίχων του ισογείου της οικοδομής των εναγομένων. Στην περίπτωση, όμως, που τα προϋφιστάμενα πεζούλια ύψους 40 εκ.
περίπου είχαν και αυτά κατασκευαστεί επί προεξοχής, αφενός η καθαίρεσή τους θα εγκυμονούσε κινδύνους για αποκόλληση της ήδη υφιστάμενης προεξοχής κατά το στάδιο καθαίρεσης των πεζουλιών και αφετέρου τεχνικά δεν θα ήταν δόκιμο το καλουπάρισμα για κατασκευή μόνο ενός αναβαθμού ύψους περίπου 10 εκατοστών στην άκρη της πλάκας (όσο δηλαδή είναι το ύψος της βάσης στην οποία εδράζονται τα κιγκλιδώματα σε σχέση με το πάνω μέρος της οροφής - εξώστη), αλλά, όπως προκρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι συνέβη, η προσθήκη ενός ενιαίου τσιμεντένιου στηθαίου, καλουπαρισμένου, και η επ' αυτού στερέωση του κιγκλιδώματος με παράλληλη μόνωση στην ένωση του στηθαίου με την πλάκα της οροφής, η κατασκευή της οποίας μόνωσης είναι εμφανής στις φωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ίδιες οι εφεσίβλητες - εναγόμενες με αρίθμηση σχετικών "4ε" και "4στ".
Το γεγονός ότι η κατασκευή του άνω κιγκλιδώματος και ως εκ τούτου σύστοιχα και του "πρόσθετου" υπ' αυτού στηθαίου έγινε μετά το θάνατο της μητέρας των εναγομένων, εντός του έτους 1996, συνάγεται ιδίως από τη συναξιολόγηση αφενός της κατάθεσης του μάρτυρα των εναγόντων, Ν. Σ., που έχοντας ιδία αντίληψη του επιδίκου, ως συντάκτης του τοπογραφικού διαγράμματος που ενσωματώθηκε στην αγωγή, με τις ειδικές γνώσεις του Πολιτικού Μηχανικού, προσδιόρισε την ηλικία του κιγκλιδώματος ως μιας δεκαετίας κατά την ένορκη κατάθεση του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 8-12-2015 ("Τα κάγκελα είναι μιας δεκαετίας"), και αφετέρου των όσων διαλαμβάνονται στην 599/2017 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται από τις εφεσίβλητες, στην οποία ο Ν.
Ε. του Δ., μεταξύ άλλων βεβαιώνει ότι "το έτος 1996 κατασκεύασα μαζί με τον αδελφό μου την πλάκα όπου σε τμήμα της και περιμετρικά αυτής τοποθετήθηκαν το ίδιο έτος κάγκελα ...". Παρέπεται ότι η αιτίαση των εναγομένων περί του ότι η πραγματική κατάσταση ήταν αμετάβλητη για μια εικοσαετία πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, με το επιχείρημα ότι η πραγματική αυτή κατάσταση, αναφορικά με την έκταση που καταλήφθηκε ολοκληρώθηκε το αργότερο με την υλοποίηση των κατασκευών για τις οποίες εκδόθηκε στο όνομα της δικαιοπαρόχου τους η 59/1980 άδεια της ΥΑΣΔΕ (για σεισμόπληκτο κτίσμα) που αφορούσε τα δωμάτια της οικίας της νοτιότερα της άνω τραπεζαρίας (δεξιότερα αυτής στην από μηνός Δεκεμβρίου 1980 κάτοψη ισογείου του Πολιτικού Υπομηχανικού Γ.
Μ.) και η 732/7-5-1982 άδεια ανέγερσης ισόγειας αποθήκης εμβαδού 42,50 τ.μ. σε άλλο τμήμα του ακινήτου της (νότιο - νοτιανατολικό), είναι αβάσιμη, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η πραγματική κατάσταση διαμορφώθηκε εν τέλει το έτος 1996. Περαιτέρω, αφού αναφορικά με τα παραπάνω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά δεν καταλείπεται κανένα αποδεικτικό κενό, παρέλκει η διενέργεια αυτοψίας και ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα των εκκαλούντων, που διατυπώνεται ημιτελώς στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων τους και πλήρως στο δικόγραφο των προτάσεών τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είναι απορριπτέο. (Από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα συνάγεται ότι, αποβάλλοντας η δικαιοπάροχος των εναγομένων τις δικαιοπαρόχους των εναγόντων Α.
και Φ. Μ. από τη νομή της επίδικης εδαφικής λωρίδας και του επ' αυτής μαντρότοιχου, με την κατασκευή - διαμόρφωση εξώστη επ' αυτού, με πεζούλια στα άκρα αυτού, που είχε ως εξωτερικά εμφανές αποτέλεσμα το υπ' αυτόν (εξώστη) τμήμα του μαντρότοιχου να σωματώνεται στην οικία της, και νεμόμενη έκτοτε αδιατάρακτα το μέρος αυτό της επίδικης έκτασης που περιγράφηκε αναλυτικά ανωτέρω, κατέστη κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σε χρόνο προγενέστερο του θανάτου ακόμα και της Α.
Μ. το έτος 1995, με επακόλουθο οι εναγόμενες να αποκτήσουν την κυριότητα του ίδιου μέρους της επίδικης έκτασης, κατά παράγωγο τρόπο ως κληρονόμοι της μητέρας τους, αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο τους, με προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, που αφετηριάστηκε, όπως προαναφέρθηκε, το αργότερο το, έτος 1974, και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 28-4-2014, χωρίς να συντρέχει περίπτωση δημιουργίας "μεσοτοίχου", αλλά (συνήθης) περίπτωση κτήσης κυριότητας επί τμήματος όμορου ακινήτου, ως τέτοιου τμήματος νοούμενου και του μαντρότοιχου που βρισκόταν αποκλειστικά εντός των ορίων αυτού.
Αντίθετα, για το λοιπό της επίδικης έκτασης, ήτοι για τη μία εδαφική λωρίδα εμβαδού 0,66 τ.μ. περίπου και για την έτερη εδαφική λωρίδα εμβαδού 0,57 τ.μ. περίπου, προκύπτει ότι όχι μόνο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των εναγομένων (επισημαίνεται ότι στην παραπάνω αποδοχή κληρονομίας της μητέρας τους δεν επισυνάπτεται κανένα τοπογραφικό διάγραμμα και το αναφερόμενο εμβαδό των 300 τ.μ.
είναι κατά πολύ μικρότερο αυτού που καταμετρήθηκε από τον προαναφερόμενο Τοπογράφο Μηχανικό κατ' εντολή τους), αλλού ούτε ότι αυτές κατέστησαν συγκυρίες αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού το χρονικό διάστημα συννομής τους επ' αυτού είναι κατά πολύ μικρότερο της 20ετίας και δη δεν υπερβαίνει το μέγιστο τα 8,5 έτη (1996 - 28/4/2014).
Έπεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε ότι η κυριότητα των εναγόντων επί του συνόλου της επίδικης έκτασης είχε καταλυθεί λόγω έκτακτης χρησικτησίας, πριν την επαγωγή σε αυτούς των άνω κληρονομιαίων περιουσιών, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν μέρει βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με την ένδικη έφεσή τους και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους τους.
Πρέπει, λοιπόν, η κρινόμενη) έφεση και η επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι να γίνουν δεκτοί εν μέρει και ως βάσιμοι στην ουσία της και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη κατά το προσβαλλόμενο μέρος της. Ακολούθως, πρέπει κατά το μέρος αυτό να κρατηθεί η υπόθεση και κατά το ίδιο μέρος να δικαστεί η παραπάνω αγωγή των ήδη εκκαλούντων και, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά ανωτέρω, αφού γίνει δεκτός εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί κτήσης κυριότητας σε μέρος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, από τη μητέρα τους την οποία κληρονόμησαν, αλλά και από τις ίδιες με προσμέτρηση του χρόνου νομής εκείνης, η παραπάνω αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι από την επίδικη εδαφική έκταση, που βρίσκεται στην...
και εμφαίνεται με τα στοιχεία Ρ-α-β-γ-δ-ε-ζ-η-Ρ, ως εμβαδού 2,96 τ.μ., στο από μηνός Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ν. Σ., που είναι ενσωματωμένο στην παραπάνω αγωγή, και η οποία (επίδικη έκταση) συνορεύει κατά την αποτύπωση αυτή βόρεια σε πλευρά Ρ-α μήκους 0,18 μ. με έκταση κυριότητας των εναγόντων, ανατολικά σε πλευρά Ρ-η μήκους 6,46 με έκταση κυριότητας των εναγομένων, νότια σε πλευρά ζ-η μήκους 0,38 μ.
με έκταση κυριότητας των εναγομένων και σε πλευρά ε-ζ μήκους 0,22 μ. με έκταση κυριότητας των εναγόντων, και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ε-δ-γ-β-α με επιμέρους πλευρές δ-ε μήκους 3,06 μ., γ-δ μήκους 0,21 μ., β-γ μήκους 3,04 μ. και α-β μήκους 0,36 μ. με έκταση κυριότητας των εναγόντων, από τα οποία σημεία το σημείο "Ρ" έχει συντεταγμένες Χ: 399315,151 και Υ: 4311331,65, ενώ το σημείο "η", ως ταυτιζόμενο με το σημείο "Σ" της αποτύπωσης του μείζονος ακινήτου, έχει συντεταγμένες Χ: 399316,707 και Υ: 4311325,14, και το σημείο "ζ", ως ταυτιζόμενο με το σημείο "Τ" της αποτύπωσης του μείζονος ακινήτου, έχει συντεταγμένες Χ: 399316,345 και Υ: 4311325,29, οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς μόνο των δύο ακολούθων τμημάτων της όλης επίδικης έκτασης:
α) μιας λωρίδας, με σχεδόν παράλληλες πλευρές, πλάτους 0,22 μ. στη νότια πλευρά - βάση της που αποτελεί την πλευρά ε-ζ της επίδικης έκτασης, και πλάτους 0,21 στη βόρεια πλευρά της που απέχει 3,06 μ. από τη νότια και αποτελεί την πλευρά γ-δ της επίδικης έκτασης, ήτοι εμβαδού 0,66 τ.μ. περίπου, β) μιας λωρίδας, με σχεδόν παράλληλες πλευρές, που διακρίνεται σε δύο επιμέρους τμήματα ένα πλάτους 0,15 μ.
στη νότια βάση του, η οποία αποτελεί προέκταση κατά 0,15 μ. της πλευράς γ-δ της επίδικης έκτασης προς τα ανατολικά, και για τα επόμενα 3,04 μ. βόρεια αυτής, κατά την πλευρά β-γ της επίδικης έκτασης, όπου καταλήγει σε μια βόρεια πλευρά μήκους 0,18 μ., ήτοι επιμέρους εμβαδού 0,50 τ.μ. περίπου, και ένα άλλο τμήμα πλάτους 0,18 μ.
σε όλο το μήκος του που αφετηριάζεται στο σημείο β της επίδικης έκτασης και με μήκος 0,36 μ. εκτείνεται μέχρι τη βόρεια κατάληξη αυτής (επίδικης έκτασης), στην πλευρά Ρ-α αυτής (ομοίως μήκους 0,18 μ.), ήτοι επιμέρους εμβαδού 0,07 τ.μ. περίπου, και έτσι συνολικού εμβαδού του δεύτερου αυτού τμήματος (0,50 + 0,07 =) 0,57 τ.μ.
περίπου, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδώσουν τα παραπάνω τμήματα της επίδικης έκτασης στους ενάγοντες".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως προς το απορριπτικό μέρος της ένδικης αγωγής που ενδιαφέρει και αφορούν οι αναιρετικοί λόγοι ότι, δηλαδή, η κυριότητα των άμεσων δικαιοπαρόχων των εναγόντων- αναιρεσειόντων (αδελφών τους, Α., Φ. και Ν.) στο μερικότερο τμήμα, εμβαδού 1,73 τμ {2,96- (0,66+0,57) τμ},του επίδικου μανδρότοιχου και της καλυπτόμενης υπ' αυτού αντίστοιχης εδαφικής λωρίδας (εκ της συνολικής έκτασης του επίδικου εκ 2,96 τμ), είχε καταλυθεί στο πρόσωπο τους πριν από τους θανάτους αυτών (δικαιοπαρόχων) αντίστοιχα τα έτη 1995,1996 και 1997, με αποτέλεσμα.να μην είναι κληρονομιαίο και να μη αποκτήσουν έτσι τη συγκυριότητα αυτού οι ενάγοντες με παραγωγό τρόπο, λόγω της κυριότητας που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία ,που είχε συμπληρωθεί το έτος 1994 με έναρξη τουλάχιστον το έτος 1974 (1974-1994) από τη δικαιοπάροχο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, μητέρα τους (ΑΠ 694/2000), με επακόλουθο αυτές ως κληρονόμοι της να καταστούν συγκύριες με παράγωγο τρόπο , αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας έτσι την αγωγή ως προς το πιο πάνω επίδικο τμήμα του μανδρότοιχου, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας αυτών ,δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, ιδίως, εκείνης του άρθρου 1045 ΑΚ, αφού υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες παραπάνω ζήτημα της νομής χρησικτησίας επί 20ετία επί του τμήματος αυτού των 1,73 τμ από τη δικαιοπάροχό των εναγομένων και, ακολούθως, και από τις ίδιες.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι έγινε κατάληψη του τμήματος αυτού του μανδρότοιχου και της υπ' αυτού εδαφικής λωρίδας από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ. και αντίστοιχη αποβολή από τη νομή των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, μεταξύ των ετών 1954-1974 και σε κάθε περίπτωση το αργότερο το έτος 1974, με την επέκταση της πλάκας οροφής των σε επαφή με το ανατολικό όριο του μανδρότοιχου κείμενων δωματίων της διώροφης όμορης ιδιοκτησίας της και την κατασκευή πεζουλιών επί αυτού, ήτοι εξώστη του πρώτου ορόφου με πεζούλια επάνω στο μανδρότοιχο, και την ενσωμάτωση του επίδικου αυτού τμήματος (των 1,73 τμ) στην οικία της με την άσκηση έκτοτε νομής, δηλαδή, φυσικής εξουσίας επί αυτού με διάνοια κυρίου επί 20ετία και πλέον, με έναρξη το αργότερο το έτος 1974 που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της το έτος 1994 και δη πριν από το θάνατο της (1996).
Εξάλλου, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει ως προς το χρόνο έναρξης της χρησικτησίας , αφού κατά τα ως άνω η προσβαλλόμενη δέχεται ότι η κατάληψη με τις άνω κατασκευές και η έναρξη νομής χρησικτησίας έγινε το αργότερο το έτος 1974 και η συμπλήρωση της 20ετίας στη νομή από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων έγινε πριν το θάνατο της το έτος 1996 ήτοι το 1994.
Επίσης, ουδεμία ασάφεια και αντίφαση υπάρχει ως προς ότι οι παραπάνω κατασκευές (επέκταση της πλάκας οροφής των προαναφερόμενων δωματίων της όμορης ιδιοκτησίας και κατασκευής πεζουλιών" έγιναν "επί" του μανδρότοιχου, δηλαδή επάνω σ' αυτόν, με συνέπεια την κατάληψη του επίδικου τμήματος, οι δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πιο πάνω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων προέβη στην κατάληψη του εν λόγω τμήματος "έχοντας την πεποίθηση ότι της ανήκε κατά το τμήμα αυτό", είναι πλεοναστικές.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ,που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, και ο έκτος λόγος αναίρεσης ; με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τον αριθ. 6 του άρθρου, 560 του ΚΠολΔ, διότι, κατά τα υποστηριζόμενα, με το να γίνει δεκτό ότι η κατασκευή των πεζουλιών από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων έγιναν "σε ανεξακρίβωτο χρόνο εντός της χρονικής περιόδου 1954-1974", λαμβάνοντας υπόψη φωτογραφίες που κατά τις παραδοχές, με βάση την "ποιότητα" των φωτογραφιών και την "ενδυμασία" των εικονιζόμενων προσώπων προσδιορίζεται το έτος λήψης τους προγενέστερο της δεκαετίας του 1980,, χωρίς να προσδιορίζεται ποια ήταν η ποιότητα των φωτογραφιών και η ενδυμασία των προσώπων, και ποια αντίστοιχα έπρεπε να είναι, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της θεμελίωσής του στον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή οι αιτιάσεις αφορούν σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά πραγματικά επιχειρήματα), τα οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επίσης, και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ και του άρθρου 26 του ΝΔ 8/1973, καθόσον, κατά τα υποστηριζόμενα, με βάση τις τελευταίες (άρθρο 26 παρ.1 Ν.Δ 8/1973), που ορίζουν "1. Κατά την ανέγερσιν κτιρίων εν επαφή προς το κοινόν όριον των οικοπέδων κατασκευάζεται δι' έκαστον κτίριον ίδιος τοίχος εν επαφή προς το κοινόν όριον κείμενος εξ ολοκλήρου κατά το πάχος αυτού εντός ου οικοπέδου του εφ'ου το κτίριον", ο μανδρότοιχος, που ανήκε στην ιδιοκτησία τους, δεν ήταν δεκτικός χρησικτησίας και εξαιρείτο της χρησικτησίας, αφού ή άσκηση της νομής θα είχε συνέπεια την απαγορευμένη με τη διάταξη αυτή δημιουργία μεσότοιχου,, είναι αβάσιμος, διότι οι προαναφερόμενες πολεοδομικού χαρακτήρα διατάξεις δεν απαγορεύουν τη χρησικτησία, ούτε η άσκηση νομής χρησικτησίας επί τμήματος μανδρότοιχου και της υπ' αυτού εδαφικής λωρίδας, ανήκοντος αποκλειστικά σε όμορο ακίνητο, έχει ως συνέπεια τη δημιουργία μεστότοιχου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 εδ β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει ισχυρισμό παραδεκτό νόμιμο και ορισμένο, όπως και παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.
Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π.25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το κύριο αυτού σκέλος, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό τους που αναφέρεται αμέσως παραπάνω και διατυπώθηκε με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ότι, δηλαδή, ο μανδρότοιχός τους ήταν ανεπίδεκτος χρησικτησίας και εξαιρείτο της χρησικτησιας, αφού η νομή χρησικτησίας θα είχε ως συνεπεία την απαγορευμένη από την άνω διάταξη (άρθρο 26 παρ.
Ν.Δ 8/1973) δημιουργία μεσότοιχου. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο έλαβε υπόψη το λόγο αυτό και τον απέρριψε σιωπηρά, αφού δέχθηκε τη νομή χρησικτησίας επί 20ετία και, συνακόλουθα, την κτήση κυριότητας επί του επίδικου τμήματος του μανδρότοιχου και της υπ' αυτού εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως από τις ίδιες κατά τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν.
Μάλιστα, στην προσβαλλόμενη, στη συνέχεια της παραπάνω κρίσης ως προς την κυριότητα, διαλαμβάνεται η αιτιολογία, ότι "χωρίς να συντρέχει περίπτωση δημιουργίας "μεσότοιχου", αλλά (συνήθης) περίπτωση κτήσης κυριότητας επί τμήματος όμορου ακινήτου, ως τέτοιου τμήματος νοούμενου και του μανδρότοιχου που βρισκόταν αποκλειστικά εντός των ορίων αυτού".
Συνακόλουθα, με βάση τα αμέσως παραπάνω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ίδιος λόγος κατά το επικουρικό αυτό σκέλος, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού τους, αφού διαλαμβάνεται αιτιολογία, κατά τα ως άνω.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2018 αίτηση των Α. Μ. κλπ για αναίρεση της 136/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ