Legislator Case Law & Legislation
1289/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of plea not raised during absent trial proceedings.

Case Number 1289/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance judgment. The appellant failed to appear at the appellate hearing, resulting in a default judgment, and consequently could not legally raise the specific plea regarding the pendency of a divorce suit. The court ruled that because the plea was not formally presented during the trial where the judgment was rendered, it is inadmissible under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 562 of the Code of Civil Procedure; A plea regarding the pendency of a prior suit is inadmissible if not formally raised during the trial where the judgment was rendered, particularly when the party was absent and the court was unable to examine the issue.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible plea default judgment procedural code pending litigation absence from trial legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 524 section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 592 number 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1289 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1289/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοζώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3832/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 20151/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 963/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 158/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της 158/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, συμπροσβαλλόμενης της 3832/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση από τη 7321/15.11.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Μ. Μ. που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος προκύπτει ότι, η αναιρεσείουσα έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο η αναιρεσείουσα δεν παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο πρέπει να δικασθεί ερήμην, πλην, όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά μεν το άρθρο 553 ΠΑΡ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Έτσι, αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία έκτοτε υπόκειται σε αναίρεση. Οπότε, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει από τότε που επιδίδεται η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΑΠ654/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζεται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ακόμη και αν η αναίρεση δεν στρέφεται ρητά κατ' αυτής (της εκδοθείσας ερήμην του εκκαλούντος εφετειακής απόφασης) αρκεί να περιληφθούν στην αίτηση αναίρεσης και λόγοι που αφορούν αυτή (ΑΠ845/2012). Κατόπιν τούτων τα τυχόν σφάλματα, o απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ. ΑΠ 16/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται α) κατά της 3832/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 5.6.2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου περί λύσεως του, γάμου του με την αναιρεσείουσα και β) κατά της 158/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την από 7.9.2015 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της 963/2015 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, την από 22.3.2013 έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.

Η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη. κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την 963/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη η έφεση αυτής κατά της 3832/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου για λύση του γάμου του με την αναιρεσείουσα.

Η 963/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 25.8.2015 όπως προκύπτει από την 5914γ/25.8.2015 έκθεση επίδοσης του Δικ. Επιμελητής το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Μ. και η εκκαλούσα άσκησε εμπρόθεσμα κατά της άνω απόφασης στις 7.9.2015 ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την 7.9.2015 ανακοπή ερημοδικίας.

Επ' αυτής εκδόθηκε ερήμην της ανακόπτουσας η προσβαλλομένη 158/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία της επιδόθηκε στις 30.3.2017 όπως προκύπτει από την 6890γ/30.3.2017 έκθεση επίδοσης του Δικ. Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Μ., η δε ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 2.5.2017 ημέρα Τρίτη, δηλ.

εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον η τελευταία ημέρα της προθεσμίας 29.4.2017 ήταν Σάββατο και οι δύο επόμενες (30.4.2017 και 1.5.2017) ήταν αργίες. Σύμφωνα δε με τα προεκτεθέντα προσβαλλομένης εμπροθέσμως της 158/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας κατά της 963/2015 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ερήμην της εκκαλούσας κατ' ουσίαν την έφεση κατά της 3832/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παραδεκτά συμπροσβάλλεται και η μη αναφερόμενη στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης 963/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ενσωματώνεται η 3832/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Όσον αφορά την προσβολή της 158/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αυτή είναι απαράδεκτη καθόσον στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν περιέχεται λόγος εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ που να αφορά αυτήν (ΑΠ 654/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Πρόταση όμως του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή αναλόγως επίκληση του σχετικού μ' αυτόν αποδεικτικού μέσου δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην. Αυτό συμβαίνει και όταν ο εκκαλών, που δικάσθηκε ερήμην στο εφετείο, με συνέπεια η έφεσή του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, είχε και στην πρωτοβάθμια δίκη δικαστεί ερήμην, έστω και αν στην έφεσή του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το εφετείο εμποδιζόταν από το άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προταθεί ούτε στο εφετείο (ΑΠ268/2016,ΑΠ845/2012).Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, καίτοι υπήρχε εκκρεμοδικία κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, από την άσκηση της με αριθμό και 17503-2011 αγωγής διαζυγίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με το ίδιο αντικείμενο και αίτημα και μεταξύ των ιδίων διαδίκων, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 16.5.2012 και κατόπιν αναβολής η 6.2.2013, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της το δικαστήριο δεν ανέστειλε την εκδίκαση της ένδικης αγωγής μέχρι την έκδοση απόφασης επί της άνω προγενεστέρως ασκηθείσας, κατά συνέπεια η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Σύμφωνα, όμως με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, αφού εξαιτίας της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, δεν θεωρείται ότι η ένσταση αυτή έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, πρόκειται δε για ισχυρισμό που δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα αφού για τις διαφορές του άρθρου 592 αρ. 1 ΚΠολΔ δεν απαιτείται παράβολο (αρθρ. 495ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2.5.2017 αίτηση Δ. Π. για αναίρεση της 158/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων 963/2015 του ίδιου δικαστηρίου και 3832/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ