1289/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1289/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): συζύγου Θ. Ν., το γένος Ν. Β., κατοίκου ..., 43) Δ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., 44) Γ. συζύγου Σ. Ξ., το γένος Ι. Ν., κατοίκου ..., 45) Β. Ο. του Κ., κατοίκου ..., 46) Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., 47) Σ. Π. του Β., κατοίκου ..., 48) Α. Π. του Χ., συζύγου Σ. Π., κατοίκου ..., 49) Β. συζύγου Γ. Π., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 50) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 51) Ε. χήρας Δ.
Full text
Απόφαση 1289 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1289/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Μ. συζύγου Σ. Μ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 2) Κ. χήρας Χ. Μ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 3) Μ. συζύγου Κ. Μ., το γένος Π. Ζ., κατοίκου ..., 4) Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 5) Μ. Μ. του Ι., Α. Μ., κατοίκου ..., 6) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 9) Α. συζύγου Χ. Μ., το γένος Δ.
Κ., κατοίκου ..., 10) Π. συζύγου Ε. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 11) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., 12) Μ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 13) Κ. Μ. του Η., κατοίκου ..., 14) Μ. συζύγου Π. Μ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 15) Α. Μ. του Η., συζύγου Μ. Μ., κατοίκου ..., 16) Ο. συζύγου Σ. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 17) Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 18) Α.
συζύγου Δ. Μ., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., 19) Α. Μ. του Α., Α. Π., κατοίκου ..., 20) Ε. Μ. του Α., συζύγου Α. Β., κατοίκου ..., 21) Δ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 22) Π. συζύγου Ι. Μ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 23) Α. συζύγου Ε. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 24) Α. συζύγου Α. Μ., το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., 25) Ε. συζύγου Α. Μ., το γένος Θ.
Μ., κατοίκου ..., 26) Κ. συζύγου Σ. Μ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 27) Μ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Μ. Ν., κατοίκου ..., 28) Μ. συζύγου Ν. Μ., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., 29) Δ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 30) Δ. χήρας Π. Μ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ..., 31) Α. Μ. του Α., συζύγου Κ. Φ., κατοίκου ..., 32) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 33) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 34) Ε.
συζύγου Α. Μ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 35) Ρ. συζύγου Π. Ν., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., 36) Ν. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 37) Λ. συζύγου Ν. Ν., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., 38) Γ. συζύγου Λ. Ν., το γένος Λ. Π., κατοίκου ..., 39) Σ. συζύγου Γ. Ν., κατοίκου ..., 40) Ε. Ν. του Χ., συζύγου Π. Δ., κατοίκου ..., 41) Κ. συζύγου Β. Ν., το γένος Β. Μ., κατοίκου ..., 42) Ε.
συζύγου Θ. Ν., το γένος Ν. Β., κατοίκου ..., 43) Δ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., 44) Γ. συζύγου Σ. Ξ., το γένος Ι. Ν., κατοίκου ..., 45) Β. Ο. του Κ., κατοίκου ..., 46) Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., 47) Σ. Π. του Β., κατοίκου ..., 48) Α. Π. του Χ., συζύγου Σ. Π., κατοίκου ..., 49) Β. συζύγου Γ. Π., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 50) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 51) Ε. χήρας Δ.
Π., το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., 52) Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 53) Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 54) Ό. συζύγου Γ. Π., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., 55) Θ. Π. του Γ., συζύγου Ε. Μ., κατοίκου ..., 56) Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 57) Α. χήρας Ι. Π., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., 58) Χ. συζύγου Κ. Π., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ... και 59) Φ. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 893/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 4806/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 3-12-2013 αίτησή τους, καθώς και το ήδη αναιρεσείον με την από 22-5-2014 αίτησή του.
Εκδόθηκαν: η 276/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η από 22-5-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και η 277/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατά παραδοχή της από 3-12-2013 αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων αναιρέθηκε κατά ένα μέρος της η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτούς και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 695/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική. Εξ άλλου κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή. Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-6-2009 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη λόγω παραίτησής τους από το δικόγραφο της αγωγής) εξέθεσαν τα εξής:
Ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τις αναφερόμενες για καθένα ημερομηνίες και απασχολούνται έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαριστές και καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Αττικής, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μίσθωσης έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα, και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και τον Ιανουάριο του έτους 2007, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι ειδικότερα ύστερα από την υποβολή εκ μέρους τους σχετικών αιτήσεων, με τις …2005 και …2005 πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ, κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004.
Ότι για το λόγο αυτό με τις ...7-12-2006 και .../10-1-2007 αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, μετά από μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να τους καταβάλει (με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής) τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζομένους της ειδικότητάς τους που εργάζονται στο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συνυπολογιζομένου για το μετά την κατάταξή τους χρονικό διάστημα και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωσης έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003 (μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης), οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες (διαφορές αποδοχών) προκύπτουν από τα αναφερόμενα ποσά που καταβάλλονταν σε καθένα από τους ενάγοντες κάθε επίδικο έτος (αρχικά ως αμοιβή για σύμβαση έργου και στη συνέχεια για απασχόληση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χωρίς όμως υπολογισμό του προηγουμένου χρονικού διαστήματος παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις έργου) και τα επίσης αναφερόμενα ποσά που έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ’ έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολικής κατ’ έτος μεταξύ αυτών διαφοράς, τις οποίες ισχυρίσθηκαν ότι δικαιούνται κυρίως κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης που απορρέουν από τις αναφερόμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες (αποδοχές) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ’ αυτούς, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή:
α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλαδή η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" και β) για το διάστημα από την κατάταξή τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εφεξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 893/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα ως προς τους ενάγοντες που παραιτήθηκαν από το δικόγραφό της (οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) και έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες ως και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση του εναγομένου και εκδόθηκε η 4806/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής σε σχέση με τη νομική βασιμότητα της αγωγής: α) Ότι η αγωγή, κατά το αίτημά της να επιδικασθούν στους ενάγοντες τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών ήταν μη νόμιμη, διότι χρόνος κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν ήταν εκείνος της κατάρτισης των επί μέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου που καθένας από αυτούς είχε συνάψει με το εναγόμενο αλλά εκείνος της έκδοσης της πράξης κατάταξης αυτών στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού και ειδικότερα ότι από και δια της εκδόσεως της πράξεως κατάταξης δια της οποίας συντελέσθηκε η ένταξη καθενός από τους ενάγοντες στον οικείο φορέα, θεωρείται ότι επήλθε η μετατροπή της σύμβασής του σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, έκτοτε δε καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται τις αποδοχές του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας της με συμβάσεις μίσθωσης έργου.
Κατά παραδοχή δε συναφούς λόγου της έφεσης του εναγομένου, το εφετείο εξαφάνισε κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το ως άνω αίτημα. β) Για το χρονικό διάστημα μετά την κατάταξη των εναγόντων το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη. Στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή ως μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη και το μεν υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει, το δε αναγνώρισε ότι το τελευταίο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες για την παραπάνω αιτία τα λεπτομερώς αναφερόμενα κατά περίπτωση ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης και από τα δύο διάδικα μέρη. Επί της αίτησης του εναγομένου εκδόθηκε η 276/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση στο σύνολό της. Ειδικότερα μεταξύ των απορριφθέντων λόγων αναίρεσης περιλαμβανόταν ο πρώτος λόγος αυτής από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος εκτιμήθηκε ως λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
και με τον οποίο το τότε και τώρα αναιρεσείον παραπονούνταν για τη μη απόρριψη της ένδικης αγωγής των τότε και τώρα αναιρεσιβλήτων ως αόριστης. Επίσης απορρίφθηκαν και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αυτής, με τους οποίους το τότε και τώρα αναιρεσείον απέδιδε στην τότε προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ.
και συγεκριμένα ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι ο χρόνος που οι ενάγοντες εργάσθηκαν με τις αναφερόμενες για καθένα συμβάσεις έργου θα έπρεπε να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας τους στο εναγόμενο και να καταταγούν αυτοί στα μισθολογικά κλιμάκια που αντιστοιχούν στο χρόνο αυτό προϋπηρεσίας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 4 και 5, 2 παρ. 1 ν. 3320/2005, 18 παρ. 2 περ.
β ν. 2190/1994, 11 π.δ. 164/2004, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 4, 20 ν. 3205/2003. Εξ άλλου επί της αίτησης των εναγόντων εκδόθηκε η 277/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή κατά τον πρώτο λόγο της από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα έγινε δεκτό ότι το εφετείο, με την κρίση του ότι ήταν μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής να επιδικασθούν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές για το πριν από την κατάταξή τους χρονικό διάστημα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 εδ.
β ν. 3320/2005 και 11 π.δ. 164/2004, αναιρέθηκε δε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα αυτό της αγωγής και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το τελευταίο, ως δικαστήριο παραπομπής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 695/2016 απόφασή του ότι η αγωγή, κατά το αίτημά της να επιδικασθούν στους ενάγοντες τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους ήταν νόμιμη και ορισμένη με αναφορά και στις σχετικές παραδοχές της 276/2015 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου.
Ήδη: Α) Με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας της αγωγής λόγο της έφεσής του και κρίνοντας την αγωγή ορισμένη, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 118, 216, 321 και 324 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος: α) προεχόντως διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου, όπως από τη ρητή διατύπωση του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι απαιτείται για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου αναίρεσης, β) διότι το ζήτημα του ορισμένου της ένδικης αγωγής κρίθηκε ήδη αμετακλήτως με την 276/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, αφού με αυτήν κατά τα προεκτεθέντα απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος αναίρεσης του και ήδη αναιρεσείοντος με τον οποίο αποδιδόταν στην τότε προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια, γ) κατά το άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
διότι με την 277/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων περί εσφαλμένης απόρριψης της ίδιας αγωγής ως προς το μέρος της αυτό ως μη νόμιμης, προς την απόφαση δε αυτή συμμορφώθηκε πλήρως το εφετείο και δ) σε κάθε περίπτωση για το λόγο ότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, με το περιεχόμενο που ήδη προσδίδεται με αυτό (αναιρετήριο), προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με καταχώριση στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού και επαναφέρθηκε ενώπιον του εφετείου ή ότι το πρώτον προβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με επίκληση νόμιμων λόγων βραδείας προβολής του.
Β) Με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν νόμιμη για το προ της κατάταξης των εναγόντων χρονικό διάστημα, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 21 ν. 2190/1994, 11 π.δ. 164/2004, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 4, 20 ν. 3205/2003, 1 παρ. 3, 4 και 5, 2 παρ. 1 ν. 3320/2005 και 6 παρ. 1 ν. 2527/1997.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. διότι με την 277/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων περί εσφαλμένης απόρριψης της ίδιας αγωγής ως προς μέρος της αυτό ως μη νόμιμης, προς την απόφαση δε αυτή συμμορφώθηκε πλήρως το εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή νόμιμη (Α.Π. 1729/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες:
α) έκρινε ορισμένη την αγωγή, παρά το ότι αυτή ήταν αόριστη για τους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους (πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης), β) δέχθηκε ότι το αίτημα της αγωγής να επιδικασθούν στους ενάγοντες τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά ως διαφορές αποδοχών για το πριν από την κατάταξή τους χρονικό διάστημα είναι νόμιμο και ότι ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν τα μέρη και ανήκει στα δικαστήρια, τούτο δε ισχύει και όσον αφορά τις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου, παρά το ότι το αίτημα αυτό δεν ήταν νόμιμο για τους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους (δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (πέραν των λόγων που αναφέρθηκαν προηγουμένως σε σχέση με το πρώτο σκέλος καθενός από αυτούς) προεχόντως διότι με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια των αιτιολογιών της κατά το μέρος που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ενώ κατά τα προεκτεθέντα ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή νόμιμη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005). Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Τέλος η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ.
και συγκεκριμένα ότι το εφετείο: Α) Δέχθηκε ότι ο χρόνος που οι ενάγοντες εργάσθηκαν στο εναγόμενο με τις αναφερόμενες για καθένα συμβάσεις έργου, θα έπρεπε να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας τους στο εναγόμενο και να καταταγούν αυτοί στα μισθολογικά κλιμάκια που αντιστοιχούν στο χρόνο αυτό προϋπηρεσίας και ότι συνεπώς τους οφείλονται οι διαφορές που προκύπτουν από τη διαφορά του βασικού μισθού των κλιμακίων στα οποία εντάχθηκαν με αυτά στα οποία έπρεπε να ενταχθούν, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 4 και 5, 2 παρ. 1 ν. 3320/2005, 18 παρ. 2 περ.
β ν. 2190/1994, 11 π.δ. 164/2004, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 4, 20 ν. 3205/2003 και με ανεπαρκή αιτιολογία (τρίτος λόγος αναίρεσης). Β) Δέχθηκε την προβληθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αντένσταση διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των ετών 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 και απέρριψε την ένσταση του ιδίου περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων αυτών κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3, 91, 93 παρ. 1 και 94 παρ. 3 ν. 2362/1995 και 260 επ. (ιδίως δε 261) Α.Κ.
και με ανεπαρκείς αιτιολογίες (τέταρτος λόγος αναίρεσης). Και οι δύο αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας διότι σ’ αυτούς: α) Δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί αν και με ποιο τρόπο το δικαστήριο υπέπεσε ή όχι στις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στον τέταρτο λόγο αναίρεσης παρατίθεται απόσπασμα της προσβαλλομένης που αναφέρεται στην αντένσταση διακοπής της παραγραφής, όμως το απόσπασμα αυτό είναι εκείνο όπου παρατίθεται η αντένσταση όπως προτάθηκε από τους ενάγοντες (37ο έως 39ο φύλλο της προσβαλλομένης) και όχι το αντίστοιχο μέρος των ουσιαστικών παραδοχών της (41ο έως 51ο φύλλο αυτής).
β) Δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει. Επί πλέον όμως και προεχόντως ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται κρίθηκε ήδη αμετακλήτως με την 276/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, αφού με αυτήν κατά τα προεκτεθέντα απορρίφθηκαν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης του τότε και ήδη αναιρεσείοντος, με τους οποίους αποδίδονταν στην τότε προσβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες πλημμέλειες.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-6-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 695/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ