Supreme Court allows appeal against employer's dismissal for revenge, remanding case for further trial on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the lower court's dismissal of an employer's claim for damages. The employer argued that the employee's termination was motivated by revenge for her support of a colleague's labor rights claim, causing her personal insult and distress. The court found the lower court's reasoning valid regarding the motive but remanded the case for further proceedings to determine the specific amount of compensation for the moral damage suffered.
Legislator headnote
AI generatedArt. 57, 282, 932 A.K.; The employer's termination of an indefinite-term contract for reasons of revenge constitutes a violation of the employee's personality rights, entitling her to monetary compensation for the moral damage caused.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1289 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1289/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία " ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Μ. του Χ., κατοίκου ... 3) Μ. Μ. του Χ., 4) Ι. Π. του Α., συζύγου Μ. Μ., κατοίκων ... 5) Σ. Τ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λυκοκάπη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/8/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1532/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4774/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/12/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/5/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4774/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά τον 4ο, από τους αριθμούς 1 και 19 λόγο και την απόρριψη ως προς τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ.α'του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν.2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφ` όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ` αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδ.α' του ανωτέρω Ν. 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ.
β' της ανωτέρω παρ.1 του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ημέρα που επιδίδεται η έγγραφη καταγγελία στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημιώσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.
Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.
Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Εξάλλου, ενόψει του ότι, σε αντίθεση με το χαρτονόμισμα, που είναι φορέας αξίας, παρούσας και βέβαιης, η τραπεζική επιταγή, ως αξιόγραφο, είναι φορέας απαιτήσεως και η αξία της εξαρτάται από την φερεγγυότητα του οφειλέτη.
Έτσι, ενώ το χαρτονόμισμα χρησιμεύει για την απόσβεση της ενοχής, κατά τρόπο οριστικό και δε μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή, το αξιόγραφο, όπως είναι και η τραπεζική επιταγή, μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή και λαμβάνεται από αυτόν, μόνον εάν αυτός θελήσει, η δε λήψη του δεν θεωρείται ότι γίνεται αντί καταβολής, εκτός εάν προκύπτει από τη συμφωνία των μερών το αντίθετο.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 434 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει, κατά το χρόνο της καταθέσεως, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν τη δημόσια κατάθεση, δηλαδή είτε όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επόμ.
του ΑΚ, είτε όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια. (ΑΠ 907/2005, ΑΠ 44/2004). Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Τέλος, κατά το άρθρο 559, αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα (μεταξύ άλλων) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε προφορικά την 22-3-2007 μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας -εφεσίβλητης και της πρώτης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι δεύτερος, τρίτος, τετάρτη και πέμπτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εν λόγω εταιρία, η οποία διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων (ανθοπωλείων) στην Αθήνα, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια επί πενθήμερον, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή εκάστης εβδομάδας, στο ανθοπωλείο που διατηρούσε αυτή στη … και επί της οδού … Το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη στην από 14-5-2007 αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας προς τον ΟΑΕΔ δηλώνει ως ημερομηνία πρόσληψης αυτής την 10/5/2007, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθώς η εν λόγω αναγγελία δεν αποτελεί συστατικό τύπο της σύμβασης εργασίας, η οποία εγκύρως καταρτίζεται και προφορικά.
Συνακόλουθα, ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε την 10-5-2007 και όχι την 22-3-2007, όπως δέχθηκε και η εκ- καλουμένη απόφαση, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, η ενάγουσα κατά τον χρόνο πρόσληψής της από την εναγομένη γνωστοποίησε νομίμως στην τελευταία ότι είχε προϋπηρεσία δύο (2) ετών, καθώς προσκόμισε τα σχετικά πιστοποιητικά, αφού απόδειξη προϋπηρεσίας αποτελούν και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια που προσκόμισε στην εργοδότριά της Άλλωστε η εναγομένη κατά την από 14-5-2007 αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας προς τον ΟΑΕΔ, δήλωσε εγγράφως στη σχετική ένδειξη ότι η ενάγουσα δεν "αναλαμβάνει για πρώτη φορά εργασία σαν μισθωτή", (βλ.
προσκομιζόμενη). Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο οι εναγόμενοι διατείνονται ότι η ενάγουσα δεν είχε γνωστοποιήσει κατά τον χρόνο πρόσληψής της την προϋπηρεσία της, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Στο πλαίσιο της παραπάνω συμφωνίας, η ενάγουσα εργάσθηκε με την ιδιότητα της πωλήτριας αρχικά στο ανωτέρω ανθοπωλείο και μετέπειτα στο ανθοπωλείο που διατηρεί η ίδια εναγομένη επί της οδού … στη …, μέχρι την 31/5/2008, οπότε η εργοδότριά εναγομένη κατήγγειλε προφορικά τη σύμβαση εργασίας της και την απέλυσε, ενώ επανέλαβε τη δήλωσή της αυτή εγγράφως στις 12/6/2008, οπότε κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 4/6/2008 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, με προσφερόμενη αποζημίωση απόλυσης ποσού 1.965,46 ευρώ (βλ.
την υπ' αριθμ…/12-6-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …). Αιτία της εν λόγω καταγγελίας υπήρξαν οι συνεχείς διαμαρτυρίες της ενάγουσας προς τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης να της καταβληθούν τα οφειλόμενα από την προσφερθείσα εργασία της, καθώς και η συμπαράσταση που επέδειξε στον συνάδελφο της Ν.
Κ., κατά τη διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων του έναντι της εναγομένης εταιρίας. Η καταγγελία όμως της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που έλαβε χώρα την 31-5-2008, είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη εργοδότριά δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο, ούτε κατέβαλε στην ενάγουσα την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Αλλά και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που επακολούθησε την 12-6-2008, μετά την προσφυγή της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, με την κοινοποίηση στην τελευταία της από 4 Ιουνίου 2008 έγγραφης "καταγγελίας συμβάσεως εργασίας", είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη προσέφερε στην ενάγουσα αποζημίωση απολύσεως κατά τρόπο μη προσήκοντα, την οποία η τελευταία αρνήθηκε να παραλάβει.
Και τούτο διότι η έκδοση και παράδοση επιταγής, ήτοι της υπ' αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, συνολικής αξίας 3.334,11 ευρώ (συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης απολύσεως ποσού 1.965,46 ευρώ, του δώρου Χριστουγέννων, των αποδοχών και του επιδόματος αδείας και ενός οφειλομένου μισθού), δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται πάντοτε χάριν καταβολής (αν δεν προκύπτει σαφής βούληση απόσβεσης, βλ.
σχετ. ΑΠ 79/2011 ό.π). Εξάλλου, η μετέπειτα κατάθεση της εν λόγω αποζημίωσης από την εναγομένη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, συσταθέντος του υπ' αριθμ. ... γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, συνολικού ποσού 3.334,11 ευρώ, (συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης απολύσεως ποσού 1.965,46 ευρώ, του δώρου Χριστουγέννων, των αποδοχών και του επιδόματος αδείας και ενός οφειλομένου μισθού), δεν κρίνεται νόμιμη και δεν επέφερε την απόσβεση της εν λόγω διαφοράς, αφού δεν προηγήθηκε η προσήκουσα προσφορά αυτής στην απολυόμενη ενάγουσα (ΑΠ 1523/2011, ΑΠ 105/2009)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους της (ήδη) αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμη, εφόσον δεν έγινε κατά τον προσήκοντα τρόπο και εκ του λόγου τούτου απέρριψε την έφεση, ως προς τους σχετικούς αυτής λόγους, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγιναν δεκτά τα ίδια.
Έτσι όπως έκρινε το εφετείο, ορθά τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε και ειδικότερες αυτές των άρθρων 648, 659, 669, 416, επ., 427, 430, 431, 349 Α.Κ., 1,2, 5 του Ν. 3198|1955, 1,3 Ν. 2112|1920 καθώς και τις διατάξεις του Ν. 5960|1933, "περί επιταγής", αφού, υπό τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη νόμιμα απέκρουσε την, διά τραπεζικής επιταγής καταβολή της οφειλόμενης προς αυτή αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης και, στη συνέχεια, δεν υπήρξαν άλλα περιστατικά, τα οποία να δικαιολογούν την παρακατάθεση της αποζημιώσεως αυτής, ήτοι υπερημερία της αναιρεσίβλητης περί την αποδοχή της προσηκόντως προσφερθείσας αποζημιώσεως.
Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί διά τραπεζικής επιταγής καταβολή της αποζημιώσεως και νομίμως την απέκρουσε. Δεν υπήρξε, επομένως, υπερημερία αυτής, περί την αποδοχή της αποζημιώσεως ούτε συνέτρεξε κάποιος άλλος λόγος, που να δικαιολογεί την δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης.
Συνεπώς, δεν υπήρξε καταβολή, κατά νόμο, της οφειλόμενης αποζημίωσης προς την αναιρεσίβλητη και, εκ του λόγου τούτου, όπως, ορθά δέχθηκε το εφετείο, η επίδικη καταγγελία δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι λύση της συμβάσεως εργασίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρώτος, κατά το σχετικό αυτού σκέλος, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, σ' αυτήν αναφέρεται (μεταξύ άλλων) ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι όροι, που τίθενται (για την εγκυρότητα) από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 3198|1955 και ειδικότερα, α) διότι η καταγγελία έγινε (αρχικά) προφορικά, β) διότι δεν της προσφέρθηκε νόμιμα η οφειλόμενη αποζημίωση, αλλά με τραπεζική επιταγή. Επομένως το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., ήτοι ότι (κατά την αναιρεσείουσα) έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την ενάγουσα και ειδικότερα ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας, χωρίς αυτή να προταθεί με την αγωγή, εφόσον η ενάγουσα επικαλέστηκε με την αγωγή της ακυρότητα της καταγγελίας (πλην των άλλων) και για μη προσήκουσα καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου, πρώτος, κατά το α' αυτού σκέλος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις (173) και "οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζονται, όταν στη δήλωση βουλήσεως ή στη σύμβαση, υπάρχει ασάφεια περί του τι ακριβώς ήθελα ο δηλώσας ή τα συμβληθέντα μέρη, οπότε το δικαστήριο, κρίνοντας ανελέγκτως ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, ήτοι ασάφειας ή κενού ως προς τη δήλωση βουλήσεως, προστρέχει στις διατάξεις αυτές, ώστε να ανεύρει την αληθινή έννοια της δηλώσεως ή της συμβάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν έκρινε ότι συνέτρεχε λόγος να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 13 και 200 Α.Κ., εφόσον δεν διέγνωσε κενό ή ασάφεια, περί την δήλωση της βουλήσεως των μερών. Ούτε, εξάλλου, η μη αποδοχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, προς εξόφλησή της, τραπεζικής επιταγής, αποτελεί εκδήλωση κακοπιστίας αυτής, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, κατά νόμο δεν ήταν αυτή υποχρεωμένη να τη δεχθεί.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο αυτού σκέλος, σύμφωνα με τον οποίο το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι από το εφετείο έγινε δεκτό, ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη, λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1, 3, 5 του Ν. 3198|1955, ήτοι λόγω μη νομίμου καταβολής της κατά νόμο οφειλόμενης αποζημίωσης και όχι, λόγω συνδρομής της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., ήτοι ως καταχρηστική, αφού το γεγονός αυτό αναφέρεται διηγηματικά στην απόφαση και ως επάλληλη σκέψη και δεν στηρίζει το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα της, καθόσον αφορά την αιτία ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "...Αιτία της εν λόγω καταγγελίας υπήρξαν οι συνεχείς διαμαρτυρίες της ενάγουσας προς τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, να της καταβληθούν τα οφειλόμενα από την προσφερθείσα εργασία της καθώς και η συμπαράστασή που επέδειξε στον συνάδελφό της....
κατά τη διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων του... Η καταγγελία, όμως, της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που έλαβε χώρα την 31-5-2008 είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη εργοδότριά του εν τήρησε το νόμιμο τύπο ούτε κατέβαλε στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Αλλά και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που επακολούθησε την 12-6-2008, μετά την προσφυγή της ενάγουσας στη Επιθεώρηση Εργασίας, με την κοινοποίηση στην τελευταία της από 4-6-2008 έγγραφης καταγγελίας, είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη προσέφερε στην ενάγουσα αποζημίωση απολύσεως κατά τρόπο μη προσήκοντα, την οποία η τελευταία αρνήθηκε να παραλάβει....".
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 πρώτος, κατά το τέταρτο αυτού σκέλος, λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά τούτο, αφού δεν αναφέρονται ειδικότερα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η καταχρηστικότητα της ένδικης καταγγελίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, συνεπώς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το εφετείο παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 656 περ. 2 Α.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις, αφού αυτή (αναιρεσείουσα) απέδειξε ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε άλλη επιχείρηση και, συνεπώς, ό,τι από την εργασία της αυτή κέρδισε, θα έπρεπε να εκπεσθεί από τις επίδικες απαιτήσεις της, αφενός και αφετέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό πόρισμά της.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, το εφετείο δέχεται τα εξής: "Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα από την απόλυσή της εργάζεται στο υποκατάστημα της επιχείρησης, με την επωνυμία "FRESH ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΑΒΕΕ, ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ", επί καθημερινής βάσης, με ίδιο ωράριο και με μηνιαίο μισθό 862 ευρώ, δεν αποδείχθηκε από τους εναγομένους, ενώ αντιθέτως, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.
Πρωτ…|15946|30-11-2009 βεβαίωση του ΟΑΕΔ Ν. Κόσμου, προκύπτει ότι η ενάγουσα επιδοτήθηκε λόγω ανεργίας, κατά το χρονικό διάστημα από 24-7-2008 μέχρι 6-8-2008 και από 28-8-2008 μέχρι 13-8-2009. Έτσι, τα ίδια που έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ του άρθρου 656, εδ, β Α.Κ. ένσταση της εναγομένης, ορθά έκρινε...".
Με βάση αυτά, η προσβαλλόμενη περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το εν λόγω αποδεικτικό πόρισμά της, αφού σαφώς και χωρίς ενδοιασμούς δέχεται, ότι η αναιρεσίβλητη δεν παρείχε την εργασία της σε άλλη επιχείρηση, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, Με βάση αυτά, επίσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το εφετείο την διάταξη του άρθρου 656, εδ, 2 του Α.Κ..
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11, περ.γ' Κ.Πολ.Δικ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν δεν ελήφθη υπόψη αποδεικτικό μέσο, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε διάδικος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος θεμελιώνεται, όταν είναι βέβαιο ή υπάρχουν αμφιβολίες, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που ο διάδικος προσκόμισε, όχι όμως και όταν προκύπτει μεν ότι ελήφθη υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσον, πλην το δικαστήριο προσέδωσε αποδεικτική αξία σ' αυτό διαφορετική από αυτή, που ισχυρίζεται ο διάδικος ότι έχει.
Εξάλλου, δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ρητά στην απόφαση το, προς έμμεση απόδειξη, αποδεικτικό μέσο, αρκεί από το περιεχόμενο της απόφασης να προκύπτει σαφώς ότι αυτό ελήφθη υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον 3ο λόγο της αίτησής τους, ισχυρίζονται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, προκειμένου να κρίνει την ένδικη υπόθεση και την ένορκη, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρός τους, αφού "ουδόλως μνημονεύεται η κατάθεσή του ούτε γίνεται, έστω και υπαινικτική αναφορά ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια".
Όμως, από την αναφορά (μεταξύ άλλων) στην απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού", σε συνδυασμό με το όλος περιεχόμενό της, όπως αυτό πιο πάνω παρατίθεται, προκύπτει αναμφίβολα, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του (και) την κατάθεση του μάρτυρα την αναιρεσειόντων, στην οποία, προδήλως, προσέδωσε άλλη αποδεικτική αξία, από αυτή που οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι έχει και, συνεπώς, ο από τον αριθμό 11, περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. 3ος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού συνάπτεται και με την μισθολογική μεταχείριση αυτού, η οποία εκδηλώνεται, κατά κανόνα, με την χορήγηση σ' αυτόν επιδομάτων τριετιών-πολυετιών. Προς τον σκοπό αυτόν, προσμετράται και η τυχόν προϋπηρεσία αυτού σε άλλους εργοδότες. Δικαιολογητικός λόγος της προσμέτρησης αυτής είναι η επιβαλλόμενη ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των μισθωτών με προϋπηρεσία, λόγω της μεγαλύτερης απόδοσής του, οφειλόμενης στην εμπειρία, που έχουν αποκτήσει και της, από το λόγο αυτό, ωφέλειας των εργοδοτών. Για το λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να συνάπτεται η προϋπηρεσία αυτή και να είναι ανάλογη με την εργασία, που παρέχει στον ίδιο εργοδότη, εκτός εάν διαφορετικά προβλέπεται από την οικεία ΣΣΕ, Δ. Α. ή τον εσωτερικό κανονισμό. Σχετικά, η Δ.Α. 1|1982 και στο άρθρο 5 αυτής προβλέπει τα εξής: "Ως προϋπηρεσία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων -προσμέτρησης χρόνου προϋπηρεσίας- θεωρείται αυτή που διανύθηκε σε οποιονδήποτε εργοδότη, για μεν τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους, σε θέση και ειδικότητα παρεμφερή και ανάλογη με αυτή, που κατέχουν, για δε τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, με οποιαδήποτε ιδιότητα". Σχετική ρύθμιση προβλέπεται και από τον όρο 1Β της από 22-8-1991 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής των εμπορικών επιχειρήσεων όλης της χώρας" καθώς και η υπ' αριθμ. 21|2004 ΔΑ.
Συνεπώς, πέρα από τις λοιπές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση και κατάθεση των σχετικών δικαιολογητικών), επί υπαλλήλων εμπορικών επιχειρήσεων, για να αναγνωρισθεί τυχόν υπάρχουσα προϋπηρεσία, θα πρέπει αυτή να έχει διανυθεί σε καθήκοντα ομότιμα και συναφή με αυτά, που ήδη ο εργαζόμενος παρέχει. Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δικ., υπάρχει, εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του νομικού κανόνα δικαίου, για την επέλευση της προβλεπόμενης έννομης σχέσης ή την άρνησή της ή εάν οι πραγματικές παραδοχές αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, σχετικά τα εξής: " Η ενάγουσα , κατά τον χρόνο πρόσληψής της από την εναγομένη, γνωστοποίησε νομίμως στην τελευταία ότι είχε προϋπηρεσία δύο (2) ετών, καθώς προσκόμισε τα σχετικά πιστοποιητικά, αφού απόδειξη προϋπηρεσίας αποτελούν και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια, που προσκόμισε στην εργοδότριά της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο απέρριψε τον λόγο εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη είχε προϋπηρεσία δύο ετών και, με βάση αυτό, υπολόγισε και το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της. Σύμφωνα με αυτό, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα και αν ορθά εφάρμοσε τις, περί υπολογισμού της προϋπηρεσίας διατάξεις, τις οποίες, συνεπώς, εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού δεν εκτίθεται στην ελάσσονα σκέψη της, αν η εν λόγω προϋπηρεσία, που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το εφετείο δέχθηκε ότι γνωστοποιήθηκε, κατά τον χρόνο πρόσληψής της από την αναιρεσίβλητη, διανύθηκε σε συναφή και ομότιμα καθήκοντα, με αυτά, που παρείχε στην (ήδη) αναιρεσείουσα εργοδότιδά της εταιρεία.
Επομένως, ο συναφής, με αριθμό 4, από το άρθρο 559, αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3302|2004, "Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειάς του με αποδοχές, κατ' αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση.
Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια είκοσι τεσσάρων (24) εργασίμων ημερών ή, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί, λόγω του εφαρμοζομένου συστήματος εργασίας" (Παρ. 1α).
Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγεί σ' αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας" (παρ. 1β). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539|1945 και άρθρο 1 παρ. 2 ΝΔ 454|1966, κατά τη διάρκεια της άδειας, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη τις συνήθεις αποδοχές, που θα ελάμβανε εάν πραγματικά απασχολείτο κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του.
Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη άδεια που δικαιούται, υποχρεούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος μέσα στο οποίο όφειλε να χορηγήσει την άδεια, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας του, αυξημένες κατά 100%, δηλαδή στο διπλάσιο (άρθρο 3 Ν.Δ. 3755|1957).
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την αναιρεσείουσα εταιρεία την 22-3-2007 και ότι αυτή (εργοδότιδα) αρνήθηκε να χορηγήσει στην αναιρεσίβλητη την κατά νόμο άδειά της, για το έτος 2007, μολονότι ζητήθηκε από αυτή και με βάση τις εν λόγω παραδοχές, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα τις αναλογούσες για το έτος 2007 αποδοχές αδείας, προσαυξημένες κατά 100%.
Έτσι όπως έκρινε, το εφετείο, αφενός μεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του, αφετέρου δε ορθά τις ως άνω, περί αδείας και αποδοχών αδείας διατάξεις του νόμου και συνεπώς ο περί του αντιθέτου, με αριθμό 4 και αυτός, από το άρθρο 559, αριθ. 1 και 19 αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 281 και 932 Α.Κ., προκύπτει ότι, εάν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε καταχρηστικά και κάτω από συνθήκες, που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, τότε αυτός δικαιούται να ζητήσει και ο εργοδότης έχει υποχρέωση να του καταβάλει και χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που του προκάλεσε η προσβολή της προσωπικότητάς του.
Για το ορισμένο, εξάλλου, του σχετικού αιτήματος, απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται τα περιστατικά, κάτω από τα οποία έλαβε χώρα η εν λόγω προσβολή, ήτοι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και οι οποίες συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, αφενός και αφετέρου ότι επέφεραν την προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου.
Περαιτέρω δε , πρέπει να υποβάλλεται και σχετικό αίτημα, για καταβολή προς τούτο ορισμένου χρηματικού ποσού, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Η ενδεχόμενη, εξάλλου, σχετική αοριστία της αγωγής ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559, αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων και ειδικότερα της αγωγής και της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αυτή, επικαλούμενη παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας - εργοδότιδάς της και ειδικότερα ότι την "απέπεμψε", ήτοι κατάγγειλε την επίδικη εργασιακή σύμβαση "υπό συνθήκες, οι οποίες την εξέθεσαν στο άμεσο και απώτερο οικογενειακό, φιλικό και επαγγελματικό περίγυρο, δημιουργώντας σ' αυτήν αίσθημα ανασφάλειας, απόγνωσης και απελπισίας και περιάγοντάς την σε κατάσταση εσχάτης ένδειας", με συνέπεια να προσβληθεί η προσωπικότητά της.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, ότι η επίδικη καταγγελία έγινε ακύρως, πλην άλλων και διότι το σχετικό δικαίωμα ασκήθηκε καταχρηστικά και για λόγους εκδικητικότητας και αυτό, γιατί ζήτησε (η αναιρεσίβλητη) πιεστικά την εκκαθάριση των λογαριασμών της, ώστε να της καταβληθούν τα οφειλόμενα, από υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, αφενός και αφετέρου, γιατί συμπαραστάθηκε σε συνάδελφό της (που τον κατονομάζει), στον οποίο οι αναιρεσείοντες όφειλαν αμοιβές για υπεργασία, υπερωρία κ.λπ., εκδήλωσε δε την πρόθεσή της να εμφανισθεί ως μάρτυρας υπεράσπισής του στο δικαστήριο καθώς και στο ΙΚΑ.
Με βάση αυτά, ή ένδικη αγωγή, κατά το σχετικό αίτημά της είναι πλήρως ορισμένη, καθώς και η έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία, κατά τον συναφή λόγο της, παραπονείται για την απόρριψη (πρωτόδικα) του αιτήματός της, με το οποίο ζητούσε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως ο 5ος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό αυτού σκέλος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, περαιτέρω, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "...Από την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων και ειδικότερα από την καταγγελία της συμβάσεως, η οποία έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, διότι η τελευταία προέβαλε τις προαναφερόμενες νόμιμες αξιώσεις της (για εργασία της κατά τα Σάββατα και Κυριακές) και λόγω της συμπαράστασης που επέδειξε στον συνάδελφό της Ν.
Κ., κατά την διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων του έναντι της εναγομένης εταιρίας, η ενάγουσα υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, ενώ περιήλθε σε κατάσταση ένδειας, δεδομένου ότι ζει αποκλειστικά και μόνο από το προϊόν της εργασίας της. Από την προσβολή δε αυτή η ενάγουσα υπέστη θλίψη και στενοχώρια, ήτοι ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις, παραγωγικές ηθικής της ιδίας βλάβης, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης".
Με βάση αυτά, το εφετείο επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσόν των 500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι όπως έκρινε το εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά της, αφού με σαφήνεια και χωρίς ενδοιασμούς, δέχεται ότι η καταγγελία εκ μέρους των αναιρεσειόντων της επίδικης εργασιακής σύμβασης έγινε καθαρά από λόγους εκδίκησης της αναιρεσίβλητης, για τους άνω λόγους και όχι για άλλη αιτία και ότι αυτό επέφερε στην αναιρεσίβλητη προσβολή της προσωπικότητάς της και προκάλεσε σ' αυτήν ηθική βλάβη.
Δεν υπάρχει αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες της απόφασης, από το γεγονός ότι το εφετείο δέχεται, περαιτέρω, ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη από το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε (προσηκόντως) η από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως, αφού η μία αιτιολογία δεν αναιρεί την άλλη, εφόσον η μεν μία αναφέρεται στην αιτία της καταγγελίας, η δε άλλη στον τρόπο υλοποιήσεως αυτής και στην τήρηση των προβλεπόμενων από το νόμο διατυπώσεων, για την εγκυρότητά της.
Περαιτέρω, με βάση τις ως άνω παραδοχές, το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 282 και 932 Α.Κ., επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αφού, σύμφωνα με αυτές, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας-εργοδότιδας επέφερε προσβολή της προσωπικότητάς της και προκάλεσε σ' αυτήν ηθική βλάβη.
Συνεπώς, ο 5ος αναιρετικός λόγος, κατά τα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. σκέλη του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τον 4ο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγο της, κατά τα ανωτέρω και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τούτο, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη μερική δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4774|2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη μερική δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εκ χιλίων (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ